Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Η Χουλιέτα

...είναι μια γυναίκα.

 Ξεκινάει η ταινία, κλασικά οι τίτλοι αρχής είναι ορόσημα αλμοδοβαρικά. Ένα κατακόκκινο μεταξωτό ύφασμα που θροϊζει, σαν να ανασαίνει. Τελικά όντως ανασαίνει, είναι η ρόμπα που φοράει η Χουλιέτα, ευτυχισμένη, ετοιμάζοντας τα πράγματά της να πάει με τον άντρα που αγαπάει να ζήσουν μαζί στη Λισαβόνα. Έχει κοντά ξανθά μαλλιά, καλοκουρεμένα α λα γκαρσόν. 

 Τα μαλλιά είναι μια λεπτομέρεια που συμβολίζει διάφορα στην ταινία. Κοντοκουρεμένα ξανθά ήταν της Χουλιέτας πριν παντρευτεί και κάνει το παιδί του Σοάν, μετά τα άφησε μακριά. Πολλά χρόνια μετά, όταν μένει και πάλι μόνη της, τα κόβει. Τα μαλλιά της υπηρέτριας-παραδοσιακού θεσμού είναι επίτηδες γκριζαρισμένα κι άσχημα. Τα μαλλιά της Μπεατρίς είναι καλοχτενισμένα και κολλημένα στο κρανίο, έχοντας ελεγμένο και δευτερεύοντα ρόλο. Τα μαλλιά του Σοάν, άγρια και πλούσια κι ατίθασα, τα μαλλιά του Λορένζο είναι απλώς ελάχιστα. 

 Ένα ναυάγιο σκότωσε τον Σοάν και μέσα στη μπανιέρα, πνιγμένη απ' τα δάκρυά της, σώζει την Χουλιέτα η Αντία, η κόρη της. Της στεγνώνει προσεκτικά τα μαλλιά με την πετσέτα. Σε ένα γνήσια αλμοδοαβαρικό στιγμιότυπο, η πετσέτα αποτραβιέται σαν κουρτίνα θεάτρου και αποκαλύπτεται η Χουλιέτα, ωριμότερη, γερασμένη, θλιμμένη. Από τα λίγα στιγμιότυπα που έκαναν την ταινία αντάξια προσδοκιών: το ελάφι που όλοι είδαν κι έφερε το ζευγάρι κοντά, η ερωτική σκηνή στην αντανάκλαση του γυαλιού και το χιονισμένο τοπίο ποτέ δεν έδειχνε τόσο ζεστό. Η γλύπτρια και τα χάδια της στον πηλό, τα υπέροχα σκουλαρίκια της νέας Χουλιέτας, οι στάχτες στα βράχια. 

 Η ταινία γενικά με απογοήτευσε. Περίμενα να δω το ειλικρινές σύμπαν του Αλμοδόβαρ, με την τρέλα του άθικτη, την τόσο χαρακτηριστική του αισθητική παρούσα. Είδα ένα καλογυαλισμένο ντεκόρ με μια χολιγουντιανή φωτογραφία κι ένα σάουντρακ ψαγμένου μπλοκμπάστερ. Το υπέροχο τραγούδι της ταινίας, κρυμμένο στους τίτλους τέλους. Η Μπέα, συντάκτις της Βογκ γαρ, φοράει μοδάτα και φωναχτά ρούχα, αλλά και πάλι πολύ προσεγμένα και γυαλισμένα σε σχέση με τα Σανέλ της Βικτόρια Αμπρίλ στα Απόμακρα Τακούνια. Το γυάλινο γραφείο της Χουλιέτα, ντιζαϊνάτο και ανώδυνο, κλείνει το ματάκι στο γυάλινο γραφείο με ρόδες του Μίλα Της. Η Ερμές τσάντα που κρατάει σ' όλη την ταινία, πόσο λιγότερο λειτουργική σε σχέση με την φτηνή τσαντούλα της Πενέλοπε στο Επιστρέφειν! Αμβλυμένες γωνίες, ηρεμότερες, ξεθυμασμένες κοινωνικές παρατηρήσεις από τον δημιουργό που έχει τόσο στιλ, που αν σου αρέσει δεν σε νοιάζει αν κάνει άρτια ή ανεπαρκής ταινία. Η Χουλιέτα είναι παραπάνω από άρτια. Με την υπογραφή ενός άλλου σκηνοθέτη θα ήταν η έκπληξη της χρονιάς. Η προβοκατόρικη ματιά του όμως, εδώ απούσα, δεν ενοχλούσε για αυτά που έδειχνε, αλλά για το θάρρος της γνώμης της (του): ανθρώπους ασυνήθιστους με βαθιά ανθρώπινες αντιδράσεις, όχι και τόσο τρελούς όσο η ζωή. Τα μελοδράματά του, στιλβωμένα με αγάπη, με κέρδισαν ακριβώς λόγω της υπερβολής της άποψής τους, που το μελόδραμα λειαίνει και πάντα έχει να σου δώσει ένα φιλάκι συμπόνοιας, κοντής τρυφερής ζεστής συμπόνοιας. Η Χουλιέτα είναι πιο αραιή, οπωσδήποτε ουσιαστική, ανθρωποκεντρική, μα παράλληλα πιο ανώδυνη και ήσυχη ώστε τα θέματα που εύστοχα επιλέγει να θίξει με δυο κουβέντες, να μην έχουν την ισχύ να τα κουβαλήσεις μαζί σου φεύγοντας απ' την αίθουσα. 

 Και δυστυχώς, έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία που η Μητέρα αποτυγχάνει, επειδή ήταν Σύζυγος και ερωτευμένη. Πληγωμένη βαθιά, δεν μπορεί να φροντίσει τον εαυτό της, πόσο μάλλον την κόρη της. Κακιά μάνα, θα πουν δυστυχώς πολλοί. Αυτή φταίει που η κόρη της την παράτησε. Κι άλλες μείναν χήρες, αυτή γιατί πένθησε τόσο πολύ; Οι γυναίκες του Αλμοδόβαρ, πολυμηχανήματα στις άλλες του ταινίες, δυνατές και πολυεπίπεδες, εδώ είναι απλοί άνθρωποι. Απλοί άνθρωποι, με τύψεις κι ενοχές, και εγωισμούς και πείσματα, με περηφάνια και πόθο. Ζουν τη ζωή απλά, με τα γεγονότα να τους παρασύρουν και χωρίς να έχουν σούπερ δυνάμεις όπως η Σαχάρα, η Μανουέλα, η Πέπα, η Λέο, η Ραϊμούντα και η Ιρένε. Αυτό είναι μια νίκη, δεδομένων των καιρών, και μια ήττα, δεδομένων των ηθών. Υπάρχουν τόσες γυναίκες που δεν είναι καταρχήν Μανάδες, και είναι υπέροχοι άνθρωποι. Η Χουλιέτα, πιθανολογούμε, είναι τέτοιος ερωτεύσιμος άνθρωπος, αλλά δεν μας το δείχνει. Αποστασιοποίηση; Ή απόσταση από σεβασμό;

 Η Αντία νιώθει άσχημα με τον εαυτό της και το μόνο που καταφέρνει είναι να βγάλει το θυμό της στην Χουλιέτα. Την τιμωρεί που υπήρξε απούσα, ανήμπορη να τη φροντίσει και να τη διαχειριστεί, κι έτσι απομακρύνεται εκείνη απ' τη ζωή της. "Να δει αυτή". Χρειάζεται ένας τραγικός θάνατος για να έρθει η κάθαρση, να δεχτεί επιτέλους ότι αρκετά τιμωρήθηκε, και δεν αντέχει άλλο μακριά απ' τη μάνα της. Χρειάστηκε να γίνει εκείνη μάνα πρώτα. Μια μητρότητα καθαρή, καθόλου αιχμηρή, απόλυτα πολιτικώς ορθή. Γιατί;

 Οι τύψεις σαν μοχλός αφήγησης θεωρούνται πολύ πιο εύκολες απ' ό, τι υφαίνεται στο φόντο. Μια γλυκιά, καλοφτιαγμένη, χαμηλότονη ταινία για μια όμορφη, πικραμένη γυναίκα. Χωρίς το χιούμορ και τη σπιρτάδα του Πέδρο. Σίγουρα εκουσίως. Να δείτε που αυτή η ταινία είναι πολύ προσωπική του, γιατί την αφιερώνει κάπου πολύ συγκεκριμένα, σε κάποια που δεν την ξέρουμε - αλλά μπορούμε να τη γνωρίσουμε, αρκεί να συστηθούμε και να ρωτήσουμε, γιατί το βλέμμα της είναι τόσο καταβεβλημένο.



Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Για Εκείνες.

Εκείνη, 2016. Σκηνοθεσία Πολ Φερχόφεν. Πρωταγωνίστρια και η ταινία ολόκληρη, η Ιζαμπέλ Υπέρ. Υπεράνω πολλών συναδέλφων της η Ισαβέλλα, Γαλλίδων και μη, επιβλητική σαν παρουσία, τόσο που αμφισβητείται συχνά για την υποκριτική της δεινότητα από ανθρώπους που επιμένουν στους ηθοποιούς ζυμάρια και έχουν την αξίωση τα σούπερ μοντέλα να είναι χοντρές, με σπυράκια, στραβά πόδια και οπωσδήποτε ελάχιστο έως καθόλου χαρακτήρα. Δεν μασάει η Γαλλίς, δεν ασχολείται και δεν σχολιάζει με τα πολύ σοβαρά γραμμένα άρθρα που στηλιτεύουν τις εσωτερικές της ερμηνείες και απαιτούν ν' αλλάξει κούρεμα, βάρος, γκαρνταρόμπα, ή έστω να κλάψει πολύ με λυγμούς ώστε να της δώσουν το πράσινο φως να θεωρείται καλή ηθοποιός. Ευτυχώς που υπάρχουν κι αυτοί που προσέχουν τις γυναίκες που είναι σαν την Ιζαμπέλ κι όχι μόνο τις αξιοπρόσεκτες, σύμφωνα με τα δυτικότροπα πρότυπα πάντα, βλέπε γλυκούλα, σέξι, όχι πολύ όμορφη, αδύνατη και παραδοσιακά φιλική προς το χρήστη. Μαριόν, Έιμι, είστε ηθοποιάρες αλλά για τολμήστε να παίξετε δίπλα στην Ιζαμπέλ. Εκεί να σας δω!

 Είδα την Εκείνη κι Εκείνη με στοίχειωσε. Διάβασα και κάτι κριτικές και διαολίστηκα, να πούμε, αν και δεν είχα καμία δουλειά, από το πόσο εξόφθαλμα ομολογούν οι άνθρωποι πως αυτό που τους κάνει να νιώθουν άβολα είναι και κακό. Εκείνη είναι ένας άνθρωπος πολύ πιο καθημερινός απ' ότι θα τολμούσε κανείς να παραδεχτεί. Εγωισμός, πείσμα, σαρκασμός. Όλα στο βολικό πακέτο της Σκύλας, αντίστοιχο αρσενικό δεν υπάρχει βλέπεται, ο μαλάκας είναι ένας σκέτος μαλάκας, αλλά ένας εγωιστής, πεισματάρης, είρωνας άντρας είναι αρκετά επικίνδυνος και εξόχως ιδιοτελής για να περιοριστεί στο μαλάκας. Ένας άντρας σκύλος συνήθως κρύβει ένα πληγωμένο σπουργιτάκι μέσα του, και αφού καταλάβουμε τα κίνητρά του (μια φορά στο νηπιαγωγείο ξεχάσανε να του βάλουν διπλό τυρί στο τοστ) τα συγχωρούμε κιόλας. Συνηθέστερα θαυμάζουμε την επιθετικότητά του και οικτίρουμε, ψευδοπονοψυχέστερα, τη μοναξιά του. Εκείνη διαφέρει. Δεν πατάει επί πτωμάτων για να πάρει εκδίκηση, ούτε κοιτάει την παρτάρα της για να βγάλει λεφτά. Εκείνη έχει καριέρα κι όμορφο σπίτι που δεν της τα χάρισε κανείς. Εκείνη κρατάει σ' όλη την ταινία μια πανέμορφη μεγάλη φετινή τσάντα, παρολίγου τετραψήφιου νούμερου. Εκείνη φοράει ακριβά, άνετα και κατάλληλα στην περίσταση ρούχα, που αρνείται να θέσει παραπάνω από την πρακτική τους ταυτότητα. Εκείνη δεν είναι τα ρούχα που φοράει, δεν είναι το κοριτσάκι που στιγματίστηκε χωρίς να φταίει, δεν είναι η τρίτη γυναίκα, δεν είναι το θύμα βιασμού, δεν είναι η χωρισμένη, δεν είναι η κακιά μάνα, δεν είναι η καριερίστα, δεν είναι η σεξουάλα. Είναι όλα αυτά μαζί και δεν επιτρέπει σε κανένα να διαλέξει ένα κουτάκι και να τη χωρέσει μέσα, κόβοντάς της τα πόδια ή τα μαλλιά, για να μην ασιθάνεται αυτός άβολα.

 Λένε κάποιες κριτικές: "Οι άντρες παρουσιάζονται σαν τέρατα." Κλασικοί μυγιάγγιχτοι κηφήνες, τους έτσουξε και έσπευσαν να κάνουν το διαχωρισμό, δικαιολογώντας κάποιες συμπεριφορές, καρφώνοντας τις δικές τους συνάμα, ω τι ειρωνία πατέρα. Όλοι οι άνθρωποι παρουσιάζονται σαν δυνάμει τέρατα, γιατί όλοι είναι. Η προτελευταία σκηνή, με την απαραίτητη ανατροπή του σκηνοθέτη, μας παρουσιάζει το μέγιστο τέρας της ταινίας, τη γυναίκα που, τυφλή και κωφάλαλη στην πίστη της, τολμάει και συγχωρεί τον άντρα της που βίασε μια ξένη γυναίκα, ίσως εν γνώσει της, προπάντων εν αδιαφορία της. Αδιαφορία. Ας βρει αλλού αυτό που ψάχνει. Όλοι καλά είμαστε. Εγώ έχω το Θεό μου, αν κάποιος θέλει να σωθεί, ας βρει το δικό του. Η μητέρα Εκείνης, μια γυναίκα ρημαγμένη από το σκάνδαλο του θρησκόληπτου συζύγου, προσπαθεί ν' αναπληρώσει τις ξεφτιλισμένες στιγμές του έγγαμου βίου με νεαρό-λουκούμι, κρατώντας αυτή τα ζύγια και επιμένοντας Εκείνη να καταλάβει το δράμα της και να τη συμπονέσει. Εκείνη δεν χαρίζει κάστανα, δεν κάνει εκπτώσεις απλά και μόνο του δεσμού αίματος, γελάει στη μούρη της και το καλύτερο; Γελάμε κι εμείς μαζί της! Η νύφη εκείνης, μια κοπέλα με μια ικανότατη ηθοποιό, που σιχαίνεται τους μπουρζουