Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Θα σε φιλήσω το σούρουπο

Για κοίτα δυο στιγμές
το φως που βγαίνει σαν λουλούδι και διψάει
με πόση αγωνία που δεν θα μάντευες ποτέ
να χαϊδέψει μάγουλα και διαθέσεις
άσπιλες κι άγουρες σαν πέτρες λαξευμένες.

Θέλω πολύ να κρατήσω το χέρι σου
σαν απόδειξη αγάπης
και σαν συνήθεια
σαν άσκηση δύναμης κι εμπιστοσύνης
και σαν επίδειξη
επειδή θα στο ζητήσω και θα μου το δώσεις
χωρίς να σιγουρευτώ ποτέ
ποτέ, είναι πολύ σημαντικό,
ότι ήθελες να μου δώσεις το χέρι σου
αλλά ντρεπόσουν να μου το δώσεις χωρίς να στο ζητήσω
και ντρεπόσουν παραπάνω να ζητήσεις το δικό μου.

Τα γκρίζα περιστέρια κουβαλάνε τα μυστικά μας
και κοιμούνται τις νύχτες ησυχασμένα
κοίτα το φως, κοίτα το φως στο πρόσωπό μου,
κοίτα πώς βγάζω φτερά μεταξένια
κοίτα με.

Την ομορφιά σου έκλεψα σαν μέλι στην κηρήθρα
τη λούζομαι αργά με άηχες ανάσες
και όλο κλαίω τη λύπη μου στοίβαξα υπομονετικά
τα μεγάλα ξεσπάσματα που έπνιγα
και τους θυμούς σουβλερούς
αγκάθια που στολίζουν το κούτελό μου
που εσύ μου ζήτησες να τα βγάλω
πολύ απλά, επειδή ήθελες να με φιλήσεις.

Ο χρόνος κυλάει σαν νερένια λόγια
και ποτέ δεν θα καταλάβω αν με ξελόγιασε ή αν με ξεγέλασε
και όλη αυτή η ομορφιά είναι δικιά μου
κι αν το φως που ρούφηξα το άξιζα.

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Το γράμμα του πατέρα

 Πρόσεξε κόρη τα παηγόνια,
Τα νύγματά των και τις φαλντουσιές
Άηχα ορμάν στις φυλλωσιές
Το βλέμμα τους ερωτεύονται όλοι.

Φόρα κατάσαρκα το ασημπόλι
Τη μυστική σου προσευχή να ψιθυρίζεις
Σε αγνώστους κήπους να μη γυρίσεις
Και πώς σε μεγάλωσα να μην ξεχάσεις.

Το γλυκόπιοτο ποτάμι σαν περάσεις,
Κράτα το σεβίνι σου σφιχτά
Και δέσε με τον άηρο την καρδιά
Γιατί εύκολο δεν θα ‘χεις γυρισμό.

Θα σε προσμένω δίχως καταυγυσμό
Θα φοράω χαμόγελα και δεν θα νιώσω δάκρυ
Ακόμα κι αν ο ξένος εκούσια σε πάρει
Ό, τι χρήσιμο σου κρύβω να το κλέψεις.

Την αγάπη κανενός μη ζητιανέψεις,
Κι αν τα λουλούδια σου τους φαίνονται φτωχά
Να δεις στα χέρια τους τα στρεφιλιντιστά
Την άγρια, ξεδοντιασμένη μοίρα.

Να μην υπακούς παρά τη δική σου βρύμα
Κι έχε ενθύμιο στην ωμοπλάτη τη χρυσή
Εκείνον που άθυμα και ευφρόνως θα ζητεί

Να φέρουν πίσω ένα φιλί σου τα χελιδόνια.

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

The sudden impossibility

Να μην κρατάς μέσα σου, ούτε βαρίδια ούτε άνθη, να μην νοιάζεσαι
Ούτε για κούκλες σκονισμένες στα κουτιά τους
Ένα πουλί χωρίς όνομα πετάει τρομακτικά και τρομαγμένα
Θυμάμαι τη βαλσαμωμένη πάπια με τα ορθάνοιχτα φτερά
Που είχε κρυσταλλώσει τον τρόμο της ο ταριχευτής
Πόσο άσχημο κι αυτό, να θέλεις πτώματα για διακοσμητικά
Αγρίμια που κυνήγησαν άλλοι και σου χαρίσαν τις προβιές του
Και τα κέρατα τα δόντια τα οστά
Να στολίζουν μπράτσα και στέρνα γαλακτερά, αμάθητα, αηδιαστικά προστατευμένα.

Κλείνει η πόρτα να κοιμηθώ και θυμάμαι αυτόματα το σκοτάδι το παιδικό
Που δεν το φοβήθηκα ποτέ, μόνο τις σκιές φοβόμουν πάντα και ούρλιαζα από απόγνωση
Και ουρλιάζω ακόμα με φιμωμένη απόγνωση, για την αδικία, την τρομερή αδικία
Και βαναυσότητα του κόσμου και την αδικία και ποτέ να μην ζητάει κανείς συγγνώμη
Συγγνώμη όπως πρέπει όμως, με κλάμα και συντριβή και πολλή ντροπή και περισσότερο θάρρος
Όχι πλέον η συγγνώμη σερβίρεται σε ασημένιο δίσκο και σκουριασμένο μαχαίρι στον κρόταφό της
Η συγγνώμη είναι τιμή, πρέπει οπωσδήποτε να τη δεχτείς και να πεις ευχαριστώ
Ευχαριστώ να πεις που κάποιος σου ζήτησε συγγνώμη.

Άλλο ουρλιαχτό να μου πνίγει τα μαλλιά δεν έχω τώρα,
Θα πρέπει να κοιμηθώ και να φτιάξω το νανούρισμα και να ξεχάσω
Ν’ αναπνεύσω ήσυχα κι αθόρυβα και να μην κλάψω, να βγει ωραίος φωτογενής αναστεναγμούλης
Και να κοιτάξω τα μάτια μου και απλά να χτενίσω τα μαλλιά μου
Και να συνεχίσω να καίω τις απογνώσεις μου
Να τις καίω και να βγαίνει καπνός μόνο απ’ τα ρουθούνια μου
Μόνο όσο καπνίζω. Να μην φαίνεται άσχημο, γι’ αυτό.
Να μην φαίνεται ότι κάτι καίγεται.



Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Χθες βράδυ.

Τη χθεσινή μέρα έκλαψα από το άδικο
Η κίνηση ήταν λίγη και το τρόλεϊ πήγαινε αργά
Το ‘χε βάλει σκοπό να αργήσω
Δεν ξέρω ακόμα γιατί με εκδικείτο ο οδηγός
Δεν ξέρω αν τα τρόλεϊ δεν τρέχουν
Αλλά ξέρω πως έτρεξα να προλάβω και πρόλαβα
Δεν πήγα ούτε σε ένα σημείο με το πάσο μου
Έτρεξα κι εκεί που δεν χρειαζόταν
Και πρόλαβα το τρόλεϊ που θα με πήγαινε στο λεωφορείο
Που θα με πήγαινε στο σπίτι μου.

Και το τρόλεϊ αργούσε επίτηδες. Το ήξερα.
Το ξέρω και το καταλαβαίνω όταν γίνεται.
Πότε το πορτοκαλί γίνεται πράσινο και πότε κόκκινο.
Σήμερα για παράδειγμα ο οδηγός ήταν γρήγορος και σβέλτος.
Κι εγώ περίμενα 6 ολόκληρα λεπτά. Χαλάλι.
Χθες όμως το τρόλεϊ ήθελε να χάσω το λεωφορείο μου. 
Και να περιμένω πάνω από δώδεκα λεπτά για το επόμενο.
Είχα κάνει τόση απίστευτη προσπάθεια και δεν το σεβάστηκε.
Δεν με σεβάστηκε, και δεν θα τιμωρηθεί και ποτέ. Ποτέ.

Είδα στο βάθος το λεωφορείο να βγάζει του μουσούδα του.
Προσευχόμουν το φανάρι να το καθυστερήσει.
Σταμάτησε όντως, και σταμάτησε αδικαιολόγητα και το τρόλεϊ.
Αδικαιολόγητα. Άδικα. Απύθμενα άδικα κι ατιμώρητα.
Άρχισα να τρέχω με τη γελοία μου όψη.
Να τρέχω να τρέχω να τρέχω να τρέχω. Αδιάκοπα.
«Πού πάω», σκέφτηκα. «Θα τρέξω όλο το δρόμο μέχρι το σπίτι;»
«Θα τρέξω κι ό, τι γίνει». Δεν μπορούσα να σταματήσω και να χάσω.
Δεν θα άφηνα τον οδηγό του τρόλεϊ να με νικήσει.
Δεν θα άφηνα την αδικία να δράσει ανενόχλητη.
Έτρεξα, έτρεξα και πάλι, γρήγορα και χωρίς να το υπολογίζω. Πόσο έτρεξα!
Όλα τα φανάρια μου ήταν πράσινα. Όλα. Ήξεραν κι αυτά την αδικία και δεν ήθελαν να μείνει αδικία.
Έτρεξα έτρεξα μέχρι να φτάσω στην επόμενη στάση.
Και περίμενα περίπου είκοσι πέντε δευτερόλεπτα να έρθει.
Βρήκα την ανάσα μου. Λίγοι επιβάτες. Έτρεξα αλλά δεν έχασα το λεωφορείο.
Ίσως έγινα ρεζίλι αλλά δεν με νοιάζει.
Έφτασα σπίτι μου νωρίτερα.
Πάνω από δέκα λεπτά νωρίτερα.
Δέκα λεπτά δικά μου. Που τα άξιζα και είχα τρέξει γι’ αυτά.

Δέκα λεπτά.

Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Μικρότερος τρόμος.

Η αγάπη που ζητάς στ’ αστέρια θα καεί
Το δάκρυ σου γεννάει αρχαία προσευχή.
Μην ζητήσεις μόνο αυτό που δίνει η ζωή
Μιας πεταλούδας τη μεταξωτή αναπνοή.

Κρατήσου στη σκουριασμένη κουπαστή
Και κοίτα τα βουλιαγμένα πλοία σου εκεί
Βουβά αλυχτάει το παιδικό σου το σκυλί
Και η άγρια γοργόνα πίνει αίμα η τρελή.

Τα δόντια σου τρίξε και ρούφα την κραυγή,
Θα είσαι πάντα το ίδιο αξιολύπητο παιδί.
Σαν μεγαλώσεις αρκετά θα δεις κι εσύ
Τον ήλιο πώς λατρεύουνε, ανθρώποι και θεοί.

Ένα καθρέφτη κλέψε και δες με προσοχή
Πώς οι πόθοι λιώνουνε στης λάσπης τη σιωπή.
Λουκέτα σπάσανε και χάθηκαν γιατί

Κανείς δεν άφησε στην τύχη ένα φιλί.

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Ένας τρόμος.

Να μην θυμάσαι όλες τις δαγκωνιές που φίμωναν κραυγές
Και τις αστείες προσευχές
Το κλάμα που πέτρωσε από πείσμα
Και τα λουλούδια χωρίς όνομα που βγήκαν απ’ το σκουριασμένο σύρμα.

Μια αγκαλιά σου δώσε μου χωρίς να το σκεφτείς
Μην περιμένεις να στο πω γιατί πάντα θα ντρέπομαι
Δεν ζητιανεύω, δεν ποθώ, σαν το νερό χρειάζομαι
Την ακέραια βεβαιότητα μιας αγάπης στέρεας κι απλής.

Σε διαδρόμους σκοτεινούς έχασα ένα κοχύλι
Που δεν θυμάμαι την όψη του, μα νιώθω το κενό
Στην καρδιά μου χάσκει ακούφωτο ένα μεγάλο παραθύρι
Να πρέπει τον άγριο, γλυκό, αμείλικτο αγέρα ν’ ανεχτώ.

Μη με ρωτήσεις τι σκέφτομαι, ποτέ δεν θα σου πω
Δεν θα φορτωθείς άλλο ένα ενάλιο μυστικό.
Κι αν σε πονάει που δεν ξέρεις τι μουσική κρύβω στους αναστεναγμούς,
Για σένα σκοτώνω αγκάθια κι ανόητους καημούς.

Στη ζωή που φεύγει ορκίσου μου, σε όλες τις στιγμές,
Δεν θα προδώσεις ό, τι ονειρευόσουν μέχρι χτες.
Κι αν γίνουν τα μάτια μου ερειπωμένες φυλακές,
Ορκίσου μου θα φύγεις μακριά, εκεί που κοιμάται ο ήλιος.

Το ήμερο θηρίο κάθε μέρα θ’ αλυχτά,
Κι ας έχει κομμένα δόντια και βλέμματα απλανά.
Μην βάλεις στόχο στη ζωή σου συνεχώς να το νικάς,

Αυτό θα φλέγεται μόνο όταν ξημερώσει ο άγιος Λύκος.

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Θυμάσαι τη Θαλασσινή;

Μια Δευτέρα θέλω να έρθει, και να πάω εκδρομή. Λύπη στην καρδιά μου, και ατελείωτη προσοχή, μην πέσει και τσακιστεί. Τι θα γίνει ο κόσμος μας, αναρωτιέμαι, όταν πεθάνουμε ή όταν μεγαλώσουμε; Κρατάω σφιχτά τις καραμέλες που μου χάρισαν παιδί και ουρλιάζω από μέσα μου από συνήθεια, και για να ξεσπάω πού και πού να ξεσπάω, έτσι για να μην λέω ότι τα κρατάω όλα μέσα μου. Τα μούρα και οι βανίλιες είναι διαφορετικά φρούτα και σκέφτομαι όλες τις γεμιστές τάρτες-πίτες που μπορείς να φτιάξεις με έτοιμη κονσέρβα κεράσια Κύκνος. Τι λέξη κι αυτή, Κύκνος, με το ύψιλον που προφέρεται κάτι σαν ι και ου, σαν u, Κuκνος, Κούκνος, Κιούκνος, τι δυνατό ζώο, πολύ επιβλητικό, φαντάζομαι όταν θα ανοίγει την αγκαλιά του είναι σχεδόν φοβερό. Τα γράφω αυτά για να κάνω κάτι, το λες και πρόοδο, και γενικά σήμερα έχω ψιλοβαλτώσει και γενικότερα αυτές τις μέρες. Μεγάλωσα με timeline κι έλεγχο, τώρα που δεν τα έχω μου λείπουν, μα έχω πολλή ανησυχία οπότε πιστεύω μπορώ να δίνει μαλακά παυσίπονα και να μην με νοιάζει αν ο κόσμος σταματήσει να υπάρχει όπως τον ξέρω και τον έχω συνηθίσει αύριο, ίσως και χθες. Μια κορδέλα από ελαστικό τούλι σκέψου και πάνω της λευκά κεντίδια, και άραγε θα φύγει ο θυμός σου; Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν απ’ τη ζωή μας κάθε μέρα, και δεν πίστεψες καν ότι ήμουν ειλικρινής. Τι φοβερή, φοβερή αλαζονεία, από δικιά μου εμπειρία μιλώ, να νομίζεις ότι βλέπεις κάτι που κανείς άλλος δεν το βλέπει, να νομίζεις ότι εσύ έχεις μόνο πρόσβαση στην ανόθευτη, απόλυτη αλήθεια, και πόσο μειωτικό για σένα, για τη ζωή σου, να πετάς τον οίκτο σου σαν τσαλακωμένο χαρτάκι. Έχω θυμώσει τρομερά μαζί σου, πιο πολύ με πνίγει η αδικία, η αδικία που δεν μπορώ να σου μιλήσω ανοιχτά γιατί έχεις βγάλει τα συμπεράσματά σου και την κοσμοθεωρία που σε βολεύει, με πληγώνει τρομερά που αυτό που φοβόμουν έγινε, λες να το προκάλεσα εγώ; Μα δεν ωφελεί να παίρνω την ολοκληρωτική ευθύνη, ποτέ δεν την έχει ένας άνθρωπος μόνο, ποτέ, ποτέ. Και πιο πολύ τρελαίνομαι στην ιδέα ότι εσύ δεν το σκέφτεσαι καθόλου όλο αυτό, απλά τακτοποίησες την εκκρεμότητα και την τίναξες από το πέτο σου, και κράτησες για σένα όλες τις αγαπημένες σου λέξεις και καταστάσεις. Ποτέ δεν θα σου έλεγα κατά πρόσωπο «λυπάμαι», που δεν έχει και πολλή απόσταση από το «σε λυπάμαι», αλλά μέχρι το σημείο που μ’ άφηνες συμπάσχω, συμπάσχω με την ανάγκη σου να γίνεις κάτι άτρωτο και στιβαρό, να μη δει κανείς ποτέ ούτε μια ρωγμή, παρά μόνο αυτές που σε έχουν σημαδέψει αλλά δεν φταις εσύ. Το χειρότερο είναι πως αμφιβάλλω για τη δικιά μου αλήθεια, μ’ έκανες ν’ αμφιβάλλω για τα δικά μου αισθήματα, και όχι απλά να παραδεχτώ ότι έκανα λάθος, που δεν πήρες ένα τηλέφωνο με τρομάζει, ένα τηλέφωνο, κι έχεις πρώτα πρώτα τις δικαιολογίες έτοιμες και στρωμένες. Έχω θυμώσει πολύ μαζί σου και καλά κάνω, γιατί δεν ευαγγελίζομαι ποτέ πως έχω δίκιο, αλλά πάντα το συζητάω και το κοσκινίζω όσο περισσότερο μπορώ, και τότε μόνο μου δίνω το δικαίωμα της αμφιβολίας, ενώ εσύ άγεσαι και φέρεσαι από τα συναισθήματά σου και δεν αμφιβάλλεις ποτέ, ποτέ, ποτέ. Για να το νιώθεις, υπάρχει. Για να υπάρχει, υπάρχει λόγος. Και πάντα φταίει κάποιος άλλος, ποτέ εσύ. Και μετά, όταν σου συζητάω λογικά, ή με τον τρόπο που βολεύει εμένα, δυσφορείς κιόλας! Έχω θυμώσει μαζί σου πολύ, αλλά και με μένα – μα ξέρω ότι δεν μου έχεις αφήσει κανένα περιθώριο, τίποτα, έχεις εκμεταλλευτεί την παγωμάρα σου για να σφραγιστείς ερμητικά και φυσικά να στάξεις και βουλοκέρι. Δεν φταις πια, το έχεις δηλώσει, δεν έφταιξες ποτέ. Δεν θα ζητήσεις ποτέ συγγνώμη και δεν θέλεις να γυρίσεις πίσω σε θέματα που νομίζεις ότι τα έχεις λύσει επαρκώς, δεν θέλεις και δεν αντέχεις. Και δεν θα στα τρίψω ποτέ στη μούρη. Αν θέλεις όμως να φύγω απ’ τη ζωή σου, ζήτα το. Ζήτα το. 

Θα στο ζητήσω εγώ. Και αν μου περάσει ο θυμός και δω ότι έκανα ένα τεράστιο λάθος, θα ξέρω ότι δεν θα διστάσω στιγμή να επανορθώσω, αλλά θα έχω μείνει ειλικρινής μες στη βλακεία μου, τη θολούρα μου, την ανασφάλειά μου… Θα ξέρω ότι είμαι ανεπαρκής πλέον, θα αποσυρθώ ήσυχα. Αλλά δεν θα σου επιτρέψω να γράψεις ένα μονόπρακτο με όλη την πρόζα πάνω σου. Δεν θα επιτρέψω να απλώσεις τη μοναξιά σου πάνω μου. Είναι ντροπή, είναι ντροπή πραγματικά να περιμένεις με τα καλοακονισμένα σου δόκανα, και με θυμώνει περισσότερο απ’ όλα ότι ποτέ δεν με ρώτησες τίποτα στο μεταξύ διάστημα. Απαξίωσες. Απαξιείς. Έχεις «άλλα πράγματα ν’ ασχοληθείς». 

Και νομίζεις ότι αν υποβιβάσεις τον παρατηρητή, θα διαγράψεις και όλα όσα είδε. Είδα πολλά και ποτέ δεν θα στα τρίψω στη μούρη… Και θέλω το ίδιο από τους κοντινούς μου ανθρώπους.