Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Τι να βάλω σε γάμο (εισαγωγή)

 Καταρχήν και στα δικά σας.

 Δεν ξέρω αν είναι ευχή ή κατάρα για εσάς, εγώ σας το εύχομαι, δεν σας το καταριέμαι, οπότε άμα έθιξα την ανεξαρτησία σας μην υστεριάσετε σαν τη θεια Ευτέρπη με το λεκιασμένο κιλίμι, αφήστε την ευχή να πέσει κάτω να φάει τα μούτρα της. Στο κάτω κάτω, σας ξέρω κι από χθες κι έχω το θράσος να σας εύχομαι για τη ζωή σας; ΑΑΑ μα πια. 
 Επιτρέψατέ μου ωστόσο όπως σας νουθετήσω σχετικώς με τον ενδυματολογικόν, αντικείμενο το οποίο ανερυθρίαστα κομπάζω πως (και πώς) κατέχω, διότι αφενός έχω διαβάσει πολλά περί μοδός και τους αντικρουομένους αυτής κανόνες, αφετέρου δε τάσσομαι κατά της συντηρητικούρας δικτατορίας της αισθητικής. Δηλαδή όταν ακούω την κάθε κοπελιά που θεωρεί την Καινούργιου "καλοντυμένη" να εκσφενδονίζει κακιασμένα -η ίδια τα θεωρεί σούπερ πνευματώδη και σαρκαστικά- σχόλια προς κάθε εύκολο στόχο, με το επιχείρημα "της αισθητικής", ε άντε μωρή από δω. Έχεις διαβάσει αισθητική φιλοσοφία και σ'έχει ταρακουνήσει συθέμελα, ναι; (Εγώ έχω διαβάσει, που να μην έσωνα.) Και το σχόλιο για την Καινούργιου δεν καυτηριάζει την Καινούργιου και την αισθητική της, σιγά το γούστο και την καλλιέργεια που έχω για να κρίνω κιόλας, αλλά την άποψη πως το φορτωμένο είναι επίσημο, το υπερβολικά προσεγμένο είναι περιποιημένο, και το χειρότερο, πως μια γυναίκα οφείλει όχι μόνο να περιποιείται τον εαυτό της, όχι μόνο να τον περιποιείται αποκλειστικά εξωτερικά, όχι μόνο να τον περιποιείται αποκλειστικά εξωτερικά με αποκλειστικά ακριβά προϊόντα, αλλά ούτε τα σκουπίδια να μην μπορεί να κατεβάσει χωρίς να έχει βάλει ρουζ.

 Το αυτόν με τα φεμινιστικά μου. Δεν θα αναλύσω τώρα τη φιλοσοφία "Βαμμένη Ξανθιά", ας ελπίσω απλά να μην θεωρείτε τη Βαμμένη Ξανθιά θέσφατο ομορφιάς.
 Εύχομαι, για το καλό σας ε, να μην ψάχνετε την ομορφιά στα εξτένσιον, στο φυσικό μακιγιάζ, στο μαυρισμένο και τονωμένο όσο πρέπει στομάχι, γιατί είναι σαν να γλείφετε το περιτύλιγμα του γλυκού θεωρώντας ότι τρώτε το γλυκό.

 Έρχονται όμως κάποιες περιστάσεις, που μια στολή δεν είναι απαραίτητη (αν και πολλοί διαφωνούν), αλλά είναι πολύ πολύ χρήσιμη. Στολή, ήτοι ένα κοστούμι, μια φορεσιά που μας δείχνει "κάπως" και φαινόμαστε "κάπως" και άρα οι άλλοι μας κρίνουν "κάπως". Τέτοιες περιστάσεις είναι το δεύτερο ραντεβού, το πρώτο επίσημα ραντεβού (γνωρίζεστε καιρό φιλικά, και ξαφνικά, μωρέ λες;), οι ορκωμοσίες, οι κηδείες, οι συνεντεύξεις για δουλειά και οι γάμοι. Σήμερα θα επικεντρωθώ στους γάμους.
 (Ελπίζω πάντως, κι ειλικρινά εύχομαι, να μην θεωρείτε τον κόσμο ένα μέρος που σ' όλα τα μέρη του χρειάζεστε στολή. Ελπίζω να βλέπετε στον καθρέφτη σας, πρώτ' απ' όλα, τη διάθεσή σας. Ελπίζω να έχετε βρει ανθρώπους που να βλέπουν αυτά που καλύπτετε και να σας αγαπούν γι' αυτά.)

 Οι γάμοι δεν είναι παίξε γέλασε. "Έχω γάμο", λες στην κομμώτρια, και τσουπ, περιμένεις ειδική μεταχείριση, προφανώς τις άλλες φορές που δεν είχες γάμο δεν θα σ' ένοιαζε να σε κάνει σαν στραβή περικοκλάδα. "Έχω γάμο", λες στην πωλήτρια, και ξαφνικά ένα ρουχαλάκι αδικαιολόγητα πανάκριβο αποκτά λόγο ύπαρξης. "Έχω γάμο", λες στους συναδέλφους και η τεμπελιά σου δεν συγχωρείται αλλά δικαιολογείται. Το ηθικό δίδαγμα: Σ' ένα γάμο φοράτε τα καλά μας και πάτε σένιοι. Επειδή:
  • Αυτά θα φοράνε όλοι. Είναι κανόνας η ομοιομορφία σ' αυτές τις περιπτώσεις. Διότι:
  • Το ζευγάρι, που αρκετά έχει ταλαιπωρηθεί ήδη να σας μαζέψει και να σας ταϊσει, είναι στο επίκεντρο κι εκεί πρέπει να παραμείνει. Το τελευταίο που θέλει η νύφη είναι να μιλάνε όλοι για την ξώβυζη τουαλέτα σου (ακόμα χειρότερα, να μιλάνε για τα βυζιά σου, αγνοώντας την τουαλέτα σου) και να μην πρόσεξε κανείς το νυφικό της, που έβγαλε φουσκάλες, έκανε βουντού σε δυο πωλήτριες και τσακώθηκε με την κολλητή της μέχρι το βρει.
  • Το ζευγάρι, που έχει είπαμε τραβήξει το διάολό του, δεν θέλει κανένα απρόοπτο. Κράτα το καπελάκι σου για το κυνήγι της αλεπούς στην Ουαλία ή όταν στεφανωθεί ο Χάρι(λαος), στης Δέσποινας το γάμο βρήκες να το παίξεις Ιζαμπέλα Μπλόου; Να ενημερώσω εδώ πως η μαγκιά της αναφερθείσας έγκειτο ότι δεν περίμενε την περίσταση για να ντυθεί όπως της γούσταρε. Φορούσε το καπελάκι της στραβά, χωρίς να κρατάει πισινές. Εδώ σε θέλω, φάσον άικον.
  • Το ζευγάρι, που έχει μετανιώσει την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισε θρησκευτικό πανηγύρι, θέλει ένα άλφα σεβασμό. Δεν πα' να 'σαι χορεύτρια καν-καν ή αποκρυφιστής Σαμάνος; Στο γάμο του δεν θα πας με τα ρούχα της δουλειάς. Αλλιώς μην πας, γιατί να πας, τι θέλεις ν' αποδείξεις;
  • Το ζευγάρι έχει σόι. Βασικά, από δύο το έκαστον ήμισυ, τέσσερα σόγια. Βάλε να δεις πόσες θειάδες μας κάνει αυτό. Και γενικά, πόσο εύκολα μας ξεφεύγει η θεια εντός μας όταν σ' ένα γάμο βλέπουμε εμφάνιση ασυνήθιστη. Δεν είναι και προς φόβον, αλλά το βλέμμα το καρφωτό και το σκύψιμο σε διπλανό αυτάκι ενώ σε ατενίζει αδιάκοπα (το καταλάβαμε, εγώ και τα σερβίτσια. Για μένα λες!) είναι πολύ ενοχλητικό. Λες και οι ευχές δεν φτάνανε.
  • Ο γάμος φέρνει γάμους και η κηδεία θανάτους. Νυφοπάζαρο φορέβερ. Καταρχάς, όλες οι θειες θέλουν να σε ζευγαρώσουν, για να κάνουν κάτι βασικά και γιατί στην αντίληψή τους ο γάμος είναι σαν το Δημόσιο ένα πράμα, αν μπορέσει να μπει κανείς, δεν υπάρχει περίπτωση να το απορρίψει. Κατά δευτέροις, εάν εσείς θέλετε διακαώς να παντρευτείτε, κι επειδή πιο εύκολο είναι να παντρευτεί κανείς παρά να κάνει σχέση της προκοπής απ' ότι (σας) φαίνεται, τσεκάρετε με τη μία διαθεσιμότητα, παρουσίαση, μπάντ-τζετ, την πεθερά, κι άλλα χρήσιμα. Κατά τρίτοις, εάν δεν είσθε σίνγκολ, έχετε την ηδονική ευκαιρία να τρίψετε στη μούρη των ζηλοφθόνων τι τεφαρίκι σας έλαχε. Γίνεστε κουκλιά και καμαρώνετε σαν χρυσοποίκιλτα αγαλματάκια στο μπουφέ, "ο αγαπητικός της βοσκοπούλας". Εάν έχετε γερό στομάχι δε, μπορείτε να απολαύσετε τα δηλητηριώδη σχόλια των ζηλοφθόνων ("Ωραία κοπέλα, για κοντή, μπράβο", "Αδυνάτισες, πολύ αδυνάτισες, μπράβο", "Τέλεια η φούστα σου, Ζάρα βίντατζ ε; Μπράβο") και μετά να βγάλετε το φτυάρι με την ησυχία σας. 
  • Απολαύστε το τώρα που κρατάει. Μόλις δέσετε το γάιδαρό σας, ήτοι παντρευτείτε, πάρετε στεγαστικό, δυο αμάξια, κάνετε δυο παιδιά και δίπλες στην κοιλιά, μόνο η μαμά σας θα προσέχει τι φοράτε. Ειδάλλως, με Αμέρικαν Βίντατζ να εμφανιστείτε (τα κιβώτια της ΟΥΝΡΑ που έπαιρνε η γιαγιά; Αθάνατα αποφόρια, αθάνατα!), ουδείς θα σας προσέξει.
  • Εάν γουστάρετε να στολίζεστε και να ψαρεύετε κοπλιμέντα για την εμφάνισή σας αλλά ντρέπεστε να το κάνετε κάθε μέρα, μην σας πουν και ψώνιο, ένας γάμος είναι η καλύτερη λύση. Εάν το διαβάσατε αυτό και ντραπήκατε, μην ντρέπεστε: είναι οι ενοχές που μας ρίχνανε στο γάλα, στο γάλα που κάθε μέρα μας έλεγαν οι κηδεμόνες πόσο δυσεύρετο ήτο όταν μεγαλώνανε και τώρα εμείς θέλουμε κακάο και μαύρη ζάχαρη για να το πιούμε. Είναι η μαγευτική αντίθεση του Ορθόδοξου Χριστιανισμού που σέβεται τα μαύρα λιτά του ράσα και τα τονίζει με κοσμήματα-γκουμούτσες, που ούτε στο τηλεμάρκετινγκ δεν θα βρεις πιο κιτς και φτηνιάρικα. Εν κατακλείδι, μην αφήνετε τα κοσμήματα να τα τρώει η ντουλάπα! Καλύτερα να τα φάνε με τα μάτια τους οι ζηλόφθονες και λοιποί θαυμασταί. Εγώ μια φορά στο ταχυδρομείο είχα δει μια ογδοντάχρονη Κυρία με ευθυτενές το ενάμιση μέτρο της και βυσσινί μπερεδάκι να σκεπάζει τη λιγοστή της κόμη. Εννοείται μου 'φτιαξε τη μέρα.
  • Στο γάμο έχει φωτογράφους. Και οι πανάκριβες φωτογραφίες θέλουν τη θέση τους στον οικογενειακό μπουφέ. Θέλουν μαλλί, γυαλί και παντελόνι Λι. Θέλουν ζελέ στο μαλλί και στη ρίζα φρέσκια βαφή. 
  • Υποτίθεται ένας γάμος είναι ένα υπέροχο μυστήριο, γιατί κι ένας γάμος είναι μια υπέροχη σχέση που θα κρατήσει για πάντα. Πριν γελάσετε κακαριστά, να σκεφτείτε ότι κάθε ζευγάρι πιστεύει ότι θα γεράσουν μαζί στη βεράντα με δώδεκα εγγόνια να τους αγαπάνε τρελά. Αν θέλετε να γίνετε κυνικοί, μην πάτε στο γάμο τους, κι αν πάτε, μη γίνετε κυνικοί. Κανείς δεν θέλει να τον ξυπνάνε στο πιο γλυκό του όνειρο. Άμα είναι να πάτε σαν λέτσοι, επειδή σιγά τώρα, παντρεύονται, και τι έγινε, μην πάτε, δεν θα περάσει κανείς καλά. Για κάθε "καλοντυμένο" καλεσμένο που εύχετε "να ζήσετε" το ζευγάρι βρίσκει ένα μικρούλη σύμμαχο. Για κάθε επαναστάτη άνευ αιτίας που εύχεται "και του χρόνου" το ζευγάρι νιώθει ένα μπουγέλο παγωμένο νερό κατευθείαν στη σπονδυλική στήλη. 
  • Όσο διαβασμένα και φιλοσοφημένα μυαλά και να είστε, όσο ανυπότακτες και ατίθασες ιδιοσυγκρασίες και να διαθέτετε, όσο αντισυμβατικό και μεταμοντέρνο χαρακτήρα έχετε, κρατήστε τις υπερβάσεις για τον εαυτό σας. Με φωτεινή εξαίρεση αν παντρεύεστε εσείς ή κάποιος τόσο δικό σας, που χεστήκατε τι θα φοράτε, έχετε ένα κάρο άλλα πράγματα στο κεφάλι σας. Κάτι θα βρείτε. Είτε αυτό είναι Μάκης Τσέλιος είτε Ζάρα είτε Φεραγκάμο είτε Αν Ντεμέλεστερ (λατρεμένη).
  •  Έχετε λεφτά; Έχετε τιμή; Έχετε αξιοπρέπεια; Και, το κυριότερο, θέλετε να το ξέρουν όλοι, άμα τη αφίξει σας; Σας ενδιαφέρει η αποψη και του β' αναπληρωματικού σερβιτόρου; Ντυθείτε σένια. Βρείτε το στοιχείο που θέλετε να υπερτονίσετε και ΚαΜπούμ! Ξεκαθαρίσατε τη θέση σας. Φιουουου.
 Στο επόμενο τεύχος: Τι να βάλετε στο γάμο, οδηγίες προς άρρενες. Μείνατε συντονισμένοι.

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Αγρυπνία, πίριοντ

 Δεν μπορώ να κοιμηθώ.
 Είναι μια απ' αυτές τις νύχτες, που νιώθω το σώμα μου ανήσυχο και φορτισμένο. Δεν μπορώ να ηρεμήσω καθόλου. Στο μυαλό μου οι συνήθεις αγχώδεις σκέψεις (όλες μοιάζουν, στην τελική), και, σαν παρηγοριά της δεκάρας, τα χαζοσενάρια ονειροφαντασιώσεών μου που συχνά με βοηθούν να βγάλω τη μέρα ή/και τη νύχτα. Απόψε που φαίνονται πολύ απλοϊκά και αφελέστατα και ηλίθια και λίγο μπαγιάτικα. Άσε που η παρηγοριά στ' αρχαία λέγεται παραμυθία.
 Τουλάχιστον η εξάντληση δεν είναι τόση ώστε να αποφεύγω τα εξυπνακίστικα ή έξυπνα σχόλια-λογοπαίγνια. Τα κάνω συνέχεια, ασυναίσθητα τα σκέφτομαι, πολλές φορές βέβαια τα κρατάω εκεί, αρκετά ενοχλητικό είναι, σας διαβεβαιώ, να τα σκέφτεται κάποιος, δεν χρειάζεται και κάποιον άλλον να το επισημάνει με ενοχλημένο τόνο. Μωρέ λες να κουράζομαι εξαιτίας των; Θα' χε πλάκα. (Για κάποιο άλλο ον, ανώτερο ή μη. Για μένα, τζου.)

 Δεν μπορώ να κοιμηθώ, και γράφω μπας και νυστάξω με την ηρεμία της ψευδαίσθησης "Έκανα κάτι και σήμερα, δεν πήγε στράφι η μέρα μου, μου αξίζει άλλη μια μέρα." 'Η απλούστερα να ζαλιστώ απ'τον υπολογιστή και να κοιμηθώ, χωρίς να έχω καταγράψει τίποτα.

 Οι εσωστρεφείς άνθρωποι δεν είναι ντροπαλοί, ούτε ακοινώνητοι, ούτε κρυψίνοες. Τουλάχιστον όχι απαραίτητα. Οι εσωστρεφείς άνθρωποι δεν μπορούν να διαχειριστούν το κοινωνικό τους έγκο επιδέξια για πολλή ώρα; Χμμμ θα μπορούσε να ισχύει ο ορισμός αν δεν ήταν εμφανώς και διακριτικά αρωματισμένος με αρνητικό πρόσημο. Οι άνθρωποι είναι θέσει κοινωνικά ζώα. Όσοι άνθρωποι ανετράφησαν εκτός οργανωμένης ανθρώπινης κοινότητας έγιναν αξιοπερίεργα εκθέματα. Παράξενα ζώα, άνθρωποι βεβαίως, αλλά υποβιβασμένοι. Έτσι είναι. Όποιο παιδάκι δεν θέλει να παίξει, να βγει από τον κύκλο και να κοιτάζει: να μη φωνασκεί, να μη χειρονομεί, (εντόνως τουλάχιστον-σε περιπτώσεις επιείκιας) και να μείνει εκεί στην επίβλεψη των άνωθι, να παρατηρεί τι χάνει. Αν το παιδάκι θέλει να παίξει, είτε επειδή βαρέθηκε είτε επειδή ένιωσε μοναξιά είτε επειδή γουστάρει το συγκεκριμένο παιχνίδι, αιτίες παρασάγγας διαφορετικές, αντιμετωπίζει την αποδοχή και την απόρριψη. Αλλά ούτε λόγος να επιδοθεί το παιδάκι σε κάποια μοναχική δραστηριότητα. Ενοχλεί!
 Θυμήθηκα μια κοπέλα με λοξή αφέλεια που, πάνω σε ποια κουβέντα άραγε, είχε πει για ένα πάρτι που είχε πάει μικρή και είχε περάσει το δίωρο ήσυχα στο καρεκλάκι της ζωγραφίζοντας. Είχε ευχαριστήσει κανονικά φεύγοντας. Είχε περάσει καλά.

 Και ερωτώ. Λέει ένα αγγλόφωνο ρητό-γρίφος: Ένα δέντρο που πέφτει στο δάσος, κάνει θόρυβο αν δεν υπάρχει κάποιος να το ακούσει; Αν κάνω κακό στον εαυτό μου χωρίς να επηρεάζει κανέναν άλλο, είναι πράγματι κακό;
 Η απάντηση που δίνω στο γρίφο είναι ότι δεν θα λάβουμε ποτέ ικανοποιητική απάντηση, αφού ένα πουλί που πετά τρομαγμένο απ'το δέντρο που πέφτει είναι μάρτυρας ήσσονος σημασίας και αξιοπιστίας. Αν δεν είναι κάποιος εκεί γύρω που να καταλαβαίνει πώς κάνει ένα δέντρο που πέφτει, ο γρίφος δεν μπορεί να απαντηθεί. Ωστόσο, ως τόσο, να, τόσο λίγο δα... 
 Ένα δέντρο που πέφτει προκαλεί κι άλλες αλλαγές. Μικρές ίσως, μηδαμινής επιρροής στο υπόλοιπο δάσος. Αλλά, ίσως, λέω τώρα εγώ, το δάσος να καταλαβαίνει την απώλεια. 
 Ο άνθρωπος είναι ξένο σώμα μες στο δάσος. Δεν καταλαβαίνει τα μισά που γίνονται εκεί. Πώς τολμά και μπαίνει κριτής στο δέντρο που πέφτει;
Προφανώς και η λέξη κριτής έχει αρνητική φόρτιση, προφανώς και παρείσφρυσαν ξένα κλαδιά και δάχτυλα στη ροή του λόγου. Αλλά; Σιγά! Ένα δέντρο έπεσε. Μόνο εγώ είμαι εδώ να το ακούσω. Μπορώ να το ακούσω; Μπορώ να το κρίνω;
Βλέπω το δέντρο να πέφτει και υποθέτω ότι θα κάνει κρότο, προβλέπω, έχω τη σιγουριά βασικά, τη σύγκρουση με το σκληρό χώμα, πλάθω με ακλόνητη πίστη τον βάναυσο πόνο του δέντρου. Και το κρίνω σαν κάτι κακό. Απόλυτα κι ακλόνητα. Είμαι ο μοναδικός μάρτυρας, ο μοναδικός κριτής. ΕΓΩ βλέπω, ακούω, προβλέπω, κρίνω, συνδέομαι συναισθηματικά. Άρα, υπάρχω! (YAY.)

 Εσωστρεφής είναι ο άνθρωπος που θέλει πολύ χρόνο με τον εαυτό του. Έτσι ζει, έτσι λειτουργεί. Είναι προσβλητικό να γράφει κανείς ορισμούς κι εξηγήσεις για κάτι τόσο απλό (όπως και ένα κάρο άλλα απλά πράγματα.) Ο εσωστρεφής άνθρωπος βιώνει τον εξωτερικό κόσμο μέσα του. Έχει ανάγκη να τα φιλτράρει, να τα επεξεργαστεί με την ησυχία του. Δεν είναι πιο μυαλωμένος, ούτε πιο συνετός, απλά ζει τη ζωή μέσα του στο μεγαλύτερο βαθμό.
 Αντιθέτως υπάρχουν άνθρωποι που μόνο ό,τι μοιράζονται γίνεται βίωμα. Το δέντρο που πέφτει έχει ήχο μόνο αν τ'ακούσει και κάποιος άλλος.
 Νιώθω σαν να παρασύρθηκα. Να μην έγραψα αυτά που σκεφτόμουν πριν, αυτά που με τυρρανούσαν. (Τα πιάσαμε τα λεφτά μας με τις φορτισμένες λεξούλες. Επίσης χαρακτηριστικό μου, δεν εγκαταλείπει ούτε σε στιγμές απτής εξάντλησης.) Να, οι παρενθέσεις: Γι'αλλού εμείς τραβήξαμε κι αλλού ο γιαλός μας πάει.
 Φυσικά και μ'αρέσει που με πάει ο γιαλός όπου θέλει. Γνωρίζω πράγματα που δεν ήξερα. Αλλά δεν μαθαίνω αυτά που ήθελα να μάθω, παρά μόνο από σπόντα καμιά φορά.
Μια ζωγραφιά της Ρεμέδιος Βάρο. Με αρπάζει!





 Δεν μπορώ ακόμα να κοιμηθώ, γαμώτο. Νιώθω τα μάτια μου βαριά, αλλά καμία κόπωση ακόμα, το μυαλό μου παίρνει συνεχώς σβούρες. Δεν αντέχεται ώρες ώρες.
 Και φοβάμαι. Φοβάμαι γενικώς. Φοβάμαι. Δεν μπορώ να το διευκρινίσω καλύτερα, απλά φοβάμαι.
 Και παρακρίνω, εν τέλει. Τα πάντα όλα. Δεν ξέρω αν είναι "κακό", αν είναι κολάσιμο ή αξιόποινο, αν γίνεται ωμά και άμεσα-δεν ξέρω αν είναι βλαβερό, για μένα ή/και τους άλλους, αλλά είναι σίγουρα κουραστικό.
 Μια κουραστική, δυνατή συνήθεια. Άλλοι άνθρωποι έχουν άλλες κουραστικές και δυνατά ριζωμένες συνήθειες αλλά η σύγκριση με τους άλλους ανθρώπους δεν είναι σκόπιμη, εφόσον κρίνω και συγκρίνω συνήθως μόνο ότι με βολεύει.
 Ένα δέντρο πέφτει. Και ποιος νοιάζεται, στην τελική;
 Ένα δέντρο πέφτει. Σεβαστό.

 Σεβαστό...

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

"Λέω μια μικρή προσευχή για σένα..."

 Dearest...

 (Πολύ μ'αρέσει να ξεκινώ έτσι τα ερωτικά γράμματα άνευ παραλήπτου, και η Βιρτζίνια Γουλφ έτσι ξεκίνησε το αποχαιρετιστήριο γράμμα στον Τομ της.)

 Δεν ξέρω τι να σου πω όταν βρεθούμε μεθαύριο-εκ του σύνεγγυς, όπως λες κι εσύ, συχνά χάνω τα λόγια μου, και προσέχω πάντα να μην πω κάτι προκλητικό ή να μην ξινίσει η μούρη μου, πράγμα δύσκολο, "για μια ειρωνεία ζούμε" όπως σου είπα χθες. "Και του εαυτού μας;" με ρώτησες. Θράσος; "Μα εννοείται" αναφώνησα με ολίγον από έκπληξη και πολύ από ευθιξία, "πρώτ'απ'όλους σαρκάζομαι εμένα, φυσικά." Θράσος ή δεν καταλαβαινόμαστε καθόλου; (Ή κάτι άλλο που δεν κάνει στάση απ'την γκλάβα μου;)
 Δεν ξέρω τι να σου πω γενικά-ξέρω σίγουρα μόνο αυτά που δεν μπορώ να σου πω.
 Να σου πω ότι δεν σε ερωτεύτηκα όπως ήθελα και ήθελες, δηλαδή κινηματογραφικά, με αυτή την υπερβολή που ακυρώνει οποιαδήποτε άλλη παράμετρο και σε αφήνει με μόνη σου προτεραιότητα και ασχολία τον έρωτά σου. Αυτό είναι βέβαια ο δικός μου ορισμός του κινηματογραφικού έρωτα. Εσύ; Μπορεί να ήθελες απλά ("απλά") ένα τσικ παραπάνω ενθουσιασμό, να στέλνω πρώτα εγώ μήνυμα, να σε παίρνω τηλέφωνο να δω αν έφτασες, και να μη σου λέω "κάνε μου αναπάντητη μόλις φτάσεις". Ήθελες να σου στέλνω αμέσως μόλις μου έστελνες εσύ, ήθελες μια θέση ισάξια των φίλων μου, που φρόντιζα να επιδεικνύω πρόστυχα, θα μπορούσε να πει ο αυστηρός κριτής εντός μου, των φίλων μου που σύμφωνα με τη δική σου άποψη παραγίνομαι χαλί γι'αυτούς, ενώ για σένα καθόλου ε; Ήθελες να χαλαρώσω πολλά τσικ, δεν με άφησες όμως να χαλαρώσω σιγά σιγά και απαλά, όπως τα δευτερόλεπτα πριν μας πάρει ο ύπνος, τα υπέροχα εκείνα δευτερόλεπτα που σκέφτεσαι εκείνα που δεν τα θυμάσαι ποτέ το πρωί. Ήθελες και μια σχέση αρκούντως συμβατική, με τις νόρμες της και τις δικλείδες ασφαλείας της, να σε ξεκουράζει και να σε αποφορτίζει, και έναν έρωτα ζουμερό, τραγανό, μες στο κουκούτσι. Αυτά τα δύο, ντίαρεστ, δύσκολα πάνε σετάκι.
 Κι όμως... Μήπως σε κρίνω πάαααρα πολύ; Λέω, μήπως παραείμαι επικριτικό βλέμμα; Η απάντηση είναι ναι, είμαι έτσι πάντα και με όλους, και με τους φίλους μου, και με μένα, όχι ότι αυτό είναι δικαιολογία, ούτε διεκδικώ άτεγκτες δάφνες δικαιοσύνης, αλλά έτσι είμαι. Κουτσό, στραβό, έτσι είναι το Λεπιδόπτερον, take it or leave me που λεν και στο χωριό μου, και όσο εγωισμό κι αν κρύβει/φανερώνει/πετάει στα μούτρα σου η στάση μου. Και δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να σου απολογηθώ, ενώ όλοι μας έχουμε πράγματα με αρνητικό πρόσημο, και αγάπη δεν σημαίνει βρίσκω το τέλειο, αλλά συγχωρώ τρομερά ελαττώματα. "Σημαίνει συμβιβάζομαι". Έτσι λέει ένα βιβλίο.

 Άσχετο, λες, το τσιτάτο; Έτσι μου ήρθε. Είδες, χάνω τα λόγια μου ακόμα και γραπτώς. "Βλέπεις, ούτε αυτό δεν μπορώ να γράψω καλά." Κι όμως, θέλω τόσα πολλά να σου πω...

 Δεν άντεχα τη γκρίνια, την περιφρόνηση που έδειχνε η γκρίνια σου, τα ατελείωτα σχόλιά σου σε ο,τιδήποτε έκανα. Με σκότωνε η αίσθηση των αντιποίνων που ούτε καν έκρυβες. Η πεποίθησή σου ότι μου φέρεσαι όπως σου φέρομαι, όχι για να με πληγώσεις, αλλά για να βάλω μυαλό. Λες και πραγματικά περίμενες εγώ να καταλάβω και να σταματήσω να κάνω (όλα) αυτά που σ'ενοχλούν. Κι άντε πες τα καταλάβαινα. Θα σταματούσα, επειδή δεν σε βόλευα; Και φυσικά, λυχνείας σβησθείσης, τα ξεχνούσες όλα. Δεν ήταν το σεξ καθαυτό, άλλωστε εκεί δεν έχουμε και καμιά άψογη χημεία, αλλά η σιγουριά σου, έπαιρνες αυτό που ήθελες και δικαιωματικά σου ανήκε μετά από τη σύγχυσή σου. Σαν να λέμε, "Είσαι ένα μπερδεμένο κουβάρι όλο κόμπους και κολλήματα, ΑΛΛΆ εγώ σε γουστάρω." Δεν είναι αυτό η αγάπη για μένα. Δεν αγαπώ έτσι εγώ. Είμαι ένα μπερδεμένο κουβάρι, σύμφωνοι, αλλά χωρίς ΑΛΛΆ. Εγώ αγαπώ άλλα μπερδεμένα κουβάρια ούτε εξαιτίας ούτε παρά των κόμπων τους. Τα αγαπώ, σκέτο. Κι φροντίζω να κάνω τη ζωή τους πιο άνετη, αρκετά δύσκολη είναι χωρίς να τους επισημαίνω συνέχεια τους κόμπους τους-υπάρχουν άλλωστε πολλοί καλοθελητές γι'αυτή τη δουλειά, η σύγχρονη ζωή μας επιβάλλει να κρύβουμε τους κόμπους μας ή να τους βαφτίζουμε ιδιόμορφη πλέξη, ε άει στο διάολο. Περίμενα μεγαλύτερη ευαισθησία εκ μέρους σου. Όχι επειδή εγώ την προσφέρω, αλλά εσύ είσαι σε καλύτερη φάση από μένα. Εσύ ζεις τη ζωή σου όπως θες, σε γενικές γραμμές.
 Δεν σε ζηλεύω γι'αυτό. Ούτε, Παναγιά μου, είσαι η τελειότης μου. Αλλά περίμενα να έχεις ξεπεράσει τα δραματικά κονσερβοκούτια. Και σε καμία περίπτωση δεν περίμενα να σηκωθείς να φύγεις μες στη νύχτα, επειδή δεν έκανα και δεν είπα αυτό που ήθελες. Αυτό με έτσουξε άσχημα. Δεν μπορώ να σε εμπιστευτώ πάλι. Νιώθω ότι δεν γίνεται, ότι δεν θα καταφέρω να σε εμπιστευτώ πάλι. 
 Δεν θα μπορέσω ποτέ μου να σ'ερωτευτώ, γαμώτο. Όπως ονειρεύομαι να ερωτευτώ, τουλάχιστον.

 Δεν ξέρω τι να σου πω. Δεν θέλω να πάρω πάνω μου όλη την ευθύνη, δεν θέλω να στο κάνω πιο εύκολο. Δεν γουστάρω να μου κουνιούνται, απλούστατα! Και δεν γουστάρω τα παιχνίδια σου, τις κρυάδες σου, τα πειράγματά σου που περιμένεις να γελάσω κιόλας, σε όλα.
 Θέλω να είσαι καλά, αλλά παραέχω νομίζω υψηλή ιδέα για τον εαυτό μου για να αρκούμαι σ'αυτό, ούτε πρέσβυς Καλής Θελήσεως πια. Δεν ξέρω τι να σου πω, στο'πα;

 Απ'την άλλη... Έχω συνηθίσει τη μοναξιά μου. Την τεμπελιά μου, βασικά. Και αρκούμαι σε κόκκινες πλαστικές καρδούλες. Ενώ όλα φωνάζουν απέξω σπαταλιέσαι.
 -Μην σπαταλάς τον εαυτό σου ρε. Μη χαρίζεσαι. Μη δίνεσαι όπου βρεις.
 (Λυγμοί και μύξες)-Δεν βρίσκω και κανέναν να τα θέλει...
 Νομίζω πως δεν με θέλεις. Όχι όπως είμαι κανονικά. Αλλά όταν είμαι σαν ζαχαρωμένο ντόνατ, ναι, τότε με θέλεις. (Ή μπορεί και όχι. Γαμώ τα κέρατά μου. Όλα συμπούρμπουλα.)
 Απ'την άλλη... προσπαθείς και πάλι. Γιατί, όμως; Τι θέλεις;
 Αυτό θέλω να στο ρωτήσω. Τι θέλεις;
 Μάλλον όμως δεν θα μου απαντήσεις ικανοποιητικά, δηλαδή 1) απλά, 2) ευθέως, 3) όπως επιθυμώ, 4) όπως μου χρειάζεται.

 Ντίαρεστ, άμα δεν ξέρω τι ψάχνω, στήνω ανδρείκελα από χαρτόνια και σπασμένα γυαλιά και τα βαφτίζω ανθρώπους. Αν μπροστά μου δω άνθρωπο αληθινό, με αίμα και σάρκα ζεστή και διάθεση μεταβλητή, πανικοβάλλομαι και θέλω ή να γίνεις εσύ από γυαλί ή εγώ από χαρτόνι. Δεν το έχω δεχτεί ότι είμαι άνθρωπος σαν όλους τους άλλους, όχι δεν το έχω δεχτεί, σιγά το νέο, βγάζει μάτι. Αλλά η συμπεριφορά μου διαφέρει σ'ένα σημαντικό σημείο απ'τη δικιά σου. Δρω σπασμωδικά, νευρωσικά, σχεδόν ασυνείδητα. Δεν έχω σχέδιο, εκτός απ'το μόνιμο ξόρκι Προστάτεψε! όλα τ'άλλα είναι ατάκτως ερριμμένα. Κι όμως, υπάρχουν στιγμές που νιώθω απίστευτα με αυτό το κολάζ. Όχι εξαιτίας, ούτε παρά, αλλά ΜΕ.

 Γι'αυτό το ντίαρεστ πάει πρώτα απ'όλα σε μένα.

(Θα το διαβάσω αυτό σε 2-3 χρόνια και θα μου ρίξω τέτοιο φάσκελο, να μην πω κάνα σκαμπίλι, που δεν χρειάζεται να το κάνεις εσύ. Μην άγχεσαι. Θα βάλω μυαλό. Όταν βρω το δικό μου.)

 Δεν ξέρω ακόμα τι να σου πω, αλλά το θεωρώ δεδομένο ότι θα βρεθούμε. Έτσι, γιατί λίγο μπερδεγουέι ήταν η όλη κατάσταση.

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Και οικοκυρά, και εις απόγνωσιν (και συμμόρφωσιν)

Σας αρέσουν οι Desperate Housewives;

 Εμένα πολύ. Βασικά, έχουν τελειώσει εδώ και κάτι χρόνια, αλλά εγώ προ ημερών αξιώθηκα να δω και τον τελευταίο κύκλο κι απεφάσισα όπως συγγράψω ένα δοκίμιο-φόρο τιμής στη σειρά που γνώρισα κι αγάπησα μέσω της πάλαι ποτέ ΝΕΤ. 

 Όταν είχε ξεκινήσει, είχε γίνει ένας τεράστιος ντόρος, πολύ επιθετικό μάρκετινγκ, που στην ουσία απέδωσε, γιατί το κοινό της το απέκτησε πριν καλά-καλά τελειώσει η πρώτη σίζον (ναι εγώ στο βίλατζ μου, δεν έλεγα σεζόν, έλεγα σίζον) και τσίμπησε κι εκεί κάτι βραβειάκια, κάτι εμμυάκια, εγκαταστάθηκε που λέτε για τα καλά μια σειρά με τέσσερις πρωταγωνίστριες. Εγώ την πρώτη σίζον την είδα το καλοκαίρι, στις επαναλήψεις κάθε βράδυ, και ειλικρινά γελούσα. Με διασκέδαζε, πώς να το πω; Δεν ήταν σαν τα Φιλαράκια, που κι εκεί βεβαίως γελάω και λατρεύω, αλλά τα αστεία τους είναι πιο πολύ χαχα, ενώ στις Νοικοκυρές ήταν ΑΑΑΧΑχαχαχαΧΑΧΑααα. Και κόλλησα και τες αγάπησα τις νοικοκυρούλες.
 Ακολουθούν ένα κάρο σπόιλερς. 

  • Η Τέρι Χάτσερ ήταν πράγματι μια απελπισμένη χωρισμένη μητέρα με κόρη στην προεφηβεία όταν πήρε το ρόλο. Δεν τη χάλασε. Ότι το έπαιζε ντίβα σε όλους δεν μπορώ να το πω, δεν ήμουν εκεί, αλλά κάτι τέτοιο ακούγετο γενικώς. Ο ρόλος της καλογραμμένος τολμώ να είπω, κι αυτή καλούτσικα έπαιζε (εκτός όταν έκλαιγε, έμοιαζε με πεντάχρονο που του αρνήθηκαν παγωτό) αλλά το έπαιζε συνεχώς γκόμενα κι αυτό μου την έσπαγε. Βλέπε Σάντρα Μπούλοκ, η Αμερικάνα καστανή της διπλανής πόρτας, λιγάκι αστεία, λιγάκι φαμ φατάλ (γελάνε τα γυαλιά της Γκρέτα Γκάρμπο), λιγάκι σπαστικιά, λιγάκι σεξουάλα, λιγάκι με χρυσή καρδιά κι ανησυχίες υπέρ αδυνάτων. Λιγάκι απ'όλα να πετύχουμε την ταύτιση. Η έλλειψη μαγειρικών ικανοτήτων της Σούζαν θεωρείτο χαριτωμένο ελάττωμα. Η προτεραιότητα που έδινε στα συναισθηματικά της θέματα κι όλα τ'άλλα να πάνε να πνιγούνε σπανίως εθίγετο. Φαντάζομαι, για κόσμο αυτή είναι όντως η μοναδική αναφαίρετη προτεραιότητα.
  • Η Μάρσια Κρος έκανε στην πρώτη σίζον ΤΗΝ αποκάλυψη. Ρόλος καρικατούρα, σάτιρα ελαφρώς χοντροκομμένη, και ωστόσο η Μπρι Βαν Ντε Καμπ/Χοντζ/πώς-λέγανε-τον-μεγαλοδικηγόρο κατάφερε να μην ξεχειλώσει-την πρώτη σεζόν. Το υστερικό της βλέμμα, η άκαμπτη στάση της, σε έπειθαν μες στην υπερβολή τους ότι όντως υπάρχουν γυναίκες που θεωρούν αυτό ιδεώδες. Από την τρίτη σίζον, η Μάρσια Κρος σαν να πήρε το ρόλο της στα σοβαρά, προσπάθησε να τον δούμε κι εμείς έτσι, ότι η Μπρι είναι μια κανονική γυναίκα, αλλά δεν την βοηθούσαν την έρμη οι σεναριογράφοι. Δηλαδή, τέτοια ατυχία στα γκομενικά πια; Φυσικά, παρέμεινε ορόσημο της σειράς, με τον ίδιο τρόπο που η Σαμάνθα ήταν στο ΣΕΔΣ, αλλά οι λεπτές αποχρώσεις των χεριών της, του στόματός της, που φανέρωναν όλη την προσπάθεια "να είναι όλα τέλεια" και το πείσμα να μην παραδέχεται τις ακυρώσεις και την απογοήτευση, εξαφανίστηκαν. Μαζί με τον σινιέ κότσο της και την πιο ευθεία πεθαίνεις χωρίστρα της.
  • Η Λινέτ Σκάβο ήταν ένας ρόλος με ρεαλιστική βάση. Μια μάνα με 4 μούλικα (αργότερα 5) που ασφυκτιά στην ποδιά της κουζίνας και νοσταλγεί τις εποχές που ήταν για την πάρτη της κι έκανε παιχνίδι με το μυαλό της. Η Φελίσιτι Χάφμαν είναι ηθοποιάρα. Κράτησε το ρόλο της (όσο μπορούσε, είπαμε, οι σεναριογράφοι) σε αληθινά επίπεδα και όταν το γραφτό βοηθούσε έφτιαχνε σκηνές ανθολογίας. Βλέπε η σκηνή στην τρίτη σίζον στο σούπερ μάρκετ, με την τρελή με τ'όπλο. "Όλοι νιώθουμε πόνο! Ποιος νοιάζεται για τον δικό σου; Αλλά τον ελέγχουμε, τον καταπίνουμε, και συνεχίζουμε τις ζωές μας. Δεν πάμε να πυροβολούμε αγνώστους!" Στην ίδια σίζον, το ρομάντσο με τον Ρικ. Δεν απάτησε τον Τομ, αλλά αφέθηκε να παραμυθιαστεί, τόσο όσο. Τόσο όσο να μην είναι επικίνδυνο. Έφαγε τα μούτρα της κι έκλαιγε μόνη της στη μπανιέρα. Γενικώς είναι πολύ χειριστικός χαρακτήρας, εύκολα τη λες σκύλα, αλλά η Λινέτ σου δείχνει την πορεία της και σε ρωτάει: "Εσύ θα το έκανες καλύτερα, ή διαφορετικά;" Και το βουλώνεις.
  • Η Γκαμπριέλ, αχ η Γκαμπριέλ Μαρκέζ/Σολίς/Λανγκ! Η γυναίκα-τρόπαιο. Κωμικός ρόλος, σχεδόν αμιγώς, και η Έβα Λονγκόρια τον κανιβάλισε όσο την έπαιρνε. Δεν ξέρω γιατί θεωρείται ατάλαντη, εγώ πολύ τη χαιρόμουν. Σε συνέντευξή της είχε δηλώσει για την Γκαμπριέλ: "Δεν είναι κακός άνθρωπος. Είναι ένας καλός άνθρωπος που κάνει κακές πράξεις." Όταν ρωτήθηκε από τον παραγωγό για τη σειρά, ενώ ήταν ακόμη σε οντισιόν, του είπε απροκάλυπτα ότι δεν είχε διαβάσει παρά μόνο τα δικά της μέρη. Φυσικά και πήρε το ρόλο. Ξεκινώντας από το γεγονός πώς μια Λατίνα Ένα και Πενήντα Εφτά ήταν σούπερ μόνδελ, και παντρεύτηκε στο τρίτο ραντεβού έναν λεφτά, επίσης Λατίνο, καταλαβαίνεις ότι η λογική δεν έχει θέση εδώ. Ανεύθυνη, εγωίστρια, ρηχή, δηκτική, η Γκαμπριέλ είναι χύμα στα μούτρα σου. Τίμια προσέγγιση. Οι ενδυματολόγοι της σειράς κάνανε μεγάλη χάρη στους φασιονίστας του μέλλοντος, καταδεικνύοντας ακριβώς πόσο κιτσάτα θα θεωρούνται τότε τα μοδάτα ρούχα του σήμερα. (Νικήτρια, φυσικά, η φιάπα-τούβλο.)
  • Οι άντρες είναι ελαφρώς γλάστρες. Πολύ το είχα χαρεί. Πάρτε μια αμερικάνικη σειρά. Πόσες γυναίκες έχουν πρωταγωνιστικό, πολύπλευρο ρόλο; Ε, στην ανάποδη περίπτωση.
  • Η Ντέινα Ντιλέινι απέρριψε το ρόλο της Μπρι. Ο ρόλος της Κάθριν ήταν εξαιρετικός στην τέταρτη σίζον και φριχτός στις επόμενες δύο. Θα μου πεις, θα έφτιαχνε καλύτερη Μπρι; Παίζεται.
  • Την Μπρι ήθελε και η Νικολέτ Σέρινταν. Πήρε τον πούλο. Αλλά δεν τη χάλασε και η σεξουάλα Ίντι, τη χάλασε; Ναι, μάλλον τη χάλασε. Τσακώθηκαν άγρια εκεί με τον παραγωγό. Στο τελευταίο επεισόδιο, που φαίνονται όλοι οι θανόντες, αυτή στάχτη και μπέρμπερι, μην την είδατε. Μες στην υπερβολή ο ρόλος της, αλλά και τελείως μονόπλευρος, ακόμα κι όταν το σενάριο την ήθελε εκτεθειμένη, ευάλωτη και τα τοιαύτα, δεν τα'λεγε ρε παιδάκι μου. Ενώ η Έβα; Εγώ πιστεύω τα'λεγε. Αν δεν συμφωνείτε, τουλάχιστον το προσπαθούσε, ενώ η Νικολέτ βαριόταν τη ζωή της. Όταν πέταξε τις στάχτες στη μούρη της Σούζαν, γέλασα πολύ, αλλά μόνο τότε. Α, και το ρομάντζο με τον Μάικ τελείως άχρηστο, φρονώ.
  • Τα παιδάκια παίζανε καλά. Ουάου. Εκτός της ξενέρωτης Τζούλι της Άντρεα Μπάουεν. Αυτή, είχε δυο εκφράσεις: χαμογελαστή-καλό κοριτσάκι και σουφρωμένα φρύδια-προβληματισμένο κοριτσάκι. Ή βαριόταν του θανάτου ή είναι ανίκανη. (Ή την επέλεξαν για να δοθεί το βάρος άμα τη συγκρίσει στην Σούζαν. Πιθανόν.)
  • Η Βανέσα Γουίλιαμς, γυναικάρα και φωνάρα, με ένα προχειρογραμμένο ρόλο, υπερέβαλε στην ερμηνεία της και κέρδισε, γιατί τα "ανθρώπινα" χαρακτηριστικά της, καλά και κακά, τα προέβαλλε πολύ λιτά. Χαιρόσουν να τη βλέπεις, ήταν η τσαχπίνικια παρουσία της Οδού Γουιστέρια, αλλά δεν έκρυβε και τον καημό της ζωντοχήρας. Και τραγούδησε το Amazing Grace πάαααρα πολύ όμορφα!
  • Η έκτη σίζον, φριχτή κι απαίσια. 
  • Τελικά, η Γκαμπριέλ, που φαίνεται η πιο τσούλοβα, πήγε με τους λιγότερους.
  • Της τρέχουν της Μπρι τα ψυχάκια.
  • Άντρες σαν τον Τομ δεν υπάρχουν. (Αλλά μπορούν να εκπαιδευτούν...)
  • Αν ο Μάικ υπήρχε, τη Σούζαν θα διάλεγε ρε παιδιά; Χίλιες φορές η Κάθριν ε!
  • Τελικά τον μαφιόζο δολοφόνο τον πιάσανε;
  • Τελικά η ανιψιά που πήγε να γίνει φάσιον μόνδελ τι απέκαμε;
  • Τελικά η μάνα της Λινέτ τα χάρηκε τα λεφτά του σκατόγερου μοναχιά της;
  • Τελικά η πρώτη γυναίκα του Βίκτορ πήγε στην κηδεία του φορώντας "Ουντάρι";
  • Τελικά το μαλακισμένο "είμαι γιος του Ρεξ" τι απέκαμε κι αυτό;
  • Η τελευταία σίζον σαν να ξεκαθαρίζει πράγματα όλων των προηγούμενων.
  1. Η Σούζαν είναι καλλιτέχνις. Εδώ γελάνε και τα πινέλα της Ρεμέδιος Βάρο θα μου πείτε, αλλά ξέρετε πόσο πωλείται στο Ebay ο "πίνακας" (μαύρη τέμπερα με μουντζούρες) που έφτιαξε και έσκισε και την πήρε ο στριντζοδάσκαλος  στην τάξη του; Δυο χιλιάδες δολάρια... Φυσικά και θα πωληθεί. Επίσης, η Σούζαν έχει μια άλφα αυτογνωσία να ξέρει ότι σαν τον Μάικ άλλον δεν θα βρει κι επιλέγει (αν και θεόμουνο, όπως πήγε να μας πείσει η 7η σίζον) να κατεβάσει ρολά και να ζήσει με τις αναμνήσεις της και τον Μέιναρντ Τζούνιορ (επίσης δεν τα'λεγε καθόλου, τι διάολο, τι τους έριχνε στο γάλα η Σούζαν;). Α, και καταλαβαίνει επιτέλους τι καλή μάνα υπήρξε στην Τζούλι, και επιμένει έτσι να της μεγαλώσει το μούλικό της, έτσι για μια δεύτερη ευκαιρία. Ο Εμ Τζέι μάλλον δεν μετράει, γιατί;
  2. Η Μπρι είναι επικριτική. Σώωωπα. Και χέστηκε, στην τελική, για την επίκριση του κόσμου, είναι βαθιά συντηρητική κι αυτό τη σώζει. Θα παραμείνει μια ζωή λέιντι για να μην την πληγώσουν οι άντρες. Αφελέστατο κι αληθινό. Βέβαια αυτή έχει φάει όλη τη χλαπάτσα, και με το δικηγόρο τώρα να δείτε που κάτι θα συνέβαινε άμα συνεχιζόταν η σειρά. Είπαμε, άμα είσαι εντελώς των τύπων, ωραίους γκόμενους θα βρεις, δεν θα τους κρατήσεις, λεφτά θα πάρεις, αλλά θα τα χάσεις, παιδιά θα αναστήσεις, αλλά δεν θα σου μιλάνε. Και στο τέλος θα γίνεις πολιτικός. (Και ξαφνικά, η εμπιστοσύνη προς τις πολιτικούς καταβαραθρώνεται λέει...!)
  3. Η Λινέτ είναι το αφεντικό. Τρώγεται με τα ρούχα της. Κι αυτό δεν αλλάζει. Άμα τη θες, πάρτην όπως είναι, γιατί και CEO να γίνει πάλι αυτό που είχε κάποτε θα νοσταλγεί. Γυναίκες των προαστίων! Τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από την πουτίγκα που σιγοψήνεται τέσσερις ώρες και το παιδί σου τρώει μια μπουκιά και στη φτύνει στη μούρη!
  4. Η Γκαμπριέλ αποφασίζει να χρησιμοποιήσει για μία φορά την γοητεία της για να σώσει τον άντρα της. Κι αυτό τώρα θεωρείται υπέρβαση. Άσε που η Μακλάσκι καθαρίζει τελικά. Και ξανά προς την κενοδοξία τραβά, αυτή κι ο Κάρλος (τα υπέρβαρα κοριτσάκια, η Χουανίτα ειδικά μια γλύκα, κλεισμένα σε κατασκήνωση αδυνατίσματος, να φανταστούμε;) έχοντας βγάλει και λεφτά από το μόνο πράγμα που έχει μάθει: να ξοδεύει λεφτά. Είπαμε, ρόλος καρικατούρα, το αμήσανε και όφησε στο φινάλε.
  • Υπάρχει μια κάποια φεμινιστική ειρωνεία. "Γελάτε με τα χάλια μας, μα κι εσείς τα ίδια κάνετε-και αν όχι, γελάμε εμείς με τα δικά σας χάλια."
Ενδεικτικό της ατμόσφαιρας της σειράς. Το ύφος της στο 1:50 ! ! !

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Ένα ακόμη άτιτλο

 A freak like me

A freak, just like me.

 Νιώθω άσχημα για τα σημειώματα που στέλνω σε σφραγισμένα μπουκάλια και δεν ξέρω τι κάνανε οι παραλήπτες. Τα έλαβαν; Τα άνοιξαν; Τα διάβασαν; Τα αγνόησαν; Τα περιφρόνησαν; Τους συγκίνησαν; Ή όλα τα παραπάνω; (Χα.)

 Στην εφηβεία μου είχα κόψει καρτούλες από σινιέ χαρτί κανσόν σε μικρά ορθογώνια με λειασμένες άκρες, έγραψα με καλλιγραφικά τις φράσεις "I'm so lonely...", "Please help me!..." και "I need you. Where are you?", έγραψα και το κινητό μου και τις πέταξα στα σκουπίδια, πιστεύοντας πραγματικά ότι κάποιος θα ψάξει τα σκουπίδια, θα βρει τα σημειώματά μου και θα με προσεγγίσει. Πραγματικά το ήλπιζα αυτό και το σκεφτόμουν ρεαλιστικά. Δεν ξέρω τώρα πώς νιώθω γι' αυτό. Άσχημα; Λύπη; Θυμό; Οίκτο; Δεν ξέρω. Αλλά θυμάμαι την απογοήτευσή μου όσο περνούσε ο καιρός και δεν γινόταν τίποτα.

 "Αφήνεις τον εαυτό σου να γνωρίσει κόσμο;"
 (Παύση) "Ναι... με αφήνω. Ειδικά αν σκεφτείς πώς ήμουν... (παύση) Ναι, τον αφήνω."
 "Το λέω γιατί με το παραμικρό βγάζεις σκάρτους ή αδιάφορους τους άλλους."
 (Και δεν κοιτάω τα δικά μου, αυτό θέλεις να πεις; Ότι εγώ είμαι στην πραγματικότητα σκάρτος ή/και αδιάφορος;)
 "Δεν είναι αυτό, αλλά (Ναι, είναι ακριβώς αυτό.) δεν μπορώ να κάνω ότι κάτι μ'αρέσει, απλά για να έχω μία κάποια σχέση. Δεν τη θεωρώ προϋπόθεση για να είμαι καλά."
 "Δηλαδή δεν σου λείπει;"
 (Το ξέρεις ότι μου λείπει σας διάολος.) "Ναι... κάποιες φορές. Αλλά άλλες... όχι, καθόλου."

 Λοιπόν αυτές οι φορές που δεν μου λείπει μια σχέση (οιασδήποτε φύσης και απόχρωσης) είναι όταν θυμάμαι/φαντάζομαι/φοβάμαι να αφήνομαι και να ζητώ μια πιο ειδική μεταχείριση, μια παραπάνω ευαισθησία, γιατί έχω τα θέματά μου ΚΑΙ ανασφάλειες και να παίρνω ελαφρώς τον πούλο, γιατί δεν θωπεύομαι όπως θα ήθελα, δεν αγκαλιάζω όσο ανακουφιστικά θα ήθελα. Και τα ακούω από πάνω, που κάνω την τρίχα τριχιά και αν θέλω κάτι, να το απαιτήσω ή να το εμπνεύσω, να μην περιμένω να μου δοθεί τιμής ένεκεν λόγω καλοσύνης ή υψηλού επιπέδου κατανόησης ή/και ζωής.
 Ε, και εννοείται μετά κλείνω. Και διώχνω. "Εννοείται ε;" Ναι για μένα, ακόμα εννοείται, ενώ την υπερανάλυση κορόνα στο κούτελό μου την έχω, εκεί πέφτουν οι σιδεριές και βντουβ! Όποιος προλάβει.

 Έχω φάει κόλλημα με τις κάλες. Τους κρίνους καλέ. Τις κάλλες, όπως τις λέω. Το τόσο κομψό τους σχήμα, το ψηλόλιγνο και μοναχικό, δεν είναι παρά μια ασπίδα για το πραγματικό λουλούδι: τον κίτρινο σαρκώδη μίσχο μέσα στο χωνάκι.
 Είναι τοξικές, ελαφρώς δηλητηριώδεις. Δεν τρώγονται. Θεωρούνται πολύ κλασάτη διακόσμηση σε γάμους. Δεν είναι μόνο λευκές -έχει και κροκί, και πυροκόκκινες, και σκούρες σκούρες μωβ.
 Το λουλούδι τους, ο λεπτός φαλλόσχημος μίσχος επικεκαλυμμένος με γύρη κίτρινη φωτεινή, είναι αυτό που τις πολλαπλασιάζει. Που τους δίνει ζωή και συνέχεια. Το χωνάκι, με τη μυτερή του άκρη, τις αιχμηρά κομμένες καμπύλες, το ανέμελα τυλιγμένο, δεν είναι παρά μια προστασία του άνθους. Όταν μαραθεί αυτό, συνήθως το λουλούδι πετιέται, ενώ μόνο τότε έχει ανθοφορήσει πλήρως.

 Θέλω να γδυθώ και να αγκαλιάσω όλες τις κάλλες.

Με συγκινεί αυτή η ζωγραφιά. Μέχρι πότε όμως δεν θα μου φτάνει η γνώμη μου;

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

"Γεια σας θέλω να κάνω μια μουσική επιλογή"

 Μια ιστορία ραδιοφώνων και φερεφώνων.

 Άκουγα πολύ ραδιόφωνο μεγαλώνοντας. Βέβαια έχοντας μεγαλώσει σε σπίτι που το κινητό έχει σήμα σε ορισμένα μόνο σημεία (θέλω μια συναρπαστική θεωρία συνομωσίας γι'αυτό το τρομερό φαινόμενο, και δεν θέλω Εβραίους Αμερικάνους Εξωγήινους, θέλω Σκανδιναβούς, να έχει και μια ποικιλία το πράμα. Η Νόκια νορβηγική είναι, θαρρώ, άλλως τε!) και για να μιλήσεις έπρεπε να βγεις έξω στο κρύο -φυσικά κι άρχισα το κάπνισμα, αναπόφευκτο ξαναθαρρώ- δεν είχα και πολλές επιλογές. Το ραδιοκασετόφωνο (ιδανική λέξη για κρεμάλα, Μαρούσκα γράφε) έπιανε τρεις σταθμούς και τους δύο με λίγη προσπάθεια, η κεραία ν'ακουμπάει στο καλοριφέρ φανταστείτε. Έναν "κεντρικό", που έβαζε και ειδήσεις και το πρωί είχε μόνο ενημερωτικές εκπομπές και τον βαριόσουν, έναν που έβαζε μόνο ελληνικά και μόνο του συρμού κι έναν σαν τον Λαβ, τον Κις, τον Γκάλαξι, φερστού εσείς τώρα. Ραδιόφωνο λοιπόν και διάβασμα (βιβλίων, όχι μαθημάτων. Τα μαθήματα μετά μουσικής απαγορεύονταν ένεκα "σε αποσπούν, ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνεις." Άνευ σχολίων.) για να περνάει ο καιρός και να περιμένω, πότε θα ξεκινήσει η ζωή η ρημάδα επιτέλους.

 Συχνά λοιπόν, άκουγες τον ντιτζέι/ραδιοφωνικό παραγωγό/άσχετο βυσματία να λέει με ψεύτικη βαριεστημένη μούτα: "Τηλεφωνήστε μας στο έτσι για τις δικές σας μουσικές αφιερώσεις, τις δικές σας μουσικές επιλογές".
 Κι εδώ σπάει το αυγό.
 Έπαιρνα τηλέφωνο και, μες στην ευγένεια, έδινα παραγγελιά: "Γεια σας θέλω να κάνω μια μουσική επιλογή." ...Παναγιά μου τι θυμάμαι βραδιάτικα! (Πρωινιάτικα κανονικά.)

 Ήμουν τόσο πολύ ψαρωμένο φυτό και συντηρητικούλι και στείρα ευγενικό, που δεν μου περνούσε καν να πω "Θέλω να ακούσω το...". Να ζητήσω να ακούσω ένα τραγούδι μου φαινόταν για κάποιο λόγο, όχι και πολύ μυστήριο έχω καταλήξει, τρομερά θρασύ. Προτιμούσα ν'ακολουθώ μια άλφα πεπατημένη να το πω; Μπορεί, γιατί δεν θυμάμαι να νιώθω άσχημα για τη διατύπωσή μου ΤΟΤΕ, ενώ τώρα λυπάμαι και θυμώνω, σε διάφορες αναλογίες, εξαρτάται τη διάθεση.
 Καλά, πώς δεν με είχε δουλέψει κανείς στο τηλέφωνο τότε, να μου χαλάσει το ήδη επί τρίχας κρεμάμενου κατασκεύασμα του εαυτού μου. Θυμάμαι μόνο σοβαρότητα, μια τυπικότητα, και μετά να μπαίνει το τραγούδι μου και να χαίρομαι. Χαιρόμουν που μου είχαν κάνει τη χάρη και έβαζαν το τραγούδι που με τόση περίσκεψη είχα επιλέξει.

 Θυμάμαι κολλήματα δύο: Το Αγοράκι Μου της Άντζυ Σαμίου, που το βίνδεοκλιπ είδα την προηγούμενη βδομάδα για πρώτη φορά και μου έφτιαξε τη διάθεση (στ'αλήθεια το θεωρώ απίστευτα φιλ γουδ φτιαγμένο, και φαίνεται ότι γελάνε και πειράζονται στ'αλήθεια) και το Για Των Ματιών Σου Το Χρώμα της Ελευθερίας Αρβανιτάκη, που παραμένει ακόμα αγαπημένο τραγούδι, τώρα ειδικά που κατάλαβα τους στίχους. Σε μια εκπομπή μάλιστα δεν είχαν δεχτεί να παίξουν τη μουσική μου επιλογή γιατί "δεν βάζω ποιοτικούς στην εκπομπή", τάδε έφη ραδιοφωνικός παραγωγός, όου γιες, και φυσικά ακόμα θυμάμαι τραγούδια όπως Με Κάνεις Να Χορεύω, Μη Με Παίρνεις Τηλέφωνο, α και τα άπαντα της Πάμε-Πάμελας-Έλα. Το δίσκο του Λεμπέση "Η αγάπη βλάπτει σοβαρά την υγεία" δεν τον αγόρασα τελικά γιατί τον βαρέθηκα από τα ραδιόφωνα. Ντουέτο με Βοσκόπουλο ("Φίιιιιλεεεε"), είμαι Τρελός Καουμπόι και τα μυαλά στα κάγκελα (και η μουσική παιδεία στον υπόνομο. Δεν έχει ανανήψει ιδιαίτερα.)-αλλά, αλλά, ήταν μια παρέα κι αυτό. Κάποια στιγμή θέλω να γράψω για τα πράγματα που κάνουμε "για παρέα", που όλα αναποτελεσματικά μου φαίνονται.

 Στο προκείμενο. Διατύπωνα όμορφα όμορφα τη μουσική μου επιλογή, έκανα κι ένα σταυρό και χαιρόμουν και χόρευα μες στο δωμάτιο -με κλειστή την πόρτα, αν έμπαινε κάποιος χωρίς να χτυπήσει, έβαζα φωνές της Κολάσεως. Μετά το ραδιόφωνο συνέχιζε, το έβαζα στο σλιπ και μου έκανε όνειρα γλυκά.
 Τα πράγματα άλλαξαν όταν άρχισε η καρδιά μου να μεγαλώνει και να κλοτσάει. Τότε ανακάλυψα τα σενάρια και τις ονειροπολήσεις που φτιάχνεις για να ζεις και να έχεις κάτι να σκέφτεσαι όσο περιμένεις τη ζωή σου να ξεκινήσει. Άκουγα λόγου χάρη Κοκκίνου; (Στο δίλημμα Θεοφάνους ή Φοίβος, ψήφιζα Φοίβος, γιατί ο Θεοφάνους μου φαινόταν ποιοτικός/σοβαρός/σοβαροφανής/τον βαριόμουν. Και φυσικά Βανδή, τι να λέμε τώρα.) Τσουπ, η φαντασίωση έτοιμη, είμαι εγώ και περπατάω και φοράω κάτι γαμάτα ρούχα και με βλέπουν και κάποια μαλακισμένα χωρίς να τα έχω δει εγώ και μένουν με ανοιχτό το στόμα όσο περπατάω με αέρα τουλάχιστον Το Μυστικό Της Βικτωρίας. Στο δεύτερο κουπλέ που η Κοκκίνου ψιλοηρεμούσε διακτινιζόμουν κάπου με το έτερον ήμισυ και μαλώναμε για άκυρο λόγο, ή και για σοβαρότερο, του στιλ "Όχι δεν θα σε συνοδεύσω στη δεξίωση του Πρέσβη γιατί όλοι με ζηλεύουν και με κοιτάνε στραβά και ΝΑΙ ΜΕΝ τους αποστομώνω εξαιρετικά πνευματωδώς και αυθωρεί και παραχρήμα αλλά στο τέλος κλαίω τις τουαλέτες πάντα" ή, συχνότερα, "Δεν θα ανεχτώ να με χτυπήσεις ξανά" (Είπαμε... Issues, DUH)/"Κόψε τα ναρκωτικά, σε καταστρέφουν"/Με παρατάει για να ζήσει μια έτοιμη ζωή αλλιώς οι γονείς αποκληρώνουν, κι άλλα τέτοια ανθηρά και μελοδραματικά ευχάριστα. Στο δεύτερο ρεφρέν, αν δεν είχα ξεχαστεί να τραβάω το σενάριο μέχρι να βρω την επόμενη τρύπα του, συνήθως φώναζα κι έκλαιγα (Κοκκίνου. Εγγύηση!) εκεί ενώπιον του ετέρου ημίσεως φυσικά, με πόνο και πάθος. Στη γέφυρα πάντα βολόδερνα σαν την καλαμιά στον κάμπο, πάντα στιλάτη η καλαμιά δε, και αντικρίζω τον κόσμο σαν να μην τον έχω ξαναδεί και άλλα τέτοια σαπουνοπερετικά, μέχρι που το τελειωτικό ρεφρέν, που συχνά το λέγανε 2 φορές για εμπέδωση, αφενός μου αποκάλυπτε ένα τρομερό μυστικό-ανατροπάρα χολιγουντιανή (Συνήθως κερατωνόμουν, αλλά και καμιά βαρβάτη ασθένεια έπαιζε πολύ), αφετέρου μάζευα τα κουρέλια της αξιοπρέπειάς μου κι  έφευγα, αφήνοντας μόνο ένα περιφρονητικό βλέμμα που θα ψάρωνε και η Άννα Γουίντουρ. Πάντα μες στο στιλ εννοείται. Και περνούσε ο καιρός, κι εγώ σαν να είχα συνηθίσει την ζωή που ζούσα μέχρι ν'αρχίσει η κανονική ζωή.

 Κατόπιν, ανακάλυψα τις ξενόγλωσσες  μπαλάντες. Βέεεβαια! Και φυσικά ψάρωσα, απολύτως αναμενόμενο, και υπήρχε μια μεγάλη περίοδος που θεωρούσα τις μπαλάντες ΌΛΕΣ υπέροχα τραγούδια. Απολύτως επίσης αναμενόμενο, σχεδόν όλες τις θεωρούσα βαρετές. Ας όψεται το Γιάτρεψε Την Καρδιά Μου, της Τόνι Μπράξτον, διαχρονικό τραγούδι, και να φανταστείτε στην αρχή δεν ήθελε να το πει. Την παρακάλαγε η Νταϊάν Γουόρεν, που έχει γράψει ένα κάρο σουξέ, ψάχτε την άμα σας αρέσει το Δεν Θέλω Να Χάσω Ούτε Ένα Πράγμα των Έιροσμιθ. Οπότε ξανάρχισαν οι δειλές μουσικές επιλογές. Λευκή Σημαία της Ντάιντο, Όλα Μου της Μαράια Κάρ(ε)ι, και φυσικά Πάντα Θα Σ'Αγαπώ της Γουίτνι Χιούστον της μακαρίτισσας. Να πω εδώ πως όταν είχε βγάλει τον δίσκο ανάνηψης, το Σε Κοιτάζω, αφενός πάτωσε, αφετέρου όλοι το θάψανε (ούτε εμένα μ'άρεσε, τέσσερα τραγούδια μ'άρεσαν) ενώ ήταν πολύ καλύτερα, και με τη φωνή το πάλευε, και κορμάρα είχε και την επεδείκνυε κοφτά και εφαρμοστά. Όταν πέθανε, αμέσως λαϊκό σύθρηνο, και να σπεύσουν να ξανακούσουν το Πάντα, που είναι κι άλλης ε, ενώ τα Που Πάνε Οι Καρδιές Όταν Πεθαίνουν, Είμαι Κάθε Γυναίκα, Πώς Θα Ξέρω δεν τους έλεγαν τίποτα. Εγώ όταν άκουσα το Δεν Έχω Τίποτα ξέχασα το Πάντα, φανταστείτε. Έχασα ξανά τον ειρμό, αλλά δεν είναι και τιμαλφές, θα ζήσω κι εγώ κι αυτός.
 Μαζί με τις μουσικές επιλογές, ξεκίνησαν και οι αφιερώσεις. Βέεεεβαια...
 Έστελνα μήνυμα: "Το Λεπιδόπτερον αφιερώνει στο Έτερον Ήμισυ το Πάντα της Γουίτνι". Κι έπαιρνα τον πούλο. Ίσως έφταιγε η επιλογή των ονομάτων, δεν χρησιμοποιούσα φυσικά το Λεπιδόπτερον, ούτε αποκάλυπτα το ούτως ή άλλως πλαστό Έτερον Ήμισυ, έβαζα ψεύτικα ονόματα. Δεν άκουσα ποτέ το Πάντα Θα Σ'Αγαπώ στον παρακμιακό σταθμό, ενώ είχα στείλει πέντε φορές μήνυμα. ( Είχα επιμονή, αν μη τι άλλο.) Κι έτσι δεν το άκουσε ούτε το Έτερον Ήμισυ και έτσι εξηγείται που δεν ήρθε ποτέ. Βέεεεβαια.

 Και ο καιρός περνούσε με τα σενάρια και τις ονειροπολήσεις κι αν μη τι άλλο, είχα εξερευνήσει λίγο τις μουσικές μου επιλογές, και Κόκκινες Καυτερές Πιπεριές Τσίλι ζήτησα ν'ακούσω, και Ζαχαρομωρά (τέλειος δίσκος ο "Άγγελοι με βρόμικα πρόσωπα") αλλά εντωμεταξύ έμαθα και να οδηγώ. Και ανακάλυψα, ω Θεοί ξεχασμένοι που με θυμάστε, πόσους πολλούς σταθμούς μπορείς να πιάσει η κεραία του αμαξιού...
 Έχετε νιώσει τη χαρά να οδηγείς σε ερημικό δρόμο, να μην υπάρχει κίνδυνος, να επιταχύνεις λιγάκι για πλάκα, και να ακούς ένα αγαπημένο τραγούδι που πέτυχες τυχαία στο ραδιόφωνο; Ευτυχία, όχι μερέντες και σεξ και λεφτά που ακούω. Τι ευτυχία. Και να διαπιστώνεις πώς και πώς σου αρκεί αυτό, εσύ και το αμάξι σου και τα τσιγάρα σου και το τραγούδι σου αρκούν για μια χορταστική, ζουμερή στιγμή ευτυχίας. Χωρίς το Έτερον Ήμισυ. Και χωρίς σενάρια. Και χωρίς να κάνω μουσικές επιλογές.

 Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Συνέχισα ν'ακούω ραδιόφωνα, και να διευρύνω το φάσμα μου, μαζί με Βανδή φυσικά. Κι έμαθα να ξεχωρίσω τις μπαλάντες με βάση αν μ'αρέσουν κι όχι αν είναι καλές ή αν είναι δημοφιλείς. Νιώθω μεγάλη περηφάνεια γι'αυτό μου το κατόρθωμα. Συνεχίζω ωστόσο να φτιάχνω σενάρια και να περιμένω τη ζωή μου να αρχίσει. Το Έτερον Ήμισυ δεν εμφανίστηκε-ακόμα.

 Ξέρω πως θα έρθει όταν βρω το έτερον ήμισυ που έχω χάσει εκεί μέσα στο κατασκεύασμα του εαυτού μου. Αλλά η γνώση αυτή, μάλλον ακριβά πληρωμένη ειρήσθω εν παρόδω, δεν με παρηγορεί στο ελάχιστο.

 Οπότε... απόψε/σήμερα θα κάνω μια μουσική αφιέρωση στο Έτερον Ήμισυ. Δεν θα την ακούσει, δεν υπάρχει οπότε μάλλον δεν θα το πειράξει. (Εμένα με πειράζει, αλλά έχω ψιλοσυνηθίσει.)

 Σελίν Ντιόν
Με σαγηνεύει

Όλα τα πράγματα που είσαι
Όλα τα πράγματα που θα γίνεις
Αγγίζουν την αγάπη
Τόσο βαθιά εντός μου.
Κάθε αναστεναγμός το βράδυ
Κάθε δάκρυ που κλαις
Με σαγηνεύει.

Και όλα τα πράγματα που είμαι
Κι όλα τα πράγματα που θα γίνω
Δεν σημαίνουν τίποτα
Αν δεν μπορείς να είσαι μαζί μου.
Το πιο αθώο σου φιλί
Ή το πιο γλυκό σου χάδι
Με σαγηνεύει.

Δεν με νοιάζει για το αύριο
Έχω παραιτηθεί απ'το χτες
Εδώ και τώρα, αυτό μετράει
Ακριβώς εδώ μαζί σου θα μείνω.

Όλα τα πράγματα σ'αυτόν τον κόσμο
Κάθε φωνή μες στη νύχτα
Κάθε μικρή ομορφιά
Καθρεφτίζεται και λάμπει μες στα μάτια σου
Κι όλα αυτά που είναι εσύ
Γίνονται μέρος μου
Γιατί ό,τι κάνεις
Με σαγηνεύει.

Κι αν πεθάνω αύριο
Θα φύγω με χαμόγελο στο πρόσωπο
Θα ευχαριστήσω το Θεό που σε γνώρισα
Θα πέσω στα γόνατα
Για όλο τον έρωτα που κάναμε.

Κάθε αναστεναγμός το βράδυ
Κάθε δάκρυ που κλαις
Με σαγηνεύει
Με σαγηνεύει
Κι όλα αυτό που κάνεις
Με σαγηνεύει.


Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

"Τώρα γνωριζόμαστε..."

 Απόψε με προσέγγισε ένας σκύλος.

 Απόψε το περίπτερο δεν είχε τον καπνό μου, οπότε περπάτησα στα τυφλά "προς τα πάνω" για να βρω περιπτέρι ή μίνι μάους μάρκετ γιατί το πρωί χρειάζομαι δυο τσιγάρα με τον καφέ. Άσχετο. Και ήταν όμορφα, δεν έβρεχε, δεν έκανε κρύο και μύριζε όμορφα. Η πόλη τη νύχτα αποσταίνεται, δεν υπάρχει κάτι άλλο, περνάει τις τελευταίες ώρες ράθυμα και κεφάτα. Η μοναξιά ευνοεί και ευνοείται τέτοιες στιγμές.

 Νωρίτερα, περίμενα 25 λεπτά το λεωφορείο να έρθει, και ήταν σπαστικό γιατί από Κάνιγγος περνάνε πολλά λεωφορεία και περάσανε όλα εκτός του δικού μου. ("Του δικού μου", λες κι είμαι η Κάρι!...)
Ένα πρεζάκι στεκόταν δίπλα μου όλη την ώρα, και βασικά δεν κατάλαβα ότι ήταν χρήστης πρεζάκι μέχρι που ήρθε ένα ταξί σπινιάροντας και σταμάτησε εκεί δίπλα και το άτομο άρχισε να μιλάει στον ταξιτζή με δυνατή και μασημένη φωνή. Κάτι σαν "γιατί τρέχεις", δεν κατάλαβα καλά, είχα και τα ακουστικά. Ο ταξιτζής αγρόν ηγόρασε, άλλωστε δεν τον άκουγε, και το άτομο ήταν μακριά και δεν εστίαζε γενικά. Φορούσε γυαλιά χωρίς σκελετό, από αυτά που φοράνε οι καθηγητές πληροφορικής και οι υπάλληλοι που ντύνονται από το Massimo Dutti και νομίζουν ότι ψωνίζουν από το Βάρδα. Είχε ένα καστανόξανθο μακρύ απεριποίητο μούσι και φορούσε ένα μπεζ μπουφάν. Και σκούφο, θαρρώ. Όταν κατάλαβα ότι είναι πρεζάκι αυτόματα έφυγα από δίπλα του και πήγα δύο βήματα παρακάτω και δεν ντράπηκα γιατί το έκανα αυτόματα, χωρίς να το σκεφτώ. Μετά το άτομο διέσχισε το δρόμο πολύ απρόσεχτα κι αργά, περπατούσε σαν να περπατούσε σε γρασίδι, κοιτούσε μόνο μπροστά κι ήταν πολύ τυχερός που δεν περνούσαν καθόλου αμάξια εκείνη τη στιγμή. Γιατί ξέρετε το δρόμο στην Κάνινγκος, είναι πολύ πλατύς και περνάνε συνεχώς λεωφορεία αυτοκίνητα τρόλεϊ πατίνια. Και μετά τον έχασα, δεν τον είδα, και αισθάνθηκα λίγο τσίμπημα σαν ευθύνη ενώ αλίμονο, δεν έφυγε το παιδί επειδή εγώ μετακινήθηκα. Αλλά λίγο ντρέπομαι ακόμα.

 Νωρίτερα ακόμα σε χαιρέτισα στην Ομόνοια, εγώ επέμενα να σε συνοδέψω μέχρι το λεωφορείο σου αλλά εσύ δεν δέχτηκες οπότε απλά σε ρώτησα πού θα πας. "Ένα, δυο στενά και μετά στρίβω δεξιά." Όπότε σε αγκάλιασα και σε φίλησα στο μάγουλο και σου είπα "Σ'ευχαριστώ πάρα πολύ, μου άρεσε πολύ που συζητήσαμε." Και σε κράτησα λίγο παραπάνω στην αγκαλιά μου. Νομίζω ότι κι εσύ με φίλησες, δεν θυμάμαι. Και κάτι απροσδιόριστο μου είπες, δεν θυμάμαι, γιατί κοίταξα τα μάτια σου και ή συγκινήθηκες λιγάκι ή το θεώρησες λιγάκι υπερβολικό, δεν μπορώ να ξέρω ακόμα. Και φεύγοντας μου είπες "Πρόσεχε". Και σε κοίταξα να περνάς τη διάβαση και περίμενα ότι μπορεί να γύριζες να με κοιτάξεις, αλλά δεν γύρισες.

 Τελειώσαμε το φαγητό κατά τις εφτά και, υπήρχε χρόνος για μια βόλτα στην Ερμού, να συνεχίσουμε σιγά σιγά τη συζήτηση μέχρι να ξεθυμάνει από μόνη της. Ανοιχτά κάποια μαγαζιά, ελάχιστος κόσμος ("Η καλύτερή μου,να περπατάω μόνος μου σε δρόμους με πολύ κόσμο και να τους κοιτάω και να με κοιτάνε και μέχρι εκεί, σαν ντεκόρ" είπες-και γέλασες. "Είναι καλύτερο από το να μην αντέχεις καν σαν ντεκόρ τους ανθρώπους!" είπα ψιλοκαγχάζοντας-αλλά χωρίς να γελάω. Ούτε συ γέλασες.) "Πήγες στα μαγαζιά την Κυριακή; Ή αντιστάθηκες;" και βέβαια δεν περίμενες ότι θα αντιστεκόμουν, κάνεις πλάκα με τα κλισέ μου, εγώ δεν μπορώ. Ακόμα. Είχα πάει στα μαγαζιά την Κυριακή, αλλά επειδή δεν άντεχα να κάτσω μες στο σπίτι, η βόλτα στα μαγαζιά απλά έκατσε, δεν ήξερα περί Αντίστασης κουτουλού, δεν πρόλαβα να στο πω, δέχτηκα το κλισέ μου. "Γινόταν της πουτάνας! Μιλάμε, χαμός στο ίσωμα από κόσμο." Δες αυτό το πουκάμισο, δες αυτά τα παπούτσια, εδώ έχει προσφορές, σε τράβηξα μέσα. Ούτε πέντε λεπτά δεν κάτσαμε, δεν είχες όρεξη να δεις, να ψωνίσεις τίποτα. Περπατήσαμε από Αιόλου χαζογελώντας, στο δρόμο πέτυχα με την άκρη του ματιού μου μια φάτσα που την ήξερα, δεν χαιρετιχτήκαμε, δεν γούσταρα, δεν μπορώ βασικά, όχι δεν γουστάρω. Ένα μέρος μου μικρό χάρηκε που με είδε μαζί σου, άσχετα αν η φάτσα παίζει να μη με θυμάται διόλου, εγώ παραμύθιασμα θέλω και το φτιάχνω, είναι στο μυαλό μου οπότε δεν βλάπτει κανένα. Ίσως μόνο εμένα, αλλά γι'αυτό αποφασίζω αποκλειστικά εγώ και όχι δεν με βλάπτει. Ή αν με βλάπτει είναι μόνο δικιά μου δουλειά, άει στο διάολο που μου'χουνε και άποψη για την ωφέλεια των πράξεών μου στον ίδιο μου τον εαυτό.

 "Κάνει φοβερά μακαρόνια αλ ντέν-τε." Ευτυχώς δεν είπα ότι στα εστιατόρια δεν παραγγέλνω ποτέ μακαρόνια γιατί τα φτιάχνω εγώ καλύτερα σπίτι μου. Ήταν τέλεια. Πραγματικά. Και η σαλάτα ολόφρεσκια. Πλήρωσες εσύ. Δεν σε εμπόδισα ξανά, με φτιάχνει και ντρέπομαι γι'αυτό. Πραγματικά. Κι εύχομαι να μην με παρεξηγήσεις γι'αυτό τον ηλίθιο λόγο. Γι'άλλους οκέι, αλλά όχι για το ποιος αναλαμβάνει λογαριασμό. Ο σερβιτόρος έφερε ψωμί σε μια χαρτοσακουλίτσα κι ένα τεράστιο εφετζίδικο μύλο με πιπέρι. Το πιπέρι δεν το τιμήσαμε, ψωμί έφαγα μόνο εγώ. "Δεν τρως ψωμί;" "Όχι, σπάνια τρώω με το φαϊ, θα φάω σκέτο, ή με τυρί. Ψωμοτύρι." "Εγώ δεν μπορώ να φάω χωρίς ψωμί." Και τα ψωμιά στους φούρνους είναι μαλακία, σαν σφουγγάρια, και το σπιτικό είναι τούμπανο, και ένιωθα άνετα που είχα εκτεθεί γιατί ξέρω ότι μπορώ να σ'εμπιστεύομαι, το ξέρω ότι μπορώ να σε εμπιστεύομαι και δεν αισθάνθηκα άσχημα για τα όσα σου είχα πει και ούτε ένιωσα ότι μ'άκουγες από οίκτο. Και συνέχισα να σου μιλώ και να μου μιλάς και συζητούσαμε. "Δεν θέλω να με προσεγγίζουν για το σώμα μου, δεν θέλω, δεν αντέχω να πρέπει να παρουσιάσω το σώμα μου σαν πόλο έλξης, σαν διαφήμιση." Και ποιος να με πάρει στα σοβαρά που τα λέω αυτά και τα πιστεύω, σαν δευτεραγωνίστρια τριτοξαδέρφης εφηβικής νουβέλας. Αλλά τα πιστεύω, άρα ισχύουν.
"Αλλά; Για ποιο πράγμα να σε προσεγγίσουν;" Πρόσεξε. Δεν είπες "Για ποιο πράγμα θέλεις να σε προσεγγίσουν" ούτε "Νομίζεις ότι μόνο γι'αυτό σε προσεγγίζουν;" "Για... το πνεύμα μου... τα συναισθήματά μου. Απ'το σώμα μου, άντε για τα μάτια μου, που δείχνουν τη διάθεσή μου, και έχουν αυτή τη σχισμή που τα κάνει αμυγδαλωτά." Έχω αμυγδαλωτά μάτια. Μου αρέσουν πολύ τα μάτια μου. Πώς δεν με έβρισες, τώρα που τα γράφω. Δικαιολογημένα. Τι αντιφάσεις! Σωστά. Έτερον εκάτερον. Με άκουσες. Και μου μίλησες κι εσύ. "Βγάζεις μια άλλη εικόνα προς τα έξω." Δεν τη βγάζω εκουσίως, τις περισσότερες φορές. Αλλά η δύναμη της έξης. Γαμώ τα νεύρα μου, για τα δικά μου μόνο εγώ φταίω και μόνο εγώ μπορώ να τα λύσω.

 Και τον καφέ πριν το φαγητό κέρασες. Και δεν αντιστάθηκα έντονα. Γαμώ τα μυαλά μου. Πέρασα τόσο όμορφα! Δεν το περίμενα να περάσω ωραία σε καφέ με δυνατή μουσική κι ένα κάρο πιτσιρίκια με ισιωμένες φράντζες. Η σερβιτόρα ευγενέστατη, ο καφές άνω του μετρίου. Ο μπέιμπι, μπέιμπι... άι γουόζ άι σαπόουζ... του νόου... Δεν είχαμε βγει ποτέ τα δυο μας. Ευκαιρία ήταν. Άντε να περπατάς στα Εξάρχεια να βρεις κάπου να πιεις καφέ, όταν έχεις να πατήσεις τρία χρόνια! Πορ ντιός, μ'αρέσει που μιλάμε για τις ζωές μας χαλαρά και λες "Αυτό που με κρατάει στη ζωή είναι η βεβαιότητα πως με χρειάζονται κάποιοι άνθρωποι" και απλά σε κοιτάζω γιατί δεν έχω τι να σου πω και μ'αρέσει που σε κοιτάζω γιατί νιώθω ότι σου κάνει καλό, απλώς να σε κοιτάζω, από το να σου πω κάτι άσχετο και ακίνδυνο. Πόση ζωή έχεις περάσει! Βλέπω τις φωτογραφίες σου στο κινητό και τις σχολιάζω δηκτικά και διασκεδαστικά. "Πρέπει να έρθεις σπίτι μια μέρα και να παίξουμε τα μοντέλα!" Γελάς. Σε κάνω να γελάς. Χαμογελάω όταν σε βλέπω να γελάς.

 Ξύπνησα στις 10 και. Φυσούσε... Ήξερα ότι είχαμε ραντεβού στο κέντρο κατά τη μία. Ωστόσο, απλά γύρισα πλευρό. Ξύπνησα για τα καλά στη μία παρά. Είδα τα μηνύματά σου. Δεν θορυβήθηκα. Δεν σηκώθηκα. Μέχρι που με πήρες τηλέφωνο και προσποιήθηκα ότι μόλις ξύπνησα. "Ξύπνα με την ησυχία σου, και αν δεις ότι δεν σε καταβάλλει ο καιρός, σε περιμένω." "Βρέχει;" ρώτησα σαν το ηλίθιο. "Έ, έχει μια καταιγίδα, μια νεροποντή." Μια νεροποντή την είχε. Ντύθηκα και ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ξαφνικά δεν ήθελα να περιμένεις, ένα περίεργο πράμα.



 Και απόψε, γυρίζοντας σπίτι μου, περπάτησα λίγο παραπάνω. Εκεί που στάθηκα σε μια βιτρίνα, ήρθε ένας σκύλος. Ένα μεγάλο σκυλί με μυτερή μουσούδα κι αυτιά, με κάτασπρη παχιά γούνα. Δεν είχε λουράκι, αλλά ήταν δυνατό τέτοιο όμορφο σκυλί να ήταν αδέσποτο; Του χαμογέλασα. Ήρθε σιγά σιγά κοντά μου, σαν να κούτσαινε, δεν ήξερα. Με κοίταξε, το σκασμένο, και με πλησίασε κι άλλο. Τα μάτια του είχαν δάκρυα, αυτά τα βρόμικα ρυάκια, πώς τα λένε. Και το χάιδεψα στο κεφάλι και στο σβέρκο. Είχε όμορφη, απαλή γούνα, πολύ περιποιημένη. Αποκλείεται να ήταν αδέσποτο! Δεν μαδούσε, δεν μύριζε... Ωστόσο, γιατί κούτσαινε; Γιατί είχε βρόμικο το πρόσωπό του;
 Έφυγα. Κοίταξα μήπως με ακολουθήσει, όπως συχνά κάνουν τα αδέσποτα. Δεν με ακολούθησε. Ένα πολύ όμορφο σκυλάκι με πλησίασε και μπορεί να πεινούσε ή να ήθελε γιατρό κι εγώ μόνο το χάιδεψα. Θα με στοιχειώσει αυτή η βραδιά, το ξέρω.

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

"Καλή σου σπέρα" (τάδε έφη Ελεωνόρα)

 Το σαβουάγ βιβγ του στριμόκωλου: Μετά τις 12 μεσημβρίας, λέμε "καλησπέρα", αλλιώς ο στριμόκωλος κοιτάει επιτιμητικά (και αν δεν συμμορφωθείς, θα στην πει κιόλας, έκπληκτος που δεν έχει ιδρώσει το αυτί σου ακόμα.)
 Και τι κάνεις όταν ξυπνάς στις 12 ΚΑΙ;

 ...Τελικά πρέπει να το πάρω απόφαση, πρωί πρωί με την αυγούλα δεν το'χω, καλύτερα μου πάνε τα μαύρα μεσάνυχτα με τα ξωτικά, και είναι φοβερό γιατί έτσι πάει χαμένη η μισή μέρα. Αυτό είναι το βασικό επιχείρημα του ξύπνα από τις εφτά. Και είναι εφαρμόσιμο, αλήθεια, ξυπνάς με την ησυχία σου, τρως με την ησυχία σου, κάνεις γυμναστική με την ησυχία σου -κι όμως υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι! Έξι- και πας στη δουλειά σου με την ησυχία σου. Από κει και μετά φαντάζομαι η ησυχία σου πάει περίπατο.

 Γιατί είμαι τζόμπλες. Σιγά το πράμα,Συνηθισμένη πλην δυσάρεστη κατάσταση βεβαίως. Αλλά ρε γαμώτο και που ξυπνάς στις 12 ΚΑΙ, δεν έχασε η Βενετιά βελόνι.

 Χμμμ! Και πες ότι ξυπνάω στις εφτά, άντε στις οχτώ, πάντα με την ησυχία μου, πλένω τα μούτρα μου με την ησυχία μου, πίνω καφέ και καπνίζω με την ησυχία μου. Μετά; Τι να κάνω τόσες ώρες με την ησυχία μου;

 Ντρέπομαι, είναι αλήθεια, και ντρέπομαι πιο πολύ για την αδράνεια, τόσο που αν συνεχίσω την πρόταση με "αλλά", ακούω κατευθείαν ένα μαστίγιο να κάνει κρακ μουρμουρίζοντας σιγά και πεντακάθαρα: -Δικαιολογίες, μάι ντίαρ Λεπιδόπτερον. Elementary, my dear Moth!

 Οπότε, σκύβουμε το κεφαλάκι, και δεχόμαστε την αποδοκιμασία -ποιου; Ποιος με αποδοκιμάζει; Εγώ φυσικά. Εγώ, το potential me συγκεκριμένα, που θα μπορούσε, έστω και τζόμπλες, να σηκώνεται νωρίς, να κάνει γυμναστική, να τρώει κάτι γιατί μου χρειάζεται και να καπνίζει λιγότερο.

 Αλλά αντί γι' αυτό, εγώ μόλις έβαλα κι άλλο καφέ. Και δεν πολυντρέπομαι, μεταξύ μας.

 ...Βλέπεις, φοβάμαι πως και να τα κάνω όλα αυτά, πάλι λος πούλος θα πάρω, οπότε why bother, που λένε και στο χωριό σας στην Αριζόνα;
 Και ναι, τίποτα δεν χάνεται, για σένα τα κάνεις, μην περιμένεις αναγνώριση κουτουλού κουτουλού. Όλοι που τα λένε αυτά δυνατά και τα διακηρύττουν με πάθος και απόλυτη πίστη, είναι εκείνοι που ψάχνουν λυσσασμένα αποδοχή και αναγνώριση και μετράνε τα λάικ τους και νιώθουν ασφάλεια στο ρεύμα τους που είναι όλοι οι άλλοι. Εγώ δυστυχώς έχω αρκετή αγένεια ώστε να απορρίπτω τέτοιους ανθρώπους συλλήβδην και να σνομπάρω τις πρακτικές των. Μου φαίνεται τρομακτικά αγχωτικό, να πρέπει να είσαι mainstream όλη την ώρα, να προσπαθείς όλη την ώρα να είσαι ιδρυτικό μέλος της ομάδας, και να κοιτάζεις αφ' υψηλού τα υποκειμενάκια σαν του λόγου μου που γράφουν κειμενάκια για να δώσουν κι άλλες δικαιολογίες στην τεμπελιά των.

 Ούτε καλημέρα, ούτε καλησπέρα. Ένα νεύμα, άντε κι ένα μασημένο "καλά;" που δεν περιμένει απάντηση.

 Και σκέφτομαι, εάν δεν ήμουν τζόμπλες, και σηκωνόμουν με την αυγούλα, θα έμπαινα κι εγώ στο στίβο δημοφιλίας; "Μα δεν υπάρχει μόνο αυτό, πώς τα ισοπεδώνεις όλα;" Συγγνώμη, ο καθένας μια δικαιολογία ψάχνει για να είναι απόλυτος, και διαλέγουμε αυτά που μας βολεύουν, οπότε ξεκαβάλα! Αν δεν ήμουν, λέγω, τζόμπλες, θα έλεγα καλημέρα και σ'αυτούς που ξυπνάνε στις 12ΚΑΙ;

 Ο τζίτζικας κι ο μέρμηγκας, τα δυο βουνά μαλώναν. Φααααακ.

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Ντισκουέαρντ

Να ξεκαθαρίσω εξ' αρχής: Δεν μου αρέσουν οι DSquared2.

(Και με αυτό τον εντυπωσιακό εναρκτήριο αφορισμό, φαίνομαι σαν τον Γκρινιάρη το στρουμφάκι: "Μου τη δίνουν οι DSquared2!" Καλύτερα.)

Ο Ντιν κι ο Νταν (ντιν νταν!) είναι δίδυμοι ομοζυγωτικοί (δηλαδή, ολόιδιοι) Καναδοί μεν Ιταλοί δε λόγω πατέρα Ιταλού και, κυρίως, λόγω επιχειρηματικής βάσης. Στο μυαλό μου τους είχα για εντελώς Ιταλούς, σε επίπεδο "εκεί που έφτυσαν ο Ντομένικο κι ο Στέφανο, φύτρωσαν οι Ντιν Νταν"-και όταν διάβασα ότι είναι καναδογεννημένοι κι αναθρεμμένοι, σκέφτηκα ότι αυτή η κουλτούρα τους δεν φαίνεται πουθενά. Μετά σκέφτηκα γι' άλλους Καναδούς σχεδιαστές, αλλά θυμήθηκα μόνο τον Jason Wu, που γεννήθηκε στην Ταϊβάν και μεγάλωσε στον Καναδά και σπούδασε στο Τόκυο και έστρωσε καριέρα στη Γαλλία κι έγινε γνωστός ράβοντας φουστάνια για την πρώτη κυρία των Ηνωμένων Πολιτειών (αυτό είναι που λέμε, τελικά, διεθνής καριέρα...;)-α, και έβγαλε λεφτά σχεδιάζοντας ρούχα για κούκλες. Αυτό το βρίσκω από παραξενούτσικο έως ανατριχιαστικό, δικό μου θέμα, κι όχι δεν έχω δει κανένα Τσάκι. Πέραν του Τζέισον άλλον Καναδό δεν θυμόμουν, το κοίταξα λίγο στη Βικιπαίδεια και δεν ήξερα κανένα. Θα μου πεις τώρα, σοβαρές πηγές έχεις, και θα 'χεις απόλυτο δίκιο: η εν λόγω ιστοσελίδα αναφέρει την Avril Lavigne ως σχεδιάστρια μόδας. 

Επανέρχομαι στα διδυμάκια. Ξεκίνησαν κουτσά στραβά, όπως ξεκινάνε όλοι, δουλεύοντας για άλλους. Σιγά το πράμα, εδώ κοτζάμ Αλμπέρ Ελμπάζ δούλευε για μπουτίκ τύπου "Αντωνία" (απ' τα καταστήματα που πας και λες: "Είμαι η αδερφή της συνυφάδας της ξαδέρφης του κουμπάρου, τι μου προτείνετε;"), αλλά οι ΝτινΝταν δουλέψανε και για τη Diesel, για παράδειγμα, που τους βοήθησε να στήσουν το δικό τους τσαντίρι-κι έκτοτε αποτελούν αντίπαλο δέος, μπουά-χα-χα. Έκτοτε, από το 1995 δηλαδή, ράβουν αντρικά ρούχα, το 2003 μπήκαν και στα γυναικεία.

Κι εδώ πάμε στην πρώτη παρατήρηση. Έχω πετύχει ένα κάρο άντρες να φοράνε Dsquared, αλλά μόνο μια γυναίκα. Παράξενο; Μπα, λέμε σε πρώτη ανάλυση.
Δεύτερη παρατήρηση: Όσους έχω πετύχει, αυτό το κάρο που είπα, κάνουν μπαμ ότι φοράνε Ντισκουέαρντ (έτσι προφέρεται, φυσικά)-ακόμα και στις σπάνιες περιπτώσεις που δεν φοράνε ρούχα ή παπούτσια με το τεράστιο λογότυπο. Σπάνιες, είπα; Τρεις, συγκεκριμένα. 
Τρίτη παρατήρηση: Ως λάτρης των στοκατζίδικων, ξεπουλημάτων και τα λοιπά, τα DSquared (2) βρίσκονται παντού, ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια. Μαζί με τα Cavalli, αποτελούν συνήθως τους κράχτες "ελάτε κι εδώ, έχουμε μάρκες, εδώ τα καλά ρούχααα!" και λειτουργούν μάλλον σαν διαπιστευτήρια τύπου "εμείς είμαστε σοβαρό κατάστημα και φέρνουμε επώνυμα προϊόντα." Κι εξαιρετικά κακόγουστα, συμπληρώνω εγώ.

Προχωρώντας στη δεύτερη ανάλυση (δεν κρατιέμαι, μου ξέφυγε η κακία πριν, είδατε) να δείξω:
Αυτό είναι το μπροστά, για να καταλάβετε.
Κι αυτό είναι το πίσω, για να καταλάβετε καλύτερα.

Ενώ λοιπόν αυτό το είδος το ιδιότυπο βρίθει στη νεοελληνική καφετέρια και πλαζ, δυστυχώς αυτό:
...δεν βρίθει. Έμφαση στο παπούτσι, παρακαλώ.

Αυτό που μου τη σπάει στους Ντιντάν και σε αυτούς που τους αγοράζουν είναι αυτή η φοβερή αντίφαση. Απ' τη μια το ίδιο το δίδυμο πλάσαρε απ' την αρχή μια flamboyant (ξώχαρη), παιχνιδιάρικη (χαζοχαρούμενη), εντυπωσιακή (βαρετά φανταχτερή) διάθεση και τάση και δημιουργία, απ' την άλλη υπήρχαν πάντα κομμάτια, σε δίκαιη αναλογία, καλοφτιαγμένα και γουστόζικα και θα-τα-φοράω-μέχρι-να-λιώσουν. Τα οποία όμως δεν ξεχώριζαν (καλό για τη δικιά μου γνώμη, αλλά για το αγοραστικό κοινό τους μάλλον αναγκαίο κακό.) και ήταν περισσότερο σαν απόδειξις "εμείς είμαστε σοβαροί ντιζάινερς απλά επιλέγουμε να μην παίρνουμε τον κόσμο της μόδας και τόσο σοβαρά."
Αλεπού και κρεμάστρες. (Κάτι τέτοια έλεγε κι ο Γκοτιέ, έφτιαχνε συλλογές με το σκεπτικό "η μόδα πρέπει να εντυπωσιάζει τους απλούς ανθρώπους", ένα αντρικό κάπρι καθιέρωσε που από χρόνια θεωρείται πλέον ΤΟ κακόγουστο πράγμα και κατέληξε να σχεδιάζει μπλουζοφούστανα για τη Γιουροβίζιον και το εξώφυλλο για το "νέο δίσκο της Νάνας Μούσχουρη, αυτή την Κυριακή δώρο μαζί με την εφημερίδα".) Με εκνευρίζει που ο κάθε λαπάς (bitch mode on) που φοράει ας πούμε:
ΑΥΤΌ ΤΟ ΠΡΆΓΜΑ, με το εφέ ακράτειας και τα στενά μπατζάκια,
νιώθει ότι μπορεί να πάει και σε γάμο ας πούμε, γιατί αυτή δεν είναι μια απλή φόρμα (συμφωνώ, είναι μια απαίσια φόρμα), είναι φόρμα ντισκουέαρντ.
Δεν τίθεται θέμα γούστου κι αισθητικής, αλλά δεν αντέχω τη αρχοντοχωριατιά του σκεπτικού "Δίνω 120 ευρώ για μια φόρμα που δεν πάει σε άνθρωπο επειδή μπορώ, και θα τη φοράω όπου θέλω επειδή μπορώ, γιατί είμαι και ο μέγας αλιτήριος που δεν μπορεί τα στημένα και είμαι χυμαδιό και θα πάω στο κλαμπ με τη φόρμα γιατί τα έχω σκάσει και άρα είμαι πολύ μοδάτος". (bitch mode still on, as you can see)
Ειδικά γι' αυτές τις φόρμες έχω τεράστια αποθέματα κακίας. Γενικά δεν συμφωνώ με την άποψη "το σωστό ρούχο σε κολακεύει" (μεγάλη συζήτηση, άλλη ώρα), αλλά αυτές οι φόρμες όχι δεν κολακεύουν, αλλά αδικούν κατάφωρα. Μου έχουν πει ότι είναι άνετες, μπορεί, δεν έχω δοκιμάσει (και δεν προτίθεμαι)-ειδικά για άντρες πιο μπαμπάτσικους. Μια χαρά. Πάνω απ' όλα να είμαστε άνετα. Αλλά γιατί φορώντας αυτό το πράγμα έχουν την αίσθηση ότι είναι και τρέντι και μοδάτοι και στιλάτοι-ελκυστικότεροι, δηλαδή; 
Γιατί είναι ντισκουέαρντ. Αν ήταν δηλαδή το ίδιο σχέδιο, ξεχειλωμένη σκελέα, αλλά με τη μάρκα αθλητικής εταιρίας φερ' ειπείν, απαπαπά! Μόνο μες στο σπίτι, άντε και μέχρι το περίπτερο.
Τόσο εξόφθαλμο! "Έχω λεφτά να παίρνω φόρμες DSquared2". Τόσο μικροαστικό-ατυχής χαρακτηρισμός, αλλά πώς το λες όταν το παιδάκι πάει σχολείο με την καινούρια του φόρμα κι όοολα τα παιδάκια αναφωνούν "ωωω!Τι ωραία φόρμα!" και το παιδάκι κορδώνεται; Αυτό.
Γιατί κορδώνονται, μη λέμε ψέματα! Κι αυτή είναι και η δουλειά των ρούχων, σύμφωνα μ' αυτή την οπτική. Να δείχνουμε πόσα έχουμε! Ευρέως διαδεδομένη νοοτροπία, γιατί λοιπόν τα βάζω με τους DSquared2;
Δεν θα το πω "ξεδιάντροπο", αλίμονο, αλλά αυτό το εξόφθαλμο δεν το αντέχω. Τόσο πολύ "στα μούτρα σου". Χρώματα έντονα και λεπτομέρειες να τραβάνε το μάτι, όλα σούπερ ουάου. Το στιλ κοκορεύομαι, ανερυθρίαστα! Τόσο εφηβικό, και τόσο ακριβό; Είναι σαν τα ρούχα τους να σε κάνουν το πιο δημοφιλές παιδί στο σχολείο, κι εσύ να τσιμπάς, ότι όντως είσαι.
Στενά μέχρι ασφυξίας μπλουζάκια αν το αγαπημένο μας φαγητό είναι η κρεατίνη, για να μην είναι κι εντελώς σκέτα και μείνει αδικαιολόγητη η τιμούλα κοτσάρουμε κι ένα λογότυπο. (Αυτό με τα λογότυπα, γενικά, και D&G Armani LV... δείχνουν τόσο φτηνά. Μοιάζουν με διαφημιστικά.) 

Ή για τους σοφιστικέ φίλους μας: Αυτό το πουκαμισάκι θα αντιγραφεί πολύ κατά πώς φαίνεται (γκρρρ) και θα σας κάνει να ξεχωρίζετε αμέσως. "Είμαι φάσιον ρε μαν!Ναι ρε γούμαν, προσέχω το ντύσιμό μου κι ιδού η απόδειξις." Για μην έχετε την παραμικρή αμφιβολία.

Ακόμα και μια βόλτα στο γυμναστήριο δεν γίνεται να είναι βαρετή. Δυο ασχημομούρικα σκυλάκια να σερφάρουν, και ΤΖΑ! Το όνομα της φίρμας! Για να μην υπάρχουν αμφιβολίες, ότι και για το συνηθέστερο φούτερ, hoodie που λέγανε και στο χωριό σας, τα σκάσατε.

Ένα απλούστατο παπουτσάκι κάζουαλ (γιατί είπαμε, δεν ασχολούμαστε και πολύ, κυριλίκια κι έτσι δεν γουσταρίζουμε) αντιγραφή του κλασικού diesel πατούμενου. Διακόσμηση ένα φύλλο πλατάνου (Καναδάς γαρ) και, καλλιτεχνικά γραμμένο, το όνομα της φίρμας.

Συν τοις άλλοις, παίζουν πολλές μαϊμούδες. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τις μαϊμούδες γενικά, πέραν του κλασικού "γιατί με τα ίδια λεφτά δεν πήρες κάτι καλύτερο ποιοτικά κι όχι τόσο κραυγαλέο;" στο οποίο δεν έχω λάβει ακόμα ικανοποιητική απάντηση, αλλά όταν ακούω ότι πλήρωσαν τη μούφα 40 και 50 ευρώ "επειδή είναι ντισκουέαρντ"... θέλω να γίνω η θεά Κάλι και να μουντζώνω μ' όλη μου τη δύναμη. Και από πού ν' αρχίσω τις εξηγήσεις δηλαδή. Ποιος κοροϊδεύει ποιον, το νέο Cluedo.

Και απ' την άλλη, το "σοβαρό αντίβαρο" των Ντιντάν είναι αφενός σαν αυτά τα μπλουζάκια,
που προσέξτε ότι το'χουν μελετήσει το θέμα, να είναι ένα μπλουζάκι ναι μεν με το λογότυπο να τσιρίζει, αλλά να κολακεύει στο φουλ. Η λαιμόκοψη αυτή γενικά κολακεύει, όσο κι αν δεν της φαίνεται, το χρώμα έντονο και ήσυχο μαζί, δείχνει χιλιοφορεμένο-πάντα cool αυτό... Το μήκος της μπλούζας και κυρίως των μανικιών καμουφλάρουν τα πάντε κιλά πάνω-πέντε κιλά κάτω που έχεις.
Εδώ ναι, καταλαβαίνω κάποιον που δίνει 84 ευρουλάκια γι' αυτή τη μπλούζα, θέλει κάτι κολακευτικό και γκομενέ, εντός ορίων φυσικά, που να βγάλει τα λεφτά του. Μια χαρά συνέπεια στη φιλοσοφία.

Αφετέρου, αυτό εδώ το παπούτσι.
Κλασικότροπο σχέδιο, πάλι κολακευτικό, καλή ποιότητα, στιβαρό το πατούμενο γενικά. Τίποτα το ιδιαίτερο όμως. Απόλυτα ασφαλής επιλογή και ήσυχη. 788 έουρος. Με τόσα λεφτά πάω σε Τζον Λομπ, αγαπημένοι μου ΝτινΝταν.
Αυτό που θα φορούσα (αν μου το χαρίζανε φυσικά) σίγουρα, γιατί ναι μεν κάνει εντύπωση, αλλά όχι κραυγαλέα, και θα πήγαινε τέλεια με μπότες (και μου αρέσουν τρελά οι μπότες):

Χωρίς να είναι κάτι ιδιαίτερο, πάντως. Ενώ αυτό, είναι αρκετά πιο ιδιαίτερο:
Καπελάκι εξαντρίκ, όχι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί βέβαια, αλλά εδώ όντως ταιριάζει η φιλοσοφία "Δεν με πολυπαίρνω στα σοβαρά". Εδώ έχουμε και χιούμορ και πνεύμα!

Κλείνοντας, γιατί κουράστηκα, να καταλήξω ότι οι DSquared2 κάνουν μια χαρά τη δουλειά τους, αλλά μαζί με αυτή θα προτιμούσα να ράβανε και τίποτα της προκοπής.

Όταν με ρώτησαν γιατί ξινίζω τα μούτρα μου με το άκουσμα "ντισκουέαρντ", ετοιμάστηκα να ξαναπώ την κακία για τον κάθε λαπά που νομίζει ότι ξέρει από μόδα επειδή έχει θήκη κινητού "ντισκουέαρντ".
Αλλά δεν μου 'βγαινε, οπότε πέταξα το εξής φιλοσοφικό φιλοσοφημένο θέσφατο:
"Με τα ίδια λεφτά και λιγότερα, αγοράζεις κάτι πολύ καλύτερο. Δεν μπορώ το τόσο έντονο μάρκετινγκ. Από ένα κωλοφτιαγμένο Πεζό με αεροτομές, γούφερ, φωτάκια, και τα λοιπά, προτιμώ μια ολόσκετη Άλφα Ρομέο. (ήταν στερεοτυπικά ανρική παρέα, ήθελε απτό παράδειγμα)
Θέμα γούστου, στην τελική"

Πριν βγω απ΄το bitch mode, να καταγγείλω τα θεόστενα και πάραπολύχαμηλόμεσα "μπλουτζίν" τους, έτσι για ένα τελευταίο. Να δίνεις 300 ε για ένα ταλαιπωρημένο, με χλωρίνες και μπαλώματα και σκισίματα τζιν, για να δείχνεις αλητάμπουρας; Πολύ αλητεία, μιλάμε. Η ειρωνία του πράγματος δεν είναι προφανής, πιστέψτε με. Αλλά για το μέσο ντούκι wannabe, αυτό με τις κρεατίνες ("Εγώ δεν παίρνω τίποτα, αυτά είναι μόνο πρωτεϊνη"), που γυμνάζει κορμό και χέρια, είναι ιδανικά. Το ανθρωπάκι με τα φουσκωτά βυζιά και μπράτσα και με τα καλαμένια ποδαράκια βρίσκει το αγαπημένο του τζιν. Άκωλοι όλου του κόσμου (με μπράτσα όμως, μην ξεχνιόμαστε) ενωθείτε, βρήκαμε αυτό που σας πάει απόλυτα. Και καταλήξαμε αυτό το πράγμα, που το λένε τζιν αλλά αν έχεις μπουτάκια σου φαίνεται κολάν, να είναι το κατεστημένο. Έλεος, πραγματικά! Το χειρότερο θράσος!

(Bitch mode off) Ο καθένας ας επιλέγει αυτό που προτιμάει, με όποιο κριτήριο. Κι ο ίδιος ο καθένας ας κρίνει ό, τι θέλει, όπως θέλει, αρκεί να θυμάται ότι η κρίση του είναι αυστηρά προσωπική και το "δεν μου αρέσει" δεν σημαίνει καθόλου "δεν είναι καλό".

Δη εντ.


Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Με το ίδιο μακό

Ακολουθεί προσωπική ανάλυση του τραγουδιού, ουχί tribute.



Από τις πολύ ωραίες, αισθαντικές εκτελέσεις. Το έντεχνο ξεθωριάζει ευτυχώς. Και τι κιθάρα!

Το προαναφερθέν έντεχνο. Ο Ζερβουδάκης το λέει άραγε σόλο; Θα 'πρεπε.



Με το ίδιο μακό
και με κέφι κακό
φύγαν μέρες.


(Να μην έχεις όρεξη να πλυθείς, να κυκλοφορείς με το ίδιο φανελάκι "για μέρες". Να πηγαίνεις στο περίπτερο με το ίδιο φανελάκι, την ίδια μούρη, την ίδια διάθεση δηλαδή. Διάθεση να τα κάνεις όλα λίμπα, να τα αναιρέσεις όλα. Κάπως να σου γουστάρει αυτή η μαυρίλα, μαθαίνεις να αναπνέεις χωρίς να το συνειδητοποιείς, πώς περνάνε οι μέρες χωρίς να περνάει ο χρόνος. Να γουστάρεις τα χρώματα τα σήψης μέσα σου. Και να μην έχεις όρεξη να πλυθείς, ποια κάθαρση λέμε τώρα; Αυτή είναι η ζωή μου, ανάποδα. Με το ίδιο φανελάκι, σιγά.)



Το φεγγάρι απ' τη μια
και του κόσμου η ζημιά
βάλαν βέρες.


(Ξεπερνώντας την άτσαλη εύρεση ομοιοκαταληξίας... μένει ένα φεγγάρι να κοιτάς ρεμβάζοντας, λες και απ' όλο τον κόσμο μόνο το εξώκοσμο φεγγάρι σε καταλαβαίνει. Δεν έχεις πού να τα πεις, δεν έχεις τι να πεις, γαμώτο! Και τελικά σκοτώνεις την ίδια σου την ψευδαίσθηση, δεν νιώθεις τελικά τίποτα διαφορετικό απ' ότι νιώθουν, ένιωσαν, θα νιώσουν ένα σωρό άνθρωποι εδώ, στον κόσμο. Θα το ξεπεράσεις. Είσαι μέρος του συνόλου αρκούντως αμελητέο να μην διαταραχθεί τίποτα αν δεν το ξεπεράσεις. Το φεγγάρι δεν σε κοιτάζει, και μέσα σου λες "άντε, τελείωνε την παράσταση γιατί έχουμε και δουλειές.")


Τι θα κάνεις εσύ;
Είναι εννιά και μισή.
Τον καπνό μου φυσάω...


(Κι όσο εγώ κοιτάω το φεγγάρι και μου μιλώ στο δεύτερο πρόσωπο, σε σκέφτομαι. Βασικά σε σκέφτομαι όλη την ώρα, αλλά ειδικά τώρα, εσύ τι κάνεις; Είναι εννιάμιση, η μέρα τελειώνει, η νύχτα ξεκινάει. Θα ξενυχτήσω κι απόψε. Εσύ; Τι κάνεις; Μιλάς με το φεγγάρι; Καπνίζεις; Είσαι κάπου έξω; Ετοιμάζεσαι να κοιμηθείς;
Με σκέφτεσαι; Με σκέφτεσαι καθόλου;
Τον καπνό μου φυσάω. Δεν μπορώ παρά αυτό: Να φυσάω τον καπνό. Η ώρα θα περάσει, κάποια στιγμή θα κοιμηθώ, αναγκαστικά, θα ξημερώσει νέα μέρα. Δεν βλέπω τίποτα απ' αυτά. Μόνο σκέφτομαι εσένα, ή δεν σκέφτομαι καθόλου και φυσάω τον καπνό μου. Έμαθα να αναπνέω χωρίς να το καταλαβαίνω, βλέπω τον καπνό μου σαν ανάσα να βγαίνει.)



Και προτού να λουστώ,
σταυρουδάκι Χριστό
μες στα δόντια κρατάω.


(Τελειώνει η παράσταση γι' απόψε. Δεν καταλαβαίνω και τι θέλει να πει η στιχουργός. Πάω να λουστώ, μπας και χαλαρώσω και κοιμηθώ γρήγορα. Σκέφτομαι ότι θ' αλλάξω και φανελάκι. Το σκέφτομαι σχετικά αδιάφορα. Λίγο πριν λουστώ, σκέφτομαι πάλι για μια στιγμή όλα αυτά τα πράγματα που σκεφτόμουν. Πονάω, αλλά είναι σαν να είναι απαραίτητος ο πόνος, και δεν δικαιολογούμαι αν φωνάξω. Τέλος της παράστασης, είπαμε. Σκέφτομαι πώς θα είμαι μετά που θα λουστώ. Σκέφτομαι πώς θα με κοιτάξει ο καθρέφτης μου μετά. Και μετά δεν σκέφτομαι.)



Σε χρειάζομαι, και
το καινούριο παρκέ
με το πόδι πληγώνω.


(Η κάθαρση δεν επήλθε. Ίσα ίσα, διαλύοντας τους καπνούς έμεινε μόνη και τρομερή η ανάγκη μου.
Σε χρειάζομαι, σε χρειάζομαι, σε έχω ανάγκη. Με επηρεάζεις πολύ βαθύτερα απ' ότι φαίνεται και νομίζεις. Δεν το καταλαβαίνω ούτε εγώ. Δεν με νοιάζει το γυαλιστερό μου πρόσωπο, όπως δεν θα μ' ένοιαζε αν είχα καινούριο λουστραρισμένο παρκέ. Θα χόρευα κλακέτες αν ήξερα, κι αν ένας χορός με κλακέτες στο ολοκαίνουριο καμαρωτό μου παρκέ θα σε ενδιέφερε. Θα έκανα τα πάντα. Αν μου έλεγες "Θα 'ρθεις μαζί μου στην Αυστραλία;" θα ερχόμουν. Δεν θα το σκεφτόμουν καν, ούτε θα μ' ένοιαζε πώς θα φαινόταν και πώς θα μου φαινόταν κι εμένα μετά από λίγο καιρό. Με νοιάζεις μόνο εσύ, και δεν με νοιάζει καθόλου ό, τι έχω φτιάξει μέχρι στιγμής πάνω μου. Όλα ας γκρεμιστούν, ας γρατζουνιστούν, ας πληγωθούν. Έχω συναίσθηση της υπερβολής μου. Αλλά ειλικρινά, δεν έχω άλλη επιλογή. Έχω συναίσθηση ότι με πληγώνω, επιμένοντας σ' αυτή την παράσταση. Αλλά ειλικρινά. Δεν πονάω...)


Σου φυλάω μουσικές
στο ταξίδι να καις
μες στο χρόνο. 


(Ό, τι πιο όμορφο έχω, όλα τα τραγούδια που μπορώ να διαλέξω, όποιο τραγούδι μπορεί να σ' αρέσει, στα χαρίζω. Καταλαβαίνω ότι δεν σε ενδιαφέρουν τα δικά μου τραγούδια. Ωστόσο, εγώ στα προσφέρω. Εγωιστικό; Δεν ξέρω. Δεν έχω επιλογή. Χωρίς να μου δίνει άφεση αυτό φυσικά... Απλά στα προσφέρω, κάν' τα ό, τι θέλεις. Κάψ' τα αν σε βοηθάει αυτό. Ειλικρινά. Θέλω μόνο να είσαι καλά. Και να προχωρήσεις εσύ, που μπορείς, αν θέλεις. Σου εκτίθεμαι, αποδόμησέ με, εκλογίκευσε την όλη κατάσταση, εσύ που μπορείς. Καταχώρισέ το στο κουτάκι που του πρέπει. Και φύγε. Εγώ νιώθω καλύτερα και μόνο που άκουσες, για λίγο ή πολύ ή πολύ λίγο, τις μουσικές μου. Νιώθω την ανάγκη να σου πω ευχαριστώ.) 


Τι θα κάνεις λοιπόν;
Το κομμένο ντεπόν
κυνηγάω στο σεντόνι.


(Τι θα κάνεις λοιπόν; Θα συνεχίσεις, προφανώς, εσύ θα προχωρήσεις. Μπορεί ίσως να σε βλέπω κιόλας να ταξιδεύεις, μπορεί, ίσως, να έχουμε επαφή.
"Τι θα κάνεις λοιπόν;" μου λέω. Θα γυρίσω σ' αυτή την κατάσταση; Θα πνιγώ πάλι από τους καπνούς; Θα συνεχιστεί η παράσταση;
Μπα. Θα πάρω ένα ντεπόν και θα κοιμηθώ. Θα κοιμηθώ, με τη βεβαιότητα, με την πίστη πως αύριο θα ξεθωριάσει λιγάκι "όλο αυτό". Αύριο, σιγά σιγά, θα το ξεπεράσω. Με τι τίμημα; Δεν ξέρω. Θα δω. Για την ώρα θα κοιμηθώ, θα φερθώ λογικά, δεν θα φερθώ εγωιστικά. Θα σου πω ότι όλα εντάξει. Δεν θα σου αφήσω χώρο να ανησυχήσεις. Δεν θα σου αφήσω αμφιβολίες για το αν είναι καλή ιδέα να κρατήσουμε επαφή. Θα φαίνομαι καλά, και αυτό έχει σημασία.)


Και προτού να το πιω,
σαν δεσμός με σκορπιό
λογαριάζονται οι πόνοι.


(Κάθε φορά, πριν κοιμηθώ, θα σε σκέφτομαι. Και κάθε φορά μόλις ξυπνήσω. Θα αντέξω, όσο σ' έχω στη ζωή μου. Δεν θα ξεχάσω τίποτα. Δεν θ' ακυρώσω κανένα συναίσθημα. Σαν το σκορπιό, που κουβαλά το όπλο του στο σώμα του, κι αν αποδειχθεί άχρηστο αυτός τι κάνει; Αυτοκτονεί. Ορίστε κύριος, δεν είναι άχρηστος. Μια χαρά λειτουργεί. Με τέτοιου είδους παρομοιώσεις θα ξεχνιέμαι και θα ξεκινώ μικρές παραστασούλες στο μυαλό μου. Μικρά ανώφελα μελοδραματικά σενάρια. Έτσι θα ξεδίνω, μην ανησυχείς. Μην ανησυχείς. Είναι δικιά μου δουλειά να πονάω, να μην πονάω, όπως είναι δικιά μου δουλειά να παραπονιέμαι, να φωνάζω, να κλαίω, να βγάζω το σκασμό, να χαμογελάω ή να φεύγω. Μην ανησυχείς.)

Κι όλο εσένα θέλω μόνο,
για κανένα δε σηκώνω
τώρα πια,
το ακουστικό.

(Αυτό είναι έρωτας λοιπόν. Μόνο εσένα θέλω. Μόνο εσένα έχω ανάγκη. Τίποτε άλλο. Δεν μ' ενδιαφέρει να μιλήσω οπουδήποτε αλλού. Μόνο το δικό σου τηλεφώνημα περιμένω. "Έλα, τι γίνεται;", "Γεια! Καλά, εσύ;". Τόσο μόνο. Αλλά συνεχίζω να σε έχω ανάγκη. Να σε χρειάζομαι. Θέλω να υπάρχεις στη ζωή μου, όπως και αν είσαι.)

Μόνο εσένα κι είμαι εντάξει,
το ταβάνι έχει πετάξει
δυο φωτιές
στον ουρανό.

(Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, θα μπορούσα να κάνω τα πάντα. Ναι, αυτό το θεωρώ εγωιστικό. Οπότε δεν κάνω υποθέσεις. Ξέρω μόνο, αυτό μόνο ξέρω σίγουρα, πως σε χρειάζομαι. Πως δεν μπορώ να συνεχίσω τη ζωή μου αν δεν σε έχω κάπως. Μόνο έτσι θα μπορέσω να ζω, κουτσά, στραβά, λάθος, ας το κρίνει όπως θέλει, όποιος τολμάει. Κάθομαι και κοιτάω το ταβάνι για ώρες. Σκέφτομαι πολλά και τίποτα. Κοιτάω το ταβάνι και πλέω μέσα σ'αυτό το δωμάτιο, που υπάρχω μόνο εγώ και η ατμόσφαιρα έχει αλλάξει, πιο πυκνή και πιο διαυγής μαζί. Λες και το σώμα μου γίνεται ένας καπνός δυο τσιγάρων.
Αν ήσουν εδώ θα κάναμε δυο τσιγάρα μαζί. Και θα γίνονταν τα σώματά μας καπνός και θ' ανέβαιναν ψηλά και θα διαλύονταν κάπου στον ουρανό.
Μια φορά σου άναψα κι εσένα τσιγάρο. Πόσο χρόνο θέλει να καεί ένα τσιγάρο μόνο του! Κοιτούσα την καύτρα, σιγά σιγά να προχωράει, και δεν σκεφτόμουν. Κάπνιζα το δικό μου τσιγάρο, που καιγόταν γρηγορότερα. Κοιτούσα τον καπνό του τσιγάρου σου, κομψό και αμείλικτο, να διαλύεται ήσυχα και συνέχεια. Κοίταξα το ταβάνι μόλις τέλειωσα το τσιγάρο μου. Και μετά κοίταξά το δικό σου, ώρα πολλή, μέχρι που έσβησε. Πάτησα τη γόπα μαλακά, σχεδόν διστακτικά, και μετά άδειασα το τασάκι στα σκουπίδια, είχε γεμίσει.)

Κι όλο εσένα θέλω μόνο...

(Ξέρω πώς φαίνεται. Έχω απόλυτη συναίσθηση της κατάστασης, πώς μπορεί κάποιος, οποιοσδήποτε, ακόμα κι εσύ κι εγώ, να μιλήσουμε για το πόσο δύσκολα δεχόμαστε την απόρριψη και πόσο κακομαθημένα παιδιά είμαστε και τι γεννάει η επιθυμία του ενήλικα να νιώσει ξεχωριστός. Πώς αναπαράγεται η αίσθηση της ματαίωσης και της χλαπάτσας ώστε να μάθουμε να τα διαχειριζόμαστε, επιτέλους. Πόσο κλισέ είναι η καψούρα που μας πιάνει μόλις φάμε άκυρο. Πόσο κλισέ είναι ότι όταν είσαι σε φάση να δαγκώσεις λαμαρίνα, δαγκώνεις όποια λαμαρίνα βρεις εύκαιρη.
Μπορούμε να μιλήσουμε και να εξηγήσουμε. Αλλά εγώ μόνο εσένα θέλω, συνέχεια. Έτερον εκάτερον. Τόσες λογικές εξηγήσεις και εκλογικευμένες δικαιολογίες δεν αναιρούν ότι σε θέλω, συνέχεια, κι αν δεν σ' έχω δεν θέλω τίποτε άλλο.)

Κι όλο εσένα θέλω μόνο...
(Δεν σε έχω όπως θέλω, όμως σε έχω κάπως. Και με αυτό το νέο δεδομένο ξαναρχίζω να ζω. Αυτό το δεδομένο, στολίδι ή βάρος, και τα δύο μάλλον ή κανένα απ' τα δύο, είναι μέρος της ύπαρξής μου πια. Τόσο δεδομένο, που δεν έχει πρόσημο, και δεν μπαίνω καν στη διαδικασία να το πω πουθενά.
Έτσι είναι, και δεν αλλάζει άμεσα, ούτε ακόμα.)




Ιδιόμορφη διασκευή. Δεν είναι η καλύτερη, αν υφίσταται καν τέτοια κρίση και θεώρηση. Αλλά από όλες τις εκδοχές που υπάρχουν, αυτή με δεν με άγγιξε απλά, με γράπωσε κανονικά. Υπάρχουν εκδοχές που τις άκουγα κι έλεγα "Μακάρι να το τραγουδούσα κι εγώ έτσι..." Όταν άκουσα αυτή, ξεκίνησα να τραγουδάω χωρίς να το καταλάβω, όσο παράφωνα και δυνατά μου 'ρθε. Όταν τελείωσε, και ακούστηκε η φωνή της, ήρεμη και χαμηλότονη, "Ευχαριστώ πολύ", ήταν σαν να έκλαιγα όση ώρα τραγουδούσε/τραγουδούσα. Δεν την έχω ξανακούσει αυτή την εκδοχή έκτοτε.