Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Θάνατος δίχως τέλος

 Ποτέ να μην κολυμπήσεις σε άγρια νερά, μου έλεγε ο Σ. γιατί φοβόταν μην πνιγώ, όχι επειδή δεν ξέρω μπάνιο, αλλά φοβόταν μην φοβηθώ και δεν μπορέσω μήτε βοήθεια να φωνάξω κι αφεθώ αμαχητί βορά στα άγρια νερά που μπορεί ούτε κυματάκι να μην έχουν σηκώσει, τόση περιφρόνηση στους φόβους του Σ.

 Είναι αλήθεια πως φοβάμαι, όπως κι όλοι οι άνθρωποι, αλλά νομίζω ότι δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους εγώ, ενώ είμαι, κι ενώ θέλω να 'μαι, μακροπρόσθεσμα τουλάχιστον. Τα παιδιά θέλουν να ομοιογεννιούνται, να μη διαφέρουν, οι ενήλικες λυσσάνε να δείξουν την αξία των, πόσο πολύ. τους αρμόζει η καλή ζωή και το ενδιαφέρον των άλλων ανθρώπων. Ωστόσο ξέχασα τι άλλο ήθελα να πω, ή τι φοβάμαι, ή ποιος είναι ο Σ. εντέλει. Ξέχασα, και δεν με νοιάζει, και φοβάμαι, και δεν φοβάμαι.

 Ένα ρήμα μόνο του είναι μια ολόκληρη πρόταση. Να:
-Φοβάμαι.
-Κουράστηκα.
-Αγαπώ.

Ένα ουσιαστικό, όσο ουσιαστικό κι αν είναι, θέλει ένα ρήμα για να βγάλει νόημα. Ξανά να:
-Ο φόβος. (...φυλάει τα έρμα και τα έρημα)
-Η κούραση. (...είναι μέρος της ζωής. Έτσι έχουν πει)
-Η αγάπη. (...όλα τα νικάει, αχαχαχά. Χα.)

 Ο Φίλιπ Γκλας παίζει πιάνο και η θάλασσα τραγουδάει χωρίς να την ακούω. Θέλω να νιώσω το νερό να με σκοτώνει σιγά σιγά και τα τραγούδια της γοργόνας σε νότες που τις αισθάνεσαι στην αφή σου σαν τα πέταλα των λουλουδιών.

 Μου φαίνεται ότι θυσιάζω σε κοιμισμένους θεούς.

 Ρώτα το μαχαίρι, ποια ελευθερία ξέρει; Ρώτα και τη μάνα σας, ποια παραμύθια της άρεσαν; Πήγαινε σ' ένα δάσος και μίλα με τα πουλιά, σκάψε μια τρύπα στο χώμα και κλάψε, φώναξε από μέσα σου, τρέξε με το ένα πόδι, φύγε από μέσα σου όσο προλαβαίνεις.

 Μάθε τα μυστικά κάποιου που μιλάει άλλη γλώσσα από σένα.

 Πρέπει να μάθω ν' αγαπάω στ' αλήθεια. Αλλιώς θα δυστυχήσω απόλυτα και συνειδητά, και αναπόδραστα, κι άλλα τέτοια τραγικά.