Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Ο κακός μου ο καιρός

Όταν "φταίει ο καιρός".

Δηλαδής, να το κάμνομεν λιανά: 

-Πώς είσαι σήμερα; (Απλή έως κλισεδούρα ερώτησις κοινωνικού και προσωπικού ενδιαφέροντος.)

-Χμ/Δεν ξέρω/Έτσι κι έτσι... (Μου φταίει το στραβό μου το κεφάλι, κάθε μέρα συνειδητοποιώ πόσο πολύ απογοητεύω τον εαυτό μου και τους οικείους μου, πρέπει να ξεκουνήσω αλλά φοβάμαι, πρέπει να ψάξω για ένα καλό ψυχολόγο αλλά φοβάμαι και βαριέμαι.)

Επειδή λοιπόν δεν θέλω να τα πω αυτά σε απάντηση μιας τόσο ανώδυνης ερωτήσεως...

-Είναι κι αυτός ο καιρός χάλια σήμερα!


Τρίτος χρόνος απραξίας, η μεγάλη επιτυχία συνεχίζεται.

-Πώς είσαι σήμερα;

Κι εγώ ακούω:

-Πώς είσαι σήμερα, ανόητο εγωκεντρικό πλάσμα; Τι ηλιθιότητα σε δέρνει, σήμερα; Ποια μαλακία έχεις για δικαιολογία για την αχρηστία σου, σήμερα; Μήπως σήμερα έχεις αλλάξει; Μήπως σήμερα είναι η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής σου, αυτή που σκέφτεσαι και ρεμβάζεις και ξεκινάει με όοοταν;

Δεν έχω πρόβλημα στ' αυτιά, παραμέσα είναι το πρόβλημα.

Σκατά ολέ.

Η μέρα μου συνοψίζεται σε αργό πρωινό ξύπνημα, μετά μεσημβρίας σήκωμα, ενεργοποίηση υπολογιστή πριν καν πάω για κατούρημα, πλύσιμο μούρης, ενίοτε και οδόντων, που καταχωρείται ως "προσέχω και περιποιούμαι τον εαυτό μου" (...), παρασκευή καφέ σκέτου άνευ γάλακτος τις περισσότερες φορές και... λιώσιμο στο λαπτόπι. Λιώσιμο όμως. Α, και κανένα τηλεφωνάκι, ή καμιά έξοδος, που πάω και περνάω καλά και γελάω και μετά επιστρέφω με ευφορία και βλέπω σε επανάληψη σειρές στη μεταμεσονύχτια ζώνη και μετά κοιμάμαι κατά τις 2, 3, εκεί.

Οικτίρομαι και χαστουκίζομαι για να προλάβω σχόλια απόλυτης απαξίωσης "μακάρι να είχα τόσο χρόνο να γράφω μαλακίες κι εγώ" και "μαλακίες όλα αυτά στο μυαλό σου, κοίτα να δεις τι θα κάνεις". Κι αυτά είναι τα γνήσιου ενδιαφέροντος.

Γιατί υπάρχει και το άλλο. "Τι κάνεις στη ζωή σου;"

-Τίποτα.
Έτσι τσεκουράτα, μπαμ.

-Μια χαρά/η καλύτερη δουλειά/τέλεια.
Μπουμ. 

Λες και κάνω τη ζωάρα μου.

Φαντάσου να 'ναι αυτή η ζωάρα μου. Φαντάσου η ευτυχία να είναι η όλα στ' αρχίδια μου ανεμελιά. Ναι, τόσο κάφρικα. 

Εγώ κρατάω το κλειδί, ναι, οκέι... Εγώ βάζω εμπόδια στον εαυτό μου... Εγώ μου δυσχεραίνω τη ζωή, αδικαιολόγητα... Εγώ τινάζομαι σαν το σπαστικό σε απλή ανάμνησι μιας άσχημης κατάστασης ή, ακόμα καλύτερο, στο ενδεχόμενο άσχημης κατάστασης. 

"Για σένα είναι η ζωή". Κι αν δεν είναι για μένα; 

Γι' αυτό λέω, άσε να φταίει ο καιρός, που δεκάρα δεν δίνει για το πώς ζω ή επιβιώνω.

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

Η βροχή.

Η μυρωδιά του χώματος μετά τη βροχή 
Έχει όνομα στα αγγλικά.

Το άρωμα της γης όταν βρέχει
Αρέσει σε μερικούς ανθρώπους που αγαπώ.

Κρύψου, κρύψου, ελαφάκι
Τρέχα στη φωλιά σου
Πήγαινε στη μανούλα σου

Τρέξε, τρέξε, ελαφάκι
Πήγαινε γρήγορα στο σπίτι σου

Δεν φοβάσαι τη βροχή
Δεν φοβάσαι το λασπωμένο δάσος
Δεν φοβάσαι ... ;

Να μην φοβάσαι, όσο μπορείς να μη φοβάσαι,
Αλλά όταν φοβάσαι, τρέχα, τρέχα,
Τρέχα όσο πιο γρήγορα μπορείς.

Τρέξε να προλάβεις τη βροχή που σταματάει
Τρέξε να κρυφτείς από τα άγρια θηρία
Τρέξε όσο μπορείς, ελαφάκι,
Γιατί μεγαλώνεις γρήγορα
Και σύντομα θα γίνεις μεγάλο ελάφι.

Τα μεγάλα ελάφια τρέχουν πολύ γρήγορα, κι έχουν δυνατά κέρατα.
Τα μεγάλα ελάφια πεθαίνουν από τα άγρια θηρία.
Τα μεγάλα ελάφια δεν φοβούνται.
Τα μεγάλα ελάφια τρέχουν, τρέχουν, τρέχουν
και δεν κρύβονται πια
δεν έχει νόημα πια

Τρέξε ελαφάκι, 
Τρέξε όσο πιο γρήγορα μπορείς, 
Τρέξε γρήγορα στη μανούλα σου.

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Πώς να φτιάξετε μια κόκκινη πλαστική καρδούλα (για προχωρημένους).

 Με τη ζαχαροπλαστική δεν το 'χω καθόλου μα καθόλου. Μαγειρεύω σχεδόν τα πάντα, αλλά τίποτα τόσο εξαιρετικά ώστε να μπορώ να βοηθήσω ουσιαστικά τους πανταχού επίδοξους σεφ και τις αγχωμένα εργαζόμενα κορίτσια. Αν είχα παλέτα στη διάθεσή μου θα την τοποθετούσα διακριτικά στο πλησιέστερο έρημο οικόπεδο-σημείο συγκέντρωσης για τους σαβουρομαζώχτες και δεν θα διανοούμουν να δημιουργήσω ένα μεταμοντέρνο τραπεζάκι σαλονιού. (Ειρήσθω εν παρόδω, χρειάζεται πολύς χώρος σε ένα σαλόνι για να χωράει ένα τέτοιο τραπεζάκι, άσε τις ώρες με το γυαλόχαρτο ένεκα οι άτιμες οι ξήθρες, άσε τα μπιχλιμπίδια που πρέπει να βάλεις πάνω του για να μην φαίνεται άδειο κι άσχημο.) Η τελευταία απόπειρά μου κοπτοραπτικής είχε ως αποτέλεσμα ένα καταλάθος crop top που δεν θα τολμούσα να βάλω έξω και μέσα δεν κάνει ούτε για σφουγγάρισμα. Αλλά στα συναισθηματικά, ω ναι, εκεί αναρωτιέμαι χωρίς βοήθεια και εντελώς αφελώς -ή ψωνισμένως- προσφέρομαι να σας βοηθήσω πώς να φτιάξετε τη δικιά σας κατακόκκινη, πλαστική κι ανθεκτική, μικρή καρδιά, για να την κάνετε... Τι να την κάνετε; Υπομονή. Παρακαλείσθε όπως διαβάσατε παρακάτω.

ΥΛΙΚΆ
  1. Ένα πρόσφατο στραπάτσο (μεγάλο ή μικρό, πρόσφατο πάντως)
  2. Ένα ή περισσότερα μεγάλα, γερά στραπάτσα (παλαιά και ανθεκτικά κατά προτίμηση)
  3. Ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου με σκούρους φακούς
  4. Ένα χώρο όπου περνάτε πολλές ώρες με τον εαυτό σας και μόνο
  5. Ένα ζευγάρι ακουστικά και μουσική (σε κινητό, εμ-πι-θρι, γουόκμαν, ό, τι έχετε)
  6. Αιμοστατικούς επιδέσμους 
Προαιρετικά, μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε:
  • βραχιολάκια, περιβραχιόνια, ένα ρολόι με χορταστικό μπρασελέ
  • μη καθημερινά εσώρουχα (καταλαβαίνετε... Όχι ιδιαίτερα άνετα, κάπως σεξουλιάρικα κτλ)
  • ανώδυνα θέματα για συζήτηση (αν δεν έχετε, θα σας προτείνω μερικά παρακάτω)
ΕΚΤΈΛΕΣΗ 
  1. Σκεφτείτε όλη μέρα το πρόσφατο στραπάτσο σας. Μα όλη μέρα. Αν σας βοηθάει, πρήξτε τους οικείους σας αρκούντως ώστε να σας ρωτάνε από μόνοι τους για να γλιτώσουν το πρήξιμο που θα φάνε αν αρχίσετε μόνοι σας τη διήγηση.
  2. Όταν έχετε πια πειστεί ότι η ατυχία σας είναι παροιμιώδης, ανεπανάληπτη και πρωτοφανής, θυμηθείτε και το-α παλαιότερο-α στραπάτσα. Σκοπός είναι να πιστέψετε ότι η καρδιά σας έχει πληγεί ανεπανόρθωτα και η δυστυχία είναι το πεπρωμένο σας. 
  3. Σημαντικό βήμα: Εσείς δεν φταίξατε πουθενά. Τέλεια, υπέροχα αθώα θύματα της κακίας που υπάρχει ελεύθερη στον αέρα και στους ανθρώπους. Αποδεχτείτε με λυγμούς, βουβούς ή ηχηρούς, το γεγονός ότι η καρδιά σας είναι από άλλη πάστα και όντας τόσο μοναδική κι ευαίσθητη, μόνο να πληγώνεται θα έχει την τύχη-ατυχία.
  4. Τυλίξτε σφιχτά την καρδιά σας με αιμοστατικούς επιδέσμους. Φιμώστε τη. Δέστε τη σε σημείο να ναρκωθεί. Να χτυπάει αλλά να μην πονάει, να επιθυμεί αλλά να μην ζητάει, να ενθουσιάζεται (αυτό θα εξασθενήσει με τον καιρό) αλλά να αποθαρρύνεται εύκολα (κι αυτό διευκολύνεται με τον καιρό).
  5. Περνάτε πολλή ώρα από τη μέρα σας στο μοναχικό σας χώρο. Εκεί κάντε ό, τι θέλετε. Δείτε ταινίες, τηλεμάρκετινγκ, ειδήσεις, ό, τι βίτσιο έχετε. Διαβάστε Άρλεκιν ή τη Βογκ ή το Χάι ή τα άπαντα της Ασημένιας Σειράς. Χαζέψτε στο φέισμπουκ ή κάντε τσατ. Παίξτε παιχνίδια. Αλλά μόνο με εσάς στο δωμάτιο. Περάστε ώρες έτσι. Όταν φτάσετε στο σημείο να συνηθίσετε την ερημιά και την απραξία και δεν βαριέστε πλέον, είστε έτοιμοι να βγείτε έξω.
  6. Αλλά πώς θα βγείτε, έτσι; Φορέστε τα μεγάλα σας σοφιστικέ γυαλιά και κοιτάζετε το δρόμο, τον ουρανό, χάμω, τις βιτρίνες-εν ανάγκη κοιτάξτε τα περιστέρια, αλλά όχι άλλους ανθρώπους. Φορέστε τα ακουστικά σας και διακτινιστείτε στον ονειρόκοσμό σας, ξέρετε εσείς. Νιώστε την απέραντη μοναξιά και ματαιότητα του σύμπαντος. Μπορείτε να ακούτε μουσική της επιλογής σας, αλλά σε ένταση ικανή να σας καθιστά άνευ ακοής του υπόλοιπου κόσμου.
  7. Κάπως έτσι, θα φτάσετε στο σημείο να μην θέλετε να δείτε άνθρωπο και να παράλληλα να θέλετε, για να ξεπεράσετε τα στραπάτσα. Θα καταφέρετε να θέτετε απολύτως στοιχειώδη στάνταρ στην επιλογή έτερου ημίσεως (να έχει περάσει τα δεκαοχτώ) αλλά να έχετε τις απόλυτα εξασκημένες κεραίας μισανθρωπισμού να σας ρουφανεύουν εγκαίρως (τα πρώτα 10 δευτερόλεπτα) τα ντεφό του εκάστοτε υποψήφιου υποκειμένου: "Γελάει σπαστικά", "Έχει άσχημα δόντια". 
  8. Ωστόσο, επιδείξτε πόσο επικοινωνιακή ψυχούλα και κοινωνική ιδιοσυγκρασία διαθέτετε θίγοντας ανώδυνα θέματα για συζήτηση. Τι σπούδασες, σου άρεσε, σου αρέσει αυτό που κάνεις τώρα, πού μεγάλωσες, θέλεις να φύγεις απ' αυτήν την πόλη, πού πήγες διακοπές, πού πας όταν βγαίνεις, καπνίζεις/το'χεις κόψει πόσο καιρό, πότε το άρχισες, πόσο καπνίζεις/κάπνιζες, η αισχροκέρδεια της κρίσης, οι πάντα γεμάτες καφετέριες, είναι ορισμένα ενδεικτικά θέματα που δεσμεύονται να λύσουν το συνομιλητή σας και να αποκαλύψουν/επιβεβαιώσουν την τιποτένια του υπόσταση. (Στην τελική χάρη τους κάνετε, αμ πώς. Ποιος ενδιαφέρεται να ρωτήσει τέτοια πράγματα;) Κουνάτε το κεφάλι σας με κατανόηση και κοιτάτε συνεχώς στα μάτια. Σωματική επαφή απαγορευμένη-προς ώρας...
  9. Για να σταθεροποιήσετε την απόσταση και τα κάγκελα του προστατευτικού σας κλωβού, φορέστε τα αισθησιακά σας εσώρουχα και υποδεχτείτε το βδελυρό αντικείμενο του πόθου σας στον οντά σας. Κάντε ένα κρεβάτι king size και μετά μισήστε τον εαυτό σας που επιμένει και μπλέκεται με τα πλέον ακατάλληλα άτομα, που δεν ρισκάρει, που φέρεται τόσο απάνθρωπα. (Επειδή η αυτολύπηση θέλει μια άλφα διαδικασία και προσοχή, διώξτε το υποκατάστατό σας που, στο κάτω κάτω, μόνο να ξεκαυλώσει ήθελε και δεν έψαχνε την χαμένη τρυφερότητα όπως εσείς.)
  10. Φορέστε στολίδια στους καρπούς σας. Μπορείτε πάντα να φαντάζεστε ότι κρύβετε χαρακιές από κάτω. Έτσι εντείνετε την αίσθηση αδικίας και δυστυχίας και διασφαλίζετε την απόσταση, που εσείς θεωρείτε σεβασμό, ενώ τις περισσότερες φορές είναι αγνή κρυστάλλινη αδιαφορία.
Και τώρα η κορύφωση της συνταγούλας μας.
Φέρτε στο μυαλό σας μια κόκκινη πλαστική καρδούλα...
Μικρή, πλαστική, αστραφτερή...
Αναλώσιμη
Συνηθισμένη
Ασφαλής.

Και να αγαπάτε πάντα με αυτή την καρδούλα που έχετε το κεφάλι σας.
Για να μην αισθάνεστε μεγάλα πράματα πλέον, και άρα να μην πονάτε.

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Αν κρυφτώ, θα με ψάξεις;

 Οι σταθερές μου είναι λίγες, ωστόσο πάντα μια σταθερά στη ζωή είναι τεράστια ανακούφιση. "Ό,τι και να γίνει, θα..." αυτό είναι μια ωραιότατη σταθερά. Αν αρρωστήσω, αν χρεωκοπήσω, αν φάω τα μούτρα μου παντοδαπώς, θα υπάρχει αυτή η βεβαιότητα που θα φέρει σιγά σιγά την ισορροπία. Βλέπετε, θα κουβαλάει εμένα, στην ουσία ό,τι έχω επενδύσει εκεί, και θα αναδυθώ σιγά σιγά. Ένα δίχτυ ασφαλείας, που μπορεί φυσικά όπως όλα τα δίχτυα να σε αιχμαλωτίσει για τα καλά.

 Σίγουρα, μπορείς πάντα να επιλέξεις. Να κρίνεις, να αξιολογείς τις επιλογές σου όσο συχνά μπορείς, αντέχεις, γουστάρεις στην τελική. Γιατί όλα αλλάζουν, και στην τελική πρώτα πρώτα αλλάζει ο εαυτός μας. Στην συναρπαστικη αντιστοιχία σώματος πνεύματος, θέμα εξαιρετικά απλό και πολύπλοκο από όποια οπτική γωνία και να το δεις, όσο μεγαλώνουμε γινόμαστε πλέον δύσκαμπτοι, χάνουμε την ελαστικότητά μας και τη σβελτάδα μας. Παράλληλα, μειώνεται η διάθεση για αυτοκαταστροφή και ανατροπή (γνωστή ως "τα κάνω όλα σώπατο έτσι για να μου μπει καλά η χρονιά.") Έτσι όσο επενδύουμε δεκάρα δεκάρα τη ζωή που ζούμε και φτιάχνουμε έτσι τη ζωή που θυμόμαστε, ε, τα χειρότερα να 'χεις να θυμάσαι μια απροθυμία να μηδενίσεις το κοντέρ την έχεις. Γιατί βρίσκεσαι πάλι στην αφετηρία, και μαζί με τη γνώση (...σοφία; ναι καλά) σου 'ρχεται μια βαριεστημάρα για όλο το δρόμο που ανοίγεται μπροστά σου. Δεν πα' να 'ναι στρωμένος με εξωτικά άνθη.

Οπότε, μένεις με τη ζωή σου όπως την έχεις φτιάξει. Πιο εύκολο είναι να προσαρμοστείς σε μια δύσκολη σχέση, φερ' ειπείν, παρά να ψάξεις για μια καλύτερη. Δεν είναι ούτε πιο σωστό ούτε πιο συμβατό με τα ήθη της εποχής μας, αν και ήταν πάρα πολύ όχι και τόσο παλιά. Το κλου εδώ είναι πως από τις δυσκολίες βγαίνεις με πιο πολλά όπλα, περισσότερες γνώσεις και τεχνικές πολέμου, μεγαλύτερη ψυχραιμία και προσαρμοστικότητα. Και ερωτώ. Για ποιο λόγο να αποκτήσω τέτοιο οπλοστάσιο, αφού με αυτή τη λογική θα περάσω τη ζωή μου απλώς ανεβαίνοντας πίστα, και καινούρια, πιο εξελιγμένα όπλα θα είναι απαραίτητα. Και πάλι από την αρχή.

 "Μα, αυτό είναι ζωή. Ένας αδιάκοπος αγώνας." Μάιστα. Εμένα πάντως αυτός ο ορισμός που είχε διαφύγει. Είναι αγώνας, οκέι, αλλά κι ένα κάρο άλλο πράγματα, και επ' ουδενί αδιάκοπος. "Μα άμα με την πρώτη δυσκολία τα παρατάς, δεν θα φτάσεις ποτέ σου πουθενά." Ε, κάπου θα φτάσω. θα περιπλανιέμαι στην πρώτη πίστα, ναι, θα είμαι πολύ πιο αργός από τους περισσότερους συνταξιδιώτες, αλλά...
Αλλά...ψάχνω τώρα το "αλλά". Αλλά στο τέλος θα έχω εγώ δίκιο, θα βρω μια ευτυχία ολόδικιά μου, που δεν θα μπορέσω να τη μοιραστώ με κανέναν κι έτσι ίσως περάσω τη ζωή μου νιώθοντας δυστυχής, ή τούμπαλιν, να περάσω τη ζωή μου σε δυστυχία ενώ βαυκαλίζομαι ότι επέλεξα το δικό μου δρόμο. Έτσι, για να μάθουνε.

 Οι σταθερές, οι σταθερές. Για να βρεις σταθερά και να τη διατηρήσεις πρέπει να ακολουθήσεις συνταγές. Όσο κι αν λατρεύω τη σκέψη πως τα καλά θα έρθουν από μόνα τους επειδή αξίζω, ε δεν ισχύει. Με μεγάλη μου πίκρα το ομολογώ. Μα δεν μπορώ να το χωνέψω.

 Μπορεί να βρέθηκα στο βυθό της παγωμένης λίμνης από δικό μου λάθος. Αλλά ανασύρθηκα και δεν πνίγηκα. Επένδυσα σε σταθερές. Αν νιώθω πολύ άσχημα, βάζω λουλούδια απέναντί μου. Αν νιώσω εντελώς κομμάτια, θα κάνω ιππασία. Αν πονάω, θα σκεπάσω τα βλέφαρά μου με νύχτα και θα πιω βροχή. Δεν μπορώ να περιμένω πολλά από τους ανθρώπους. Δεν φταίνε αυτοί. Το κόλλημα στη μετεφηβεία μου φταίει. Δεν θα πω εύκολα "φταίω εγώ." Όταν φταίω, με χτυπάω βάναυσα.

 Σε πόθους τριών λεπτών και σπασμένα γυαλάκια και κουκούλια από σκιές, εκεί κρύβομαι από τον εαυτό μου, από τον εαυτό που βγάζω βόλτα και βλέπουν οι άλλοι. Μα τι εγωκεντρικός άνθρωπος! ΚΑΚΟ ΚΑΚΟ ΚΑΚΟ. Άρπα μια για να μάθεις. 

 Εκεί που κρύβομαι, δεν έχω σταθερές. Ντρέπομαι τόσο πολύ που κρύβομαι! Δεν θέλω να λερώσω τίποτα. Αμόλευτο, αψεγάδιαστο, απροσπέλαστο, ντελικάτο, απαλό, κομψό και ραφινάτο: αυτά με παρηγορούν, αυτά με ανακουφίζουν σαν πονάω. 

 Έχω ανθρώπους στη ζωή μου που δεν μου δίνουν αυτό πουυ θέλω και νιώθω ότι χρειάζομαι όταν είμαι σε τέτοια διάθεση. Όταν φοβάμαι, νιώθω είτε σαν προβληματικό μαλακισμένο ή σαν εγωιστικό τέρας, με πολύ ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή μου. Εγώ φταίω γι' αυτό. Αλλά φοβάμαι! Φοβάμαι και ντρέπομαι. Just let me be. 

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Η ΠάραΠολύΆννα η ανερυθρίαστη

 Θα πρέπει να είμαι από τα ελάχιστα ελληνοπαίδια που δεν ντρέπονται να δηλώσουν ρητά κι ευθαρσώς ότι έχουν διαβάσει όλα -μα όλα- τα βιβλία της Πολυάννας.

 Η Πολυάννα και το παιχνίδι της χαράς. Στον τίτλο μπαίνει η κατοχυρωμένη πατέντα, έτσι για να μην μας φάνε τα δικαιώματα, και γνωρίζουμε την Πολυάννα. Ένα εντεκάχρονο (ή δωδεκάχρονο;) πεντάρφανο κοριτσάκι, που πάει να μείνει στη μόνο εν ζωή συγγενή της, τη στριμμένη γεροντοκόρη Πόλυ. Η μαμά της Πολυάννας ήτο μάλλον κοπέλα αποφασιστική και πολύ μπροστά από την εποχή της, διότι, αν και Κάρινγκτον, αρχόντισσα της αμερικάνικης κωμόπολης Μπέλτινγκσβιλ (πόσο καλτ Θεέ μου) και μ' έναν ζάπλουτο να την θέλει κολασμένα, τον Πάντλετον, την κάνει γυριστή και πάει και παντρεύεται έναν φτωχό πάστορα. Η χαρά του κλισέ, εννοείται, για Αμερική του 1910 μιλάμε. Αφού ρίχνει μαύρη πέτρα πίσω της, γεννάει την πρωτότοκη (ωρέ λες να την είχε στα σκαριά και γι' αυτό να κουκουλώθηκε τον παπάστορα;) και της δίνει αυτό το φοβερά εύηχο και γενικώς φοβερό όνομα, Πόλυ+Άννα=λοβ, γιατί είχε δυο αδερφές και ήθελε να τις εξευμενίσει. Κι έτσι δημιουργήθηκε αυτός ο θρύλος, αλλά τον πούλο, η μία αδερφή η Άννα μας άφησε νωρίς, δεν μας ξεκαθαρίζει η συνγραφέφς τα αίτια, η άλλη δε η Πόλυ, χολωμένη που τους εξέθεσε στην κενωνία, γίνεται μαρμαροκολόνα και ούτε γράμμα δεν της απαντάει. Κι εδώ ξεκινάει το κάρμα, που ακουσίως (πιστεύω) είναι μπουκωμένο στο μαύρο ξερό χιούμορ. Η Πόλυ, που ούτε να την δει την αδερφή της, καλά για τον γαμπρό της άσε, τον άμβωνα θα του 'φερνε κολάρο, κληρονομεί την Πολυάννα ούσα η μόνη είπαμε συγγενής της, γιατί τι θα πει ο κόσμος αν άφηνε το μούλικο σε κάνα ίδρυμα. Φάτα τώρα μωρή, σαν να λέμε. Το κοράσιον εντωμεταξύ, που έχει πεθάνει η μάνα του και τα υπόλοιπα αδερφάκια της, λογικό είναι να έχει αναπτύξει άμυνες, ούτε μεταλλαγμένη κατσαρίδα. Άμα έχεις πάει πιο πολλές φορές σε κηδεία παρά για ψώνια, τι να μας κλάσει τώρα η θεία Πόλυ. Κι έρχεται και πωρώνεται και μαθαίνει από μικρό να επικεντρώνεται στα καλά της ζωής. Έχει ηθικό ακμαιότατο και άθραυστο (για τα νεύρα της δεν παίρνω όρκο, αλλά άμα ήταν σαν του Τιραμόλα, και πάλι άθραυστα.) 
 Το ρεζουμέ: Η Πολυάννα θεωρεί εαυτόν κακάσχημη, επειδή έχει φακίδες (τα γαλανά μάτια και τα ξανθά μαλλιά είναι στερεοτυπικά φαίνεται στο Αμέρικα) και δεν μπορείς με την καμία να της χαλάσεις τη διάθεση. Τιμωρία τη βάζεις να διαβάσει ένα τόμο Μπριτάνικα κι αυτή χαίρεται για τον ζήλο σου να μορφωθεί. Τα νεύρα της θειας δεν είναι καλά. Βάλε ότι όλοι οι άλλοι την λατρεύουν, γιατί φυσικά όλοι λατρεύουμε οποιονδήποτε αν τον βλέπουμε είκοσι λεπτά την εβδομάδα, αλλά άμα μας κατσικώνεται στο σβέρκο και η λαίδη Ντι μας φαίνεται ανυπόφορη. Συν την αδιάκριτη περιέργεια της Μικράς, ρωτάει όλον τον κόσμο για τα προβλήματά του, κάνει υποδείξεις και δίνει συμβουλές τόσο αφειδώς, που ο όλος ο κόσμος βελτιώνεται τελικά για να την ξεφορτωθεί. Ή, για να μην είμεθα τόσο σκληροί, επειδή κάποιος ενδιαφέρθηκε επιτέλους. Κι αυτό σωστό, άντε. Κοντολογίς η Πολυάννα έχει πιάσει το νόημα της πολιτικής ορθότητας, κάνει και λέει ό,τι μαλακία θέλει έχοντας ξεκαθαρισμένη και φωτοβολημένη την καλή της πρόθεση. Οπότε, άμα την βρεις αδιάκριτη και εκνευριστικά απόλυτη, εσύ φταις που τα βλέπεις όλα μαύρα. Στον αληθινό κόσμο βέβαια τότε και τώρα όσα κοριτσάκια δοκίμασαν να τη μιμηθούν έχω τη φριχτή υποψία ότι το όραμά τους για ένα καλύτερο κόσμο καταποντίστηκε εν είδει σφαλιάρας. Γιατί και οι γονείς άνθρωποι είναι και δεν μπορούν να χαίρονται που δεν έχουν λεφτά να πάρουν ψωμί επειδή "το ψωμί παχαίνει οπότε είμαι ευχαριστημένη που δεν θα φάμε ψωμί".

Σπόιλερ: Η Πολυάννα γοητεύει τους πάντες, ο Πάντλετον θέλει να την υιοθετήσει, αυτή αρνείται γιατί "ανήκω στη θεία Πόλυ" (...ω ναι...), όλοι την λατρεύουνε, μαζεύει απ'το δρόμο ένα πιτσιρίκι που βρομάει και ζέχνει, τον Τζίμη Μπην, τη στουκάρει ένα αμάξι, κινδυνεύει να μείνει παράλυτη (εκεί φυσικά το παιχνίδι της χαράς αποσύρεται διακριτικά, γιατί μια κάποια νοημοσύνη τη διαθέτουν οι αναγνώσται, δεν μπορεί να πει τίποτα του στιλ "Είμαι ευχαριστημένη που έμειναν παράλυτη στα πόδια κι όχι στα χέρια γιατί δεν θα μπορούσα πια να πλέκω" και να το καταπιούν αμάσητο), η Πόλυ παραδίδει τα όπλα και παραδέχεται ότι την αγαπάει, φωνάζει στο σπίτι τον γιατρό Τσίλτον, ο οποίος και είναι ο πλέον ειδικός για την παμσπάνια περίπτωση της Πολυάννας και υπήρξε πρώην αρραβωνιαστικός της Πόλυ, ώσπου μαλώσανε για μια βλακεία και το διαλύσανε, αλλά αγαπιόντουσαν πάντα, γι' αυτό η θειάκω έγινε στριμμένη και το τσιμέντωσε, αλλά τώρα που τον φώναξε σπίτι (το παιδί πάν' άπ' όλα) είναι σαν νερό κάτω απ' τη γέφυρα και τα ξαναφτιάχνουνε, ο Πάντλετον υιοθετεί τον Τζίμη Μπην για να κάνει το χατίρι της Παρολίγον Μις Παραπλήγα, η Θεια παντρεύεται το Γιατρό και η Πολυάννα ξαναπερπατάει. Αλίμονο.

 Η Πολυάννα μεγαλώνει: Εδώ πια, τι να πούμε. Η θεία Πόλυ, παντρεμένη πλέον, ακολουθεί τον ντοτόρε στα μεταπτυχιακά του (βρήκε προίκα ο άλλος, σου λέει, ευκαιρία να γίνω Παπανικολάου) και την Πολυάννα την στέλνουν σε μια άγνωστη. Κυριολεκτικά. Βλέπετε, στο μαγευτικό Βερμόντ, υπάρχει το αρχοντόσογο Βέτερμπυ, που κι εκεί τρεις αδερφές: Η Ρουθ, η Ντόρις και η Ντέλα. Η Ντέλα, αν και το φυσάει προφανώς, εργάζεται ως νοσοκόμα, κι έτσι γνωρίζει την Πολυάννα, μαγεύεται και θέλει να τη στείλει στην αδερφή της τη Ρουθ που έχει μελαγχολία. Γιατί έχει μελαγχολία η Ρουθ; Γιατί η Ντόρις παντρεύτηκε έναν, έκανε ένα γιο τον Τζέμι, και μετά πέθανε. Πέσανε πάνω στον σώγαμπρο οι πλούσιες θείες, εμείς θα πάρουμε τον Τζέμι, εσένα βρομάνε τα χνώτα σου από την πείνα, τρόμαξε ο χριστιανός και πήρε το παιδί του κι εξαφανίστηκε. Η πιο σωστή κίνηση σ' όλο το βιβλίο κατά τη γνώμη μου. Η Ρουθ Κάριου πλέον, χηρεύσασα εντωμεταξύ, ΚΑΙ ζάπλουτη φυσικά, μελαγχολεί βάναυσα. Σου λέει η Ντέλα (η οποία παρουσιάζεται ως ασέξουαλ για κάποιο λόγο, λες και οι νοσοκόμες είναι άφυλες μανούλες) πρέπει να ξεκουνηθεί πια η μαλάκω, είπαμε, κι εμείς λυπηθήκαμε, αλλά δεν κάτσαμε στην έπαυλή μας να κλαίμε πάνω στις μινκ μας, και ζητάει την Πολυάννα. Έτσι απλά, κολλήστε ένα γραμματόσημο "ο παραλήπτης πληρώνει το τέλος" στο δόξα πατρί της Πολυάννας και στείλτε τη μου εδώ, η αδερφή μου και πάμπλουτη είναι και καλά κονέ έχει και για την προικούλα της θα μεριμνήσει. Σου λέει η Πόλυ, μια εμπειρία η ανιψιά την έχει με τις στριμμένες θείες, δεν τη στέλνω στο Βερμόντ να δει κι η άλλη η λεβεντοπλούσια τι εστί αισιοδοξία στο μάξιμουμ 24/7; Να κάνω κι εγώ τη ζωάρα μου; Σούμπιτη η Πολυάννα, από την πρώτη εβδομάδα η Ρουθ νιώθει τα νεύρα της κάπως κρυστάλλινα, να το πω κομψά. Κάνοντας είπαμε τα πάντα με καλή πρόθεση και φωτοστέφανο ως αξεσουάρ, δεν μπορεί να τη διώξει η άλλη γιατί "ανέλαβε μια υποχρέωση". Στο μεταξύ, η Πολυάννα φεύγει και κάνει βόλτα σ' όλο το Βερμόντ, και γνωρίζει διάφορο κόσμο: τη Σάντυ, μια φτωχιά πωλήτρια που παραλίγο να μπλέξει με κακές συναναστροφές και τη σώζει η νεαρά, και ένα αγόρι σε καροτσάκι, πάμφτωχο κι ορφανό, τον Τζέμι. Παθαίνει κοκομπλόκο η άλλη, σου λέει βρήκα τον Τζέμι της Κάριου, ΑΧ ΕΙΜΑΙ ΤΟΣΟ ΚΑΛΗ, αλλά δεν μπορεί να το αποδείξει. Η Ρουθ ελπίζει μια στιγμή η γυναίκα αλλά σου λέει, άλλη μια απάτη, την πατήσαμε. Δεν είναι ο Τζέμι μου αυτός. Η Πολυάννα, που αντιλαμβάνεται την υιοθεσία σαν πρόβα στη μοδίστρα, της προτείνει, όπως και στον Πάντλετον, να υιοθετήσει τον Τζέμι. Η άλλη βέβαια, καψούρα στην εμμονή της, αρχίζει τα "όχι θέλω τον Τζέμι μου τον Τζέμι μου τον Τζέμι μουουου" αλλά φυσικά υποκύπτει το γατάκι στην ψυχολογική βία της Πολυάννας, για να μη βγει η κακιά. Ο Τζέμι όμως αποδεικνύεται πιο έξυπνος. "Όχι μανδάμ, δεν είμαι εγώ Πολυάννα να πηγαίνω σ' όποιον με θέλει. Τι να έρθω, δεν γουστάρω ελεημοσύνες εγώ." Σωστός ο πιτσιρίκος, γιατί η χήρα Κάριου, με το που φεύγει η Πολυάννα (την πεθύμησε η θεία της, λέει) προσκολλάται στην Σάντυ και στον Τζέμι, εκτεθειμένη ούσα κι ευάλωτη και πού-πήγαν-τα-βρακιά-μου-ήθελα-να'ξερα, λίγο ψήσιμο ακόμα και η Ρουθ ζητάει απ' τον Τζέμι να έρθει σπίτι γιατί τον αγαπάει (ήτοι αγαπάω=με πλακώνουν οι τοίχοι και θα πέσω σε χειρότερη κατάθλιψη και θα μου φέρει η Ντέλα πάλι κάνα μούλικο ακόμα χειρότερο, έλα εσύ που σ' έχω μάθει και συνηθίσει, σε χρειάζομαι) και ο μικρός παραπλήγας, φυσικά, τώρα που η άλλη τον αγαπάει και δεν θα του βάζει χέρι επειδή το καροτσάκι αφήνει σημάδια στα πανάκριβα χαλιά, δέχεται. Κομπλέ ο μικρός! 
 Η Πολυάννα δεν περνάει και τόσο καλά βέβαια. Πεθαίνει ο θείος ο γιατρός και τις αφήνει στην ψάθα. Μια απ' τα ίδια για την Πολυάννα θα μου πείτε αλλά η Πόλυ τρώει το βέλο της από το κακό της. Πτωχή και ρόμβα γυρίζει στην Μπέλντινγκσβιλ, φαρμακωμένη κακό ιστορίες. Η Πολυάννα προσπαθεί να βρει ένα συγγραφικό τάλαντο για να κερδίσει χίλια δολάρια, αλλά παίρνει τον πούλο και το ξέρει. Ευτυχώς δηλαδή που ξέρει να μαγειρεύει...

Σπόιλερ: Χαμός στο ίσωμα. Η Πολυάννα, για να βγάλουνε λεφτά, καλεί τους φίλους της απ' το Βερμόντ να παραθερίσουν στη μαγευτική Μπέλντινγκσβιλ. Έναντι αμοιβής φυσικά. Σαν να λέμε, μένω στου διαόλου το κέρατο, δεν έχω μία, φίλοι μου αλήτες πουλιά ελάτε κι εσείς εδώ, να πλερώνετε, κι εγώ θα σας μαγειρεύω. Κομπίνα, όχι αστεία. Εκεί γίνεται της παρεξηγήσεως. Η Πολυάννα γουστάρει τον Τζίμη Μπην που έχει μεγαλώσει κι έχει γίνει γκόμενος, αλλά πικραίνεται γιατί νομίζει ότι αυτός γουστάρει τη Ρουθ. Ο Τζίμης γουστάρει την Πολυάννα αλλά νομίζει ότι αυτή γουστάρει τον Τζέμι, που τον γουστάρει η Σάντυ. Και η Ρουθ νομίζει ότι ο Πάντλετον γουστάρει την Πολυάννα. Σαπουνόπερα; Έχει κι άλλο. Ο Τζίμης θέλει να παντρευτεί την Πολυάννα αλλά η θεία Πόλυ δεν θέλει γιατί ο Τζίμης δεν είναι από σόι (αν μη τι άλλο, η γυναίκα έχει μια συνέπεια στην κοσμοθεωρία της: στην αδερφή της έκοψε την καλημέρα όταν παντρεύτηκε τον παπαΤυχαίο. Το ότι ο Τζίμης κληρονόμος γαρ του Πάντλετον τα 'χει τα λεφτούλια του δεν την πτοεί. Κούντος θεία Πόλυ!). Ο Τζέμι κερδίζει αυτός τα χίλια δολάρια του λογοτεχνικού διαγωνισμού και δεν νιώθει άχρηστος κι έτσι μπορεί να παντρευτεί την Σάντυ που την γουστάρει. Ο Τζίμης μαθαίνει τελευταία στιγμή ότι αυτός είναι ο Τζέμι ο ορίτζιναλ αλλά αποποιείται των δικαιωμάτων του για να μην στενοχωρήσει τον Τζέμι τον φο, που το' χει πιστέψει ότι είναι ένας Βέτερμπυ δόξα και τιμή. Η θεία Πόλυ, αφού μαθαίνει ότι ο Τζίμης είναι από αρχοντόσογο, ησυχάζει και δίνει την ευχή της, ο Πάντλετον παντρεύεται τη Ρουθ (λέτε η Ρουθ να το' κανε για να υιοθετήσει αυτόματα και τον ορίτζιναλ Τζέμι; Χαρ χαρ χαρ, γουστάρω εμμονές!) και η Πολυάννα με τον Τζίμη επιτέλους φιλιούνται και αυλαία. Και μετά κατηγορούμε τις σαπουνόπερες.


Κι εδώ η Ελεανόρ Πόρτερ σπάει την πένα της και εγκαταλείπει το φρανσάιζ, έχοντας βγάλει βέβαια λεφτά  για τους απογόνους της, έχοντας χαρίσει έναν αμφιλεγόμενο και βάναυσα επίπεδο χαρακτήρα κι ένα όνομα αρκούντως δημοφιλές ακόμα και στην Ελλάδα. Πολυάννα, το βιβλίο φετίχ των μαμάδων μας, με πολλά σίκουελ, εκδόσεις Άγκυρα (λατρεμένη) και στα μετέπειτα βιβλία εικονογράφηση (καθόλου λατρεμένη) "Μάκη Γιακουμάτου" (ναι ναι, αυτός ο λεβεντομαλάκας). Μια νοσταλγία για την παιδική ηλικία, για τη διπλή χαρά όταν το κομ ιλ φο σπάει και γεμίζεις λάσπες το σπίτι, και, εδώ που τα λέμε, μια χαρά γραφή είχε η κυρία Πόρτερ, παραμένει ευανάγνωστη και σήμερα. Αλλά αν είστε παιδάκια, καλύτερα να διαβάσετε τους τρεις Ντετέκτιβ παρά την Πολυάννα. Συνεχίζεται....

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

Τι να βάλω στο γάμο (οδηγός για τζέντελμαν)

"Έχω γάμο το Σάββατο"

 ...ποτέ την Κυριακή, για κάποιο λόγο οι πρεστιζάτοι γάμοι γίνονται Σάββατο. Ηλίθια παρατήρηση, άβολος πρόλογος. Κατευθείαν στα βαθιά, μπλουμ!
  • Κουστουμιά. Αχ το κοστούμι, αχ το κουστουμάκι! Πόσα άρθρα έχουν γραφτεί για το σωστό μήκος των μανικιώνε, για τα ραφτά η κολλητά γεμίσματα, για το μέγεθος της βάτας, για τα πόσα κουμπιά διαθέτει το σωστό κουστούμ... Εδώ είμεθα να σας λύσουμε όοολες τις απορίες.
  1. Βάλε χρώμα στη ζωή σου. Κοστούμι μπορείς να βρεις και σε παπαγαλί, άμα θες. Αν όμως φοβάσαι ότι θα γελάνε και τα μανουάλια, υπάρχουν κάποιες αποχρώσεις ασφαλείς, δοκιμασμένες, εγκεκριμένες και με εγγύηση (σχετικά) αορίστου χρόνου. Το μαύρο είναι λίγο τζεϊμσμποντικό, λίγο Ταραντινικό, λίγο αληταρία, λίγο κοράκι και πολύ επίσημο. Πώς υπάρχει το ΜΜΦ (LBD); Γεγονός είναι πως μαύρο κοστούμι φοριέται κυρίως σε γάμους και σε μπουζούκια-σε συνεντεύξεις δύσκολο, σε ραντεβού "Ίσα, ρε", το δε καλοκαίρι είναι απλά άκυρο. Ωστόσο, αν διαθέτεις 3-4 κοστούμια, το μαύρο δένει ταμάμ με το γάμο και σε κάνει ολίγον χάι σοσάιετι. Το σκούρο μπλε είναι ο μπαλαντέρ που θα σε ξελασπώσει παντού, πάει σε όλους και με τα πάντα, έχει δε ένα αλλύρ κάπως κολεγιακό και κάπως ναυτικό που και μπούλης ή μπουχέσας να είσαι που ούτε κορνφλέικς δεν ξέρεις να διαλέξεις σε μεταμορφώνει σε σοβαρό, ήσυχο, μετρημένο "καλό παιδί". Το γκρίζο απαιτεί δεξιοτεχνικό χειρισμό, κυρίως επειδή υπάρχουν πενήντα αποχρώσεις του γκρι, και άντε να βρεις αυτή που σου πάει χωρίς να μοιάζεις ότι πας στη δουλειά σου και βαριέσαι τη ζωή σου. Το ανθρακί ταιριάζει στο χειμώνα υπέροχα αλλά αν είσθε μαυροτσούκαλο θα φαίνεσθε πολύ μουντός. Το ασημίζον (ΌΧΙ ΛΑΜΈ!!!) είναι πολύ όμορφο το καλοκαίρι και την άνοιξη αλλά σε συνδυασμό με χλωμό δέρμα, ανοιχτά μάτια και μαλλιά θα μοιάζετε σαν ξεπλυμένος εν χλωρίνη. Το Γκριζάκι βέβαια παντός καιρού κι αυτό, κατά τι ολιγότερον εντυπωσιακόν από το Βαθύ Μπλε (γιατί στην ουσία δεν είναι χρώμα) αλλά σκέτος καμβάς το άτιμο: Σηκώνει όλων των ειδών τα χρώματα σε πουκάμισο και παραφερνάλια χωρίς να τσιρίζει. Οπότε αν θέλετε ένα κουστούμι να κάνει για δέκα, ψάξτε να βρείτε το γκρι εκείνο που σας κάνει γκό-με-νο. Αν δεν το βρείτε, πάρτε ένα Βαθυκύανο. Το καφετί είναι ένα ζεστό χρώμα, με εκατό αποχρώσεις κι αυτό, αλλά επειδή τις προηγούμενες δεκαετίες ήτο γκραν σουξέ, σήμερον θεωρείται ελαφρώς πασέ. Είναι και δύσκολο χρώμα το άτιμο, δεν συγχωρεί στρογγυλάδες κι ασσυμετρίες, για να δείξει θέλει πολύ καλό ύφασμα αλλά, αλλά, να 'στε σίγουροι ότι καφέ κοστούμι δεν θα φοράει άλλος στο γάμο. Κι έτσι προσφέρεται για εμφάνιση στρακαστρούκας, αν αυτό επιθυμείτε, είτε με το σκούρο καστανό (που το θέλει το μαυρισματάκι του) είτε με το καφεγκρί, taupe στο πιο ενημερωμένο του, που είναι απόχρωση κοινότατη κι απροσδιόριστη μαζί-άρα ενδιαφέρουσα. Σιμπιζάκι αποκλειστικά το καλοκαίρι σε λινό, αμιγές ή μείξη, αρκετά ξεπερασμένο, τσαλακώνει με το φύσημα, ωστόσο τόσο δροσερό που παραμένει ακόμα δημοφιλές, αλλά σε πόσους γάμους να πας το καλοκαίρι, και πόσες φορές θα βάλεις το ίδιο κοστούμι με το ίδιο πουκάμισο με την ίδια γραβάτα; Είναι και ύπουλο το μπεζ, δεν συνδυάζεται και πολύ αρμονικά με το ανθρώπινο δέρμα, απόδειξις οι πάντα ατυχείς φωτογραφίες που θα φαίνεσθε είτε πορτοκαλί είτε κιτρινόγκριζοι. Το μπλε το σκέτο, το έντονο, της Εθνικής, κάνει μπαμ από χιλιόμετρα, με ό, τι αυτό συμπεριλαμβάνει, δεν θεωρείται αρκούντως σοβαρό και δυστυχώς δύσκολα βρίσκεις μοντέρνο πατρόν, το βασικό κώλυμα δε είναι πως παραμένεις "αυτός με το γαλάζιο κοστούμι", οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό σου ξεθωριάζει. Το μπορντό είναι δυσκολάκι, ακόμα πιο έντονο θεωρείται του μπλε, αν και δεν είναι, επειδή το κόκκινο θεωρείται παραδοσιακά πολύ έντονο και ως εκ τούτου μάλλον γυναικείο χρώμα (δεν συμφωνώ καθόλου και δεν θα επεκταθώ), ωστόσο αν έχετε γάμο που θέλετε ν' ανάψετε πυροτεχνήματα άμα τη εμφανίσει σας και μοιάζετε με μοντέλο -κανονικό μοντέλο, όχι τούμπανο με αγριόφατσα- δοκιμάστε το. (Αν και μάλλον δεν θα το προτιμήσετε. Είναι δύσκολες οι αποχρώσεις κι αλλάζουν με το φωτισμό.) Το πρασινάκι είναι, μαζί με το βαθυκύανον, τα πιο ασφαλή χρώματα χρώματα, που μπορούν να είναι από εκτυφλωτικά έως απόλυτα υποτονικά, φέρουν δε συνειρμούς στρατιωτικούς, σώματα ασφαλείας κι έτσι, οπότε είναι αυτό που λένε οι πατεράδες "σοβαρό χρώμα". Είναι βέβαια σπάνιο το βαθυπράσινο του μπουκαλιού (το λαχανί ξεχάστε το) και θέλει ελάχιστα βάρη, ήτοι να μην σηκώνετε πολλά πολλά κι αυτό να βγαίνει και προς τον κόσμο, αλλά είναι μια ενδιαφέρουσα σοφιστικέ επιλογή για εκείνους που δεν αγωνιούν αν θα φαίνονται σοφιστικέ κι ενδιαφέροντες. Το μελιτζανί είναι τολμηρό μυστήριο και υποκειμενικά υπέροχο, σπάνιο κι εξεζητημένο, ριψοκίνδυνο κι εύκολος στόχος. Αν αγαπάτε το μελιτζανί και θα φορούσατε κοστούμι σε βαθύ μωβ επειδή έτσι σας αρέσει, παρακαλώ όπως επικοινωνήσατε μαζί μου.
  2. Πανί με πανί. Το cool wool το λεγόμενον, το συνηθέστερο ύφασμα κοστουμιών (της προκοπής) είναι παντός καιρού, ασφαλές και θέλει μια κάποια στοιχειώδη περιποίηση. Κλασικό μέχρι κλισέ. Εάν έχετε ένα κοστούμι βέβαια είναι η πλέον κατάλληλη επιλογή. Προσοχή μόνο να μη γυαλίζει πολύ, αν θέλετε μια ασφαλή επιλογή, ειδάλλως ένα ύφασμα που παίζει με το φως μπορεί να γίνει εξαιρετικά ενδιαφέρον, είτε είναι το σκούρο μπλε του βυθού δια χειρός Raf Simmons είτε είναι το ασημί πολυεστερικό του ανερχομένου τραγουδιστή (ενδιαφέρον για άλλους λόγους φυσικά). Το μετάξι είναι πανάκριβο κι εστετίστικο, συχνά αθάνατο, δείχνει πάντα αλλά είναι απαιτητικό. Το κασμίρι είναι ακόμα πιο πανάκριβο, άκρως πολυτελές, πολύ απαιτητικό και ζόρικο και το βασικό προσόν του είναι πως κραυγάζει ότι βάλατε τα καλά σας στο γάμο και δεν είστε τίποτα φτωχομπινέδες εσείς. Οι προσμείξεις των ωστόσο είναι πολύ ενδιαφέροντα υφάσματα και συχνά αποθέτουν τα προτερήματά των στο ανθεκτικό μαλλί με μεγάλη σεμνότητα, ούτως ώστε να μην φαίνεται πόσο φίνο είναι το κουστούμι σας παρά μόνο από κοντά. Κλείσιμο ματιού, πονηρούληδες. Το τουίντ ταιριάζει σε κρύο καιρό μόνο, αλλά ταιριάζει τόσο άψογα, που δείχνετε τουλάχιστον επίτιμος προσκεκλημένος, αλλά ποτέ σε μαύρο, γιατί χάνεται όλη η λεπτοδουλειά της ύφανσης και σας μένει ο έξτρα όγκος "Έφτιαξα κοστούμι από την παλιά βελέντζα της γιαγιάς μου". Το κοτλέ είναι κάργα ανεπίσημο, μην αφεθείτε να πειστείτε για το αντίθετο, για κάποια άλλη περίσταση είναι παιχνιδιάρικο και εκκεντρικούλι αλλά ουχί στο γάμο του κειμένου. Το βελούδο είναι λίγο βασιλική οικογένεια, λίγο σαλέ στο Άσπεν, λίγο φοράω το κοστούμι του προπάππου του μεγαλοκτηματία και πολύ άσχετο με τον ελληνικό καιρό. Τόσο πολύ βιλούδου ούτε ο τριθέσιος καναπές της θειας Ευτέρπης δηλαδή. Έχει μια υπερβολή, το λοιπός. Το λινό είναι αποκλειστικά καλοκαιρινό, ούτε καν ντεμί σεζόν, και ισχύει κι εδώ ότι η επιτυχία του χθες είναι το κιτς του σήμερα (και το ψαγμένο του αύριο, οπότε φυλάξτε τα προσεκτικά, ε;) αλλά είναι δροσερό είπαμε και, όταν φρεσκοσιδερωμένο (για κάνα τέταρτο δηλαδή) είναι φίνο. Εύφημος μνεία στη σετακρούτα, ύφασμα ελαφρό και μεταξωτό, πολύ δροσερό και μουράτο, που δεν παράγεται πλέον εδώ και δεκαετίες. Αν βρείτε κανένα σε κανένα μπαούλο σε κανένα υπόγειο κανενός παλιού σπιτιού αγκαλιάστε το και παραδώστε το σε ράφτη εμπιστοσύνης σας (πονεμένη ιστορία). Αποφύγατε όπως παρακαλείσθε τα συνθετικά (πάντα μα πάντα κοιτάζουμε το ταμπελάκι που δείχνει τη σύνθεση του ρούχου, συνήθως στα σακάκια είναι μέσα στην αριστερή εσωτερική τσέπη) ακόμα και τις προσμείξεις των, δείχνουν φτηνιάρικα, ανεξαρτήτως τιμής, και συχνά γυαλίζουν και τσαλακώνουν σαν πλαστική σακούλα. Το αμιγώς βαμβακερό κοστούμι δεν είναι για γάμο. Δεν έχω κανένα επιχείρημα της προκοπής για να στηρίξω την άποψή μου αυτή. Αλλά καλύτερα ν'ακούσετε εμένα παρά τον πωλητή ή την πωλήτρια, που επιμένει ότι είναι η νέα μόδα στα κοστούμια.
  3. Γραμμές παράλληλες και τεθλασμένες. Το ριγέ είναι τόσο εξεζητημένο όσο να μπορεί να το φορέσει ο καθένας. Αν το κοστούμ είναι καλοραμμένο, δείχνει σ' όλα τα υφάσματα, και κάνει τον φέροντα ένα τσικ πιο ενδιαφέροντα, χωρίς όμως να τον πλακώνει -τηρουμένων των αναλογιών βέβαια... Αυτά περί κολακευτικού σχεδίου και μυστικών αδυνατίσματος και τεχνικές επιμήκυνσης μην τα πολυπιστεύετε, δεν ισχύουν σε όλους, το μόνο που ισχύει είναι ότι φαίνεστε ότι θα θέλατε να είστε πιο ψηλός και πιο αδύνατος. Αυτό από μόνο του δεν είναι καθόλου κολακευτικό για το άτομό σας. Οι πυκνές ρίγες, όντας πιο ευδιάκριτες, τονίζουν το "ψαγμένο" (τι βάρβαρη λέξη!) του θέματος και, αν διαθέτετε ένα ή δύο κοστούμια, δεν είναι και οι πιο ευπροσάρμοστες συνδυαστικά. Οι αραιές ρίγες ωστόσο προσφέρουν, μες στη διακριτικότητά τους, πιο ευρεία γκάμα ασφαλών επιλογών, οπότε μπορείτε να συνδυάσετε με ριγέ πουκάμισο και ΜΗ ριγέ γραβάτα Ή με ριγέ γραβάτα και ΜΗ ριγέ πουκάμισο, κάτι που είναι πολύ ενδιαφέρον. Στις πυκνές ρίγες είναι επίσης ενδιαφέρον, αλλά ο βαθμός δυσκολίας είναι πολύ ψηλά. Οι χρωματικοί συνδυασμοί είναι μάλλον περιορισμένοι, βέβαια άμα βγεις να ψάξεις ύφασμα θα βρεις τα χρώματα της Ίριδας, αλλά στο μέσο (καλό) κατάστημα θα βρεις: γκρι με μαύρη λεπτή αραιή ρίγα (εξαιρετική επιλογή, ακόμα και για ένα μόνο κοστούμι αν έχετε, παίζετε με άσπρο, μαύρο, γκρι, σας παίρνει και και το μπλε, και είσθε μέγκλαν), γκρι με λεπτή πυκνή (υπο) λευκή ρίγα (εξαιρετικό τους μήνες που έχει ήλιο, σας παίρνει να ρίξετε όποιο χρώμα θέλετε, από ταμπά μέχρι και κίτρινο και μοβ, το μπορντό του πάει τρέλα), μαύρο με αραιή ή πυκνή ρίγα, συνήθως σε υπόλευκο ως γκρι (για κάποιο λόγο αυτό το κλασικό pinstripe δεν είναι για κάθε μέρα, αλλά για γάμο ή για συναυλία τζαζ, εάν είστε ο σαξοφωνίστας, είναι άψογο -γενικά πάντως στους άρρενες το ασπρόμαυρο είναι πιο ριψοκίνδυνο απ' ότι φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού) και φυσικά μπλε με γαλάζια, μοβ, γκρίζα, υπόλευκη ρίγα, συνήθως αραιή (το πιο παιχνιδιάρικο και εφετζίδικο παράλληλα, σηκώνει τρελιάρικους συνδυασμούς, και σκοτώνεται με καθημερινά, συνηθισμένα παραφερνάλια). Το καρό (δεν μ'αρέσει το καρώ) είναι τελείως διαφορετική ιστορία. Το καρό είναι ασύνηθες συνηθισμένο. Το καρό είναι εγγλέζικο, ενώ η ρίγα είναι ιταλικιά. Το καρό κάνει μπαμ, αλλά κουβαλάει ιστορία χρόνων και πρεστίζ Οξφόρδης και ποτέ δεν γίνεται λαϊκίστικο. Θεωρείται από σοβαρό και μουχλιασμένο μέχρι χιπστεράδικο και ούμπερ ψαγμενίστικο, μπορεί να το φοράει ο ογδοηντάχρονος συνταξιούχος φιλόλογος μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και ο εικοσιπεντάχρονος εγγονός του, που δραστηριοποιείται στο χώρο του μάρκετιγκ (όχι μάρκετινγκ). Είναι σοφιστικέ, ως το μέσον του εκκεντρικού και του συντηρητικού, και γι' αυτό καμία δουλειά δεν έχει εδώ η μποέμικια sprezzatura της ρίγας. Με καρό κοστούμι δείχνεις ότι το 'χεις ψάξει το θέμα και διόλου δεν ταιριάζουν οι "αυθόρμητες" παραφωνίες. Το καρό κοστούμι βγαίνει σε εκπληκτικές αποχρώσεις, φανταστείτε πολλές διαφορετικές κλωστές σε καφέ, πράσινο, μπλε να δημιουργούν ένα σχέδιο τόσο χαρακτηριστικό που μόνο το αυστηρό καρό μπορεί να το εξισορροπήσει και να μη χαθείτε στον πολύχρωμο καμβά. Τα ασπρόμαυρα καρό έχουν κι αυτά τη χάρη των βέβαια, αλλά είναι ζόρι, προσοχή μη μοιάζετε με τραπεζομάντιλο. Το λεπτό καρουδάκι, το πτι καρό το λεγόμενον, είναι κλίμακες πιο ήσυχο κι ασφαλές, αρκεί να μην συνδυάζει εντελώς αντίθετες αποχρώσεις γιατί καταντά ζαλιστικό. Μπορείτε να παίξετε με περίεργες γραβάτες, πλεχτές, σουέτ, με ασυνήθιστα μοτίβα, ένεκα δύο εκκεντρικούρες μαζί είναι πιο ήσυχες από μία μόνη της. Α, και θέλει οπωσδήποτε ένα κομψό παπούτσι, ανεξαρτήτως είδους και τιμής, αλλά να μην μοιάζει βάρκα και να μην έχει σόλα φιάπα. Αν βρείτε πουά κοστούμι και το σκέφτεστε για γάμο, δεν με έχετε καμία απολύτως ανάγκη, αν πάλι σας θέλγει το κοστούμι με λαχούρια δεν έχετε προφανώς κανέναν κερατά ανάγκη.
  4. Πάτα το κουμπί. Τα πατροπαράδοτα σακάκια διέθεταν και διαθέτουν ή δύο ή τρία κουμπιά, σταυρωτά ή μονόκουμπα. Σακάκια με τέσσερα, πέντε ή ένα κουμπάκι μόνο του γενικά απορρίπτονται ως κιτσάτα και βλάχικα, ιδιαίτερα από ανθρώπους που δεν ξέρουν να ράψουν ούτε ένα κουμπί πουκαμίσου. Τωόντι η μόδα τα έχει ξεράσει άσχημα, με εξαίρεση το ένα κουμπί, που ένεκα σμόκιν θεωρείται και κάπως βραδινό, αλλά αν εσάς σας βολεύει, μην ακούτε κανέναν- θα γεμίσετε κούφιες ανασφάλειες και θα σου πω εγώ. Γεγονός είναι πως καλύτερα το κάτω κουμπί του σακακιού και του γιλέκου να μην τα κουμπώνετε, για ένα πρακτικό λόγο: με κουμπωμένο το τελευταίο κουμπί, όταν κάθεστε, δημιουργείται μια δίπλα σαν ξεφουσκωμένο ακορντεόν, ενώ παράλληλα τα μπροστινά μέρη του σακακιού σκεπάζουν τα μπουτάκια λες και θέλετε κάτι να κρύψετε. Θα μου πεις, άμα κάτσω θα το ξεκουμπώσω. Ή θα το ξεκουμπώσω τελείως βρε αδερφέ. Ε λοιπόν, δεν λειτουργεί. Το σακάκι δεν είναι πανωφόρι, είναι το μισό κοστούμι, και καλό θα ήτο να φαίνεσθε απολύτως άνετος μέσα του. Αλλιώς δεν σας πάει. Έχετε κι άλλες επιλογές άλλως τε. Σημαντική λεπτομέρεια: τα κουμπιά των μανικιώνε είναι συνήθως έτοιμα ραμμένα και διακοσμητικά. Ορισμένα βέβαια κοστούμια, συνήθως κάτι πανάκριβα, Zegna, Tom Ford, Brooks Brothers, προσφέρουν sur mesure μανίκια, δηλαδή θα σας το κοντύνουν όσο πρέπει και θα προσθέσουν κανονικά κουμπιά και κουμπότρυπες. Καραλεπτομερειάρα, αλλά κάνει όλη τη διαφορά για όσους το βλέπουν.
  5. Μήκος και πλάτος. Πονεμένο θέμα. Τα μεταπολιτευτικά χρόνια κατεστημένο θεωρείται στην Ελλάδα το μανίκι να φτάνει μέχρι την αρχή του αντίχειρα και το μπατζάκι να γλείφει τη σόλα. Αποτέλεσμα, άνθρωποι που φοράνε το κοστούμι κάποιου άλλου, με μακρύτερα άκρα. Πονεμένο θέαμα. Εικάζω πως αυτό ξεκίνησε και καθιερώθηκε για να μην φαίνεται ότι ο φέρων τσιγκουνεύτηκε το ύφασμα στο ράψιμο, όταν κάθεται και όταν σηκώνει το χέρι του. Πράγματι, όταν ο κοστουμάτος κάθεται το παντελόνι μαζεύεται και σηκώνεται. Με το φόβο μη φανεί καμιά τρύπια ή βρόμικη κάλτσα, ή καμιά φέτα γάμπας, "Αμόλα στρίφωμα". Βέβαια όταν περπατά, το παντελόνι το πατάει σχεδόν, και κάνει κάτι ωραία ακανόνιστα βολάν αντάξια του grecian chic. Το αυτόν και με το σακάκι. Πάει να σηκώσει το χέρι του ο άνθρωπος, να κόψει ένα φρούτο, να ξεσκονίσει το πάνω ράφι, να κάνει νόημα στο σερβοτόρο. Το μανίκι μαζεύεται και καταδεικνύει το λερωμένο πουκάμισο, το τατουάζ στον καρπό-ενθύμιο Κορυδαλλού και τον αδύνατο καρπό-κοκαλάκι σε πλήρη αντιδιαστολή των διπλοσάγονων. Βάλε μανίκι, βάλε μανίκι. Προσθέστε ότι το σακάκι αντιμετωπίζεται ως πανωφόρι και να μια σειρά καταστημάτων που οι υπεύθυνοι επιμένουν ότι το μακρύ είναι το σωστό. Το σωστό είναι αυτό που δεν κρύβει τα παπούτσια σας, δείχνει ένα εκατοστό μανσέτας, και σας κάνει πόδια αλφάδια. Η άνεση έχει να κάνει με το νούμερο και με την ποιότητα του κοστουμιού. Σκεφτείτε τα αθλητικά παπούτσια. Αν δεν σας βολεύουν, θα ακούσετε τον πωλητή και θα πάρετε ένα-δυο νούμερα μεγαλύτερο ή θα ψάξετε άλλα παπούτσια; Επιπλέον, το σακάκι ΔΕΝ είναι πανωφόρι και δεν έχει καμιά δουλειά να είναι φαρδύ. Πάντα ν' ακολουθεί τη γραμμή του σώματός σας, όποια κι αν είναι, μόνο έτσι θα σας πηγαίνει. Αν το νούμερο δεν σας γουστάρει, φταίει το σακάκι, όχι το σώμα σας- κι αν οι πωλητές επιμένουν ότι είναι μια χαρά επάνω σας, πείτε δυνατά και ξάστερα "Δεν μου αρέσει." Κανείς δεν θα τολμήσει να ρωτήσει "Μα γιατί;"... Αν σας τα 'χουν πρήξει, κάντε και μια θριαμβευτική έξοδο.
  6. Τα παπά. Κι άντε, το βρήκατε το κοστούμι το απαστράπτον και εκτυφλωτικό. Με τι θα το βάλετε; Πώς θα το συνδυάσετε; Αρχής γενομένης από τα παπούτσια, βεβαίως βεβαίως. Το Κοστούμι του Γάμου θέλει κατά κανόνα ένα κομψό σκαρπινάκι, αλλά γενικά μπορείτε να πειραματιστείτε με ό, τι θέλετε. Ο Αλ Πατσίνο έχει βάλει κοστούμι με Κροκς, ο Ρούπερτ Έβερετ με πλαστικές σαγιονάρες, κι εντωμεταξύ όλοι ακόμα την Μπιορκ κράζουνε, με το φόρεμα κύκνος, που και τόσο χάλια δεν ήτανε, και τι περιμένανε δηλαδή, τη Μπιορκ (ή τη Σερ, ή την Τίλντα Σουίντον) με συμβατική αμφίεση; Αλλά για τον Πατσίνο κουβέντα. Φροντίστε το πατούμενό σας να είναι απλό, χωρίς εκκωφαντικές λεφτομέρειες και καθόλου χοντροκομμένο, και μπορείτε να βάλετε μποτάκι, ημίμποτο, μοκασίνι, loafer, έως και αθλητικά ή και σανδάλια, αν σας βαστάει. Να αποφύγετε όπως και δήποτε τα αποκαλούμενα από τους πωλητές των "βραδινά" παπούτσια, ήτοι φορωμένα στρασουριές, ασημένια φερμουάρ, διακοσμητικά κορδόνια, τεράστια λογότυπα-εκτός, φυσικά, αν έχετε βρει κάτι τέτοιο που σας αρέσει ΚΑΙ σας βολεύει ΠΟΛΎ, τότε μη με ακούτε (αλλά ούτε και τους πωλητές ν' ακούτε πάντα ε). Το χρώμα το σετάρετε με τα μάτια σας, τα μαλλιά σας, το δέρμα σας (οι μελαχρινοί να δοκιμάσουν ανοιχτά καφέ ή ταμπά παπούτσια, δεν θα το μετανιώσουν), με τη γραβάτα, με το υποκάμισο, με το ίδιο το κοστούμι ακόμα. Η ζώνη σύμφωνα με τον κλασικό παλιό κι ασφαλή κανόνα πρέπει να είναι το ίδιο χρώμα με τα παπούτσια, αλλά αν έχετε εμπιστοσύνη στο ένστικτό σας ταιριάξτε τη με κάτι άλλο, θα δείχνει τσαχπίνικια ωραία. Μην περιμένετε τη μέρα του γάμου για να βγάλετε τα παπούτσια από την κούτα, γιατί θα σας κάνουν τα πόδια κιμά. Το σουέτ είναι πολύ ωραία και ειδικά τους ζεστούς μήνες, γιατί μια στάλα νερού τα δείχνει χάλια, το συνθετικό δεν έχει την υγιεινή και την ποιότητα του ορίτζιναλ δέρματος (το παπούτσι σου βρομάει, άλ-λα-ξέ-το!), το δέρμα νάπα είναι το πιο κοινό, φτηνό και αρκούντως αδούλευτο και χοντροκομμένο δέρμα, το σεβρό πάλι είναι μαλακό και παλιώνει υπέροχα, τα βελούδινα υποδήματα είναι αμιγώς "βραδινά" και θέλουν βελούδινα πατουσάκια, το φίδι είναι από γελαδάρης του Αϊντάχο μέχρι κομψευόμενος Δανός, διαλιέχτε, το λουστρίνι είναι μουράτο, απαιτητικό και μόνο για γάμο και η πιο δημοφιλής επιλογή. Φροντίστε το μπατζάκι να σκεπάζει τον αστράγαλο, αν αυτός είναι εκτεθειμένος, και να δείχνει το παπούτσι σας, που κρίμα είναι να χάνεται. Κάνατε τόσο κόπο να το βρείτε.
  7. Από μέσα. Πουκαμισάκι; Μπλουζίτσα; Πόλο; Ζιβάγκο; Το υποκάμισο είναι η στάνταρ επιλογή, με απίστευτη πληθώρα να επιλέξετε, οπότε βάλτε τα δυνατά σας και βρείτε το πουκάμισο εκείνο που είναι σωστό στο σώμα σας. Υπάρχει και σας περιμένει. Ο γιακάς να τυλίγει το λαιμό σας υποστηρικτικά κι όχι υποπνικτικά, να κουμπώνει έτσι ώστε να μη μοιάζετε ότι επιπλέετε ή παθαίνετε συμφόρηση, τα μανίκια να είναι μακριά αλλά όχι κιμονό, στην πλάτη να στρώνει ωραία, να σας αρέσει δηλαδή, και να νιώθετε άνετα. Μην επιλέξετε το πιο φαρδύ γι' αυτό το λόγο, θα δώσετε άσχημες εντυπώσεις, ούτε και το πιο στενό, θα σφίγγεστε όλο το βράδυ και θα μοιάζετε ως δυσκοίλιος. Αν επιλέξετε διπλή μανσέτα ψάξτε σας παρακαλώ να βρείτε μανικετόκουμπα που σας αρέσουν πολύ, και μην πάρετε ό, τι σας πασάρουν στο κατάστημα, θα μοιάζουν με διαφημιστικά. Τα μη καθημερινά πουκάμισα δεν έχουν τσέπες ούτε κουμπάκια στο γιακά. Σε περίπτωση λευκού υποκαμίσου, που είναι Η επένδυση αν βρείτε Το λευκό πουκάμισο γιατί θα το βάλετε και στο φέρετρο ακόμα, φροντίστε να μη διαφανίζει και να είναι από καλό βαμαβακερό ή και μεταξωτό ακόμα ύφασμα, δεν συγχωρεί τον ιδρώτα τον αναπόφευκτο. Το φανελάκι από μέσα ας μην φαίνεται. Μπορείτε βέβαια να φορέσετε και κάτι άλλο, ζιβάγκο φερ' ειπείν, ή πόλο, αλλά γνωρίζετε πως είναι πιο ενδιαφέροντα και επικίνδυνα, ένεκα ανεπίσημα. Εάν το κοστούμι και τα παπούτσια σας είναι καλόβολα μπορείτε να κάνετε την τρέλα σας εκεί. Τα ροζ πουκάμισα πάνε απίστευτα με τα γκρι κοστούμια και τα μοβ με τα μπλε, χρώματα παρεξηγήσιμα σε όλες τις άλλες περιστάσεις. Γενικά, επειδή υπάρχει περίπτωση να βγάλετε το σακάκι και να μείνετε με το από μέσα, συνηθέστερα υποκάμισο, φροντίστε τη ζώνη σας και το σιδέρωμα. Φροντίστε γενικώς. (Αν και το σακάκι δεν είναι πανωφόρι, πιάστηκαν τα ακροδάχτυλά μου να το πληκτρολογώ!)
  8. Μετά του λαιμοδέτου. Το υποκάμισο τη σηκώνει τη γραβάτα -πολλά πολλά καταστήματα τα έχουν έτοιμα σεταρισμένα σε ένα κουτί. Οποία γυφτιά. Χειρότερη γυφτιά, ειρήσθω εν παρόδω, είναι τα σετάκια γραβάτα-γραβατόπιαστρα-μανικετόκουμπα-ποσέτ (το σινιέ μαντιλάκι που μπαίνει στην πάνω αριστερή τσέπη, εκεί μόνο η ποσέτ μπαίνει, μη διανοηθείτε να βάλετε στυλό) και αποκορύφωμα τα σακάκια που έχουν έτοιμη ραμμένη ποσέτ στην τσέπη. Η γραβάτα μπορεί να είναι ματ, γυαλιστερή, πλατιά, θεόστενη, ακριβή, πάμφτηνη: Πραγματικά, πραγματικά, έχει λιγότερη σημασία. Χίλιες φορές να βρείτε ένα καλό πουκάμισο και να τα σκάσετε, και να πάρετε γραβάτα από το πανηγύρι της Αγιάς Βαρβάρας, παρά να πάρετε φτηνοπουκάμισο και μεταξωτή γραβάτα Βερσάτσε. Μάθετε να κάνετε κόμπο της προκοπής, έχει ένα σωρό μάνιουαλ, συν όλοι οι πατεράδες γουστάρουν να δείξουν πώς τη δένουν τη γραβάτα. Αν έχει τσαλάκες, θα δείχνετε σαν λέτσος νο μάτερ γουάτ, οπότε προσοχή. Η γραβατοπιάστρα είναι παλιακιά και εξεζητημένη, αν έχετε καμιά κειμήλιο φορέστε τη με καμάρι, αλλιώς προσοχή μη βγείτε "θέλω να με περνάτε για μοδάτο απεγνωσμένα" και σε περίπτωση γιλέκου λειτουργεί αποκλειστικά σας κόσμημα κι όχι σας πρακτικό εργαλείο να συγκρατεί τη γραβάτα σας μην κυλιέται στις σάλτσες. Το παπιγιόν θέλει (χιπστερά ή κλασικό) δανδή, κύκνειο λαιμό και τσαμπουκά γερακίσιο. Αν ξέρετε να δένετε παπιγιόν και δεν φοράτε τα ετοιματζίδικα έχετε ανέβει σε άλλο επίπεδο, φτούσας φτούσας, σε συνδυασμό δε με το πουκάμισο με τους ανασηκωμένους μυτερούς γιακάδες πλησιάζετε την κομψότητα του white tie, είστε ασφαλώς σε ασφαλές στιλάτο έδαφος.
  9. Τα μικρά και σημαντικά. Εδώ θα μπουν τα διάσπαρτα μικρά σος. Το γιλέκο εξυπηρετεί όταν βγάλετε το σακάκι (θα το βγάλετε τελικά, σας κόβω) γιατί κολακεύει πολύ και δίνει κι ένα αλλύρ τζεντελμάνικο, αλλά σε περίπτωση που δεν είναι το κοστούμι τρουά πιε α πριόρι σκεφτείτε το πέντε φορές πριν βάλετε άσχετο γιλέκο με το κοστούμι σας. Μην κωλώσετε, αλλά σκεφτείτε το και κάντε πρόβα. Οι τιράντες το αυτόν, παλιακές και τζεντελμάνικες, εξ ου και κολακεύουν -κι όχι επειδή τάχα μακραίνουν τη σιλουέτα και τα λοιπά ανόητα κλισέ, που ίσχυαν πριν εξήντα χρόνια και τα ίδια αναμασούν οι απανταχού ανεπάγγελτοι στιλίστες. Τα ρεβέρ προσδίδουν μια αρχοντιά, εφόσον είναι καλοραμμένα, αλλιώς δεν συγχωρούν την τσαπατσουλιά σας. Τα μονόπετα είναι πολύ πιο ευσυνδύαστα και καλόβολα από τα σταυρωτά σακάκια, εάν δεν θέλετε να φαίνεται έντονα η κοιλιά σας ωστόσο ρίξτε τους μια ματιά οπωσδήποτε (είναι αυτή η διπλή κάλυψη που προσφέρει, συν το "πλακέ" εφέ-δείχνουν τέλεια ως ριγέ ή καρό). Τα ραφτά γεμίσματα από λινάτσα είναι κάτι πολύ σπάνιο αλλά είναι αυτό που κάνει το σακάκι να κρατάει πενήντα χρόνια και να πέφτει χυτό στην κορμάρα σας. Επειδή όμως θέλουν μεγάλη επιδεξιότητα και μερακλή κατασκευαστή, θα ακούσετε πως είναι η παλιά μόδα. Η νέα μόδα, σας λέω εγώ, θέλει κολλητά γεμίσματα από πεπιεσμένο χαρτί, ήτοι προχειράντζες που άπαξ και βραχούνε το σακάκι γίνεται αυθόρμητο οριγκάμι. Τα σατέν πέτα θέλουν μεταξωτούς τρόπους και μανικούρ, είναι θέμα άλλου δοκιμίου. Τα δύο σκισίματα είναι κομψότερα και πρακτικότερα από το μονό σκίσιμο (τα σακάκια με καθόλου σκίσιμο θεωρούνται βίντατζ, δεν είν' κακό διόλου!). Οι κάλτσες προσφέρονται για εκκεντρικές πινελιές ή για διακριτικές επιδείξεις, προσφέρονται δε σε πληθώρα υφών, πλέξεων, υλικών και τιμών, να θυμάστε απλά ότι οι μάλλινες γλιστράνε και γυαλίζουν, όπως και οι συνθετικές, ενώ οι βαμβακερές είναι ανθεκτικές και ήσυχες. Αν τις ταιριάξετε με το χρώμα του παντελονιού θα τονίσετε το παπούτσι, αν τις επιλέξετε αυθαίρετα θα τονίσετε το αναρχικό σας πνεύμα. Σκούρο μπλε κοστούμι με μαύρο παπούτσι θέλει μαύρη κάλτσα, αλλά με καφέ παπούτσι θέλει μπλε. Γενικά, μην σας πολυνοιάζει, αυτοί που μισούνε θα εξακολουθήσουν να μισούνε, λεπτή ας είναι η κάλτσα σας και ας είναι και διχτυωτή (Ή πουά, που κάνει στράκες), και να μην πέφτει, γιατί χαλάει τα πάντα όλα. Οι βάτες να είναι στο σωστό σας νούμερο κι όχι σαν επωμίδες της Τζόαν Κόλινς (εκτός αν θέλετε να αποθέσετε φόρο τιμής στη Δυναστεία, πάσο και τα σέβη μου). Φορέστε άνετα και διακριτικά εσώρουχα για να μην έχετε ατυχήματα. Και κάντε μπάνιο, κόψτε νυχάκια, καθαρίστε αυτάκια και μυτούλες. Σοσάρα ουχί αυτονόητη ούτε εξαιρετέα. Το νου σας! Η μπουτονιέρα έχει την υπογραφή του τζέντλεμαν, δηλαδή θα σας πούνε φλώρο στην καλύτερη, αλλά αν είσθε αληθινός τζέντλεμαν δεν θα σας νοιάζει καθόλου.
  10. Πες μου ποιος είσαι. Από όλες τις επιλογές που διατίθενται, διαλέξτε αυτή που γουστάρετε, αλλά όχι με γνώμονα τι θα αρέσει στους άλλους. Αν πηγαίνετε έτσι, τη βάψατε, η καούρα στο στομάχι σας δεν θα φύγει ποτέ.
  • Ντεπιεδάκι. Ήτοι, δεν έχετε ή δεν γουστάρετε να βάλετε κοστούμι. Σας χαλάει το σετάκι, ένεκα εξαιρετικά εφηβικώς αντισυμβατικού ταπεραμέντου. Εν τοιαύτη περιπτώση, επιλέξτε ένα σακάκι σένιο κι ένα καλό παντελονάκι, παπούτσια πολύ κομψά πάντα αλλά αν σας τραβάει κάποιο εκκεντρικούλι, φανταχτερό σχέδιο εδώ μπορείτε να το βάλετε ασφαλέστερα. Δηλαδή να φορέσετε κάτι αρκούντως ήσυχο και καλόβολο ώστε το "περίεργο πατούμενο" να είναι η λεπτομέρεια που κλείνει το μάτι παιχνιδιάρικα και όχι η ανασφάλεια "κοιτάχτε με κοιτάχτε με"-ανασφάλεια που όταν βγάζει μάτι γίνεται ανυπόφορη, κι όχι μόνο σε γάμους, αλλά στους γάμους είναι ο εύκολος στόχος για όλους εκείνους τους καλεσμένους που σκυλοβαριούνται. Ένας ήσυχος συνδυασμός είναι το μαύρο σακάκι με σκούρο τζιν παντελόνι (χωρίς σκισίματα και ξεβάμματα εργοστασιακά) με μπλε ή άσπρο πουκαμισάκι. Και κίτρινα παπούτσια να βάλετε, μια χαρά θα είσθε. Γενικά, αν κρατήσετε τα υπόλοιπα σε ήσυχα, ασφαλή, πασπαρτού μονοπάτια μπορείτε να βάλετε χωρίς φόβο αλλά με πάθος ένα βασικό στοιχείο της εμφάνισής σας σε εξεζητημένη κορνίζα. Χρωματιστό παντελόνι, σακάκι σμόκιν ή βελούδινο, πουκάμισο με μανσέτες ή/και βολάν, μαρινιέρα, εδώ έχετε τη μέγιστη ελευθερία. Προσέξτε μόνο πολύ το ατυχές πάντρεμα υλικών, υφών και σχεδίων. Κοτλέ με ριγέ δεν πάνε, το ένα ξερνάει το άλλο. Ντένιμ με ντένιμ είναι δύσκολο ακόμα και στον έξω κόσμο, πόσο δε μάλλον στο γάμο. Αλλά τι σημασία έχουν οι αυθαίρετοι και οι δικαιολογημένοι περιορισμοί που τίθενται από τους άσχετους; Εσείς επιλέγετε, εσείς διατάζετε. Κάντε δουλειά σας.
  • Παλτό. Το παλτό, τα παλτά ή τα παλτό; Το παλτό είναι πανωφόρι, που σημαίνει ότι σε εσωτερικό χώρο το βγάζετε... και τι μένει; Πουκάμισο; Με γιλέκο; Άνευ γραβάτας; Ή λεπτοπλεγμένο, φίνο πουλοβεράκι; Ποιο είναι αυτό το στοιχείο, που αποκαλύπτει το ποιόν σας, και ΑΥΤΌ είναι το ορίτζιναλ; Θα το αποκαλύψετε εάν αποφασίσετε να έρθετε στο χώρο της δεξίωσης, μέχρι τότε μόνο ότι φαίνεται από το κούμπωμα του παλτού (του παλτό;) σας. Κανονικά βέβαια το παλτό φοριέται πάνω απ'το κοστούμι, στα κρύα, αλλά Ελλάδα είμεθα, εκτός αν σας έχουν καλέσει στη Ροδόπη σε ξωκλήσι στο χείλος του γκρεμού, το παλτό το έχετε για πανωφόρι και σακάκι μαζί. Μυστηριώδες και αν μη τι άλλο ευκαιρία να κάνετε απόσβεση στο παλτό σας. Εδώ η γραβάτα δεν πολυκολλάει πάντως, μόνο σε συνδυασμό με γιλέκο. Το παπιγιόν από την άλλη δείχνει τέλειο, ένα περίεργο πράμα.
  • Φράκο. Είσθε θεότης και δεν έχετε ανάγκη κανένα μάνιουαλ. Χαρά στα κότσια σας. 
  • Φόρμα. Αν είστε έφηβος που απλά δεν θέλει να βάλει άλλα ρούχα εκτός της φόρμας του, σας παίρνει, μόνο επειδή πατάτε στο κλισέ της δύσκολης εφηβείας που η θνησιγενής αντιδραστικότητά της αντιμετωπίζεται με επιείκια και συγκατάβαση. Δεν είστε επικίνδυνος, είστε μάλλον κοινότοπος. Κάποιες θείες θα σας βρουν, ενδεχομένως, και χαριτωμένο. Ξανασκεφτείτε το, αν επιμένετε μπορείτε να κρατήσετε τα αθλητικά σας, ελέγξτε μόνο να μη βρομάνε (πολύ). Αν δεν είστε έφηβος, και είστε γυμναστής που πάτε όλος ο σύλλογος σύσσωμος σε γάμο συναδέλφου και θέλετε προς τιμήν του να παρουσιάσετε ένα δρώμενο μαζορέτας, τι να πω, ελεύθερα. Αν είστε ο, τιδήποτε άλλο, ειδικά αν το παίζετε χιπχοπάς, είστε γελοίος, να 'στε καλά, μας φτιάξατε τη βραδιά (εμάς, των καλεσμένων που σκυλοβαριόμαστε). Γουστάρω χιπχόπ, δεν γουστάρω όταν παίρνουν το στερεότυπό του στα σοβαρά, ειδικά όταν εκείνοι που το λάνσαραν έκαναν συνειδητή, χοντρή, πετυχημένη πλάκα. Σας κοιτάνε από ψηλά και χαχανίζουν, να είστε σίγουροι.
  • Ολόσωμη φόρμα. Α, εσείς είστε της μοδός. Και ξοδεύετε και λεφτά στα ρούχα σας. Ελάχιστοι θα το εκτιμήσουν όπως θέλετε (και όπως του αξίζει, φρονώ εγώ) αλλά αυτοί οι ελάχιστοι δεν θα είναι τίποτις τυχάρπαστοι, προσέχτε. Κατά τα άλλα, ένα ήσυχο πανωφόρι και παπούτσια ή πολύ κλασικά ή εντελώς ασυνήθιστα. Αθλητικά, φερ' ειπείν, δείχνουν άκυρα και καθιστούν και το όλον άκυρο. Αφού κάνει μπαμ ότι το προσπαθήσατε, γιατί το υπονομεύετε με το καθημερινό; Τιμή σας και καμάρι σας που το προσπαθήσατε και σας βγήκε. Τρίψτε το στη μούρη των.
 Μην φοβηθείτε να δείξετε τι σας αρέσει να φοράτε επειδή κάποιος εκδηλώνει τη δυσαρέσκειά του, βασίζοντάς την εντελώς ανεύθυνα σε δικαιολογίες όπως "δεν είναι στη μόδα", "δεν το φοράνε έτσι",ΑΛΛΆ ακούστε τις γνώμες των οικείων σας, που σας ξέρουν κιόλας. Στο τέλος όμως κάντε τα δικά σας και διασκεδάστε στο γάμο. Μην το παρασκεφτείτε. Να ξέρετε τους κανόνες, αλλά εσείς παίξτε όπως σας βγαίνει. Κι αν χάσετε, σιγά! Θα ξαναπαίξετε, δεν βγήκατε νοκ άουτ. Πιο πιθανό όμως είναι να κερδίσετε, γιατί η χαλαρή διάθεση στο φουλ της αυτοπεποίθησης κερδίζει, δεν πα' να φοράτε φόρμα Αντίμπας σε δεξίωση που όλοι φοράνε πλαστρόν. Δεν ξέρετε τι είναι το πλαστρόν; Δεν χάνετε νομίζω κάτι αν δεν μάθετε.
 
 Στητή κορμοστασιά, σταθερά και όχι βιαστικά βήματα, τα χεράκια χαλαρά, και να περάσετε καλά. Καλή χρονιά!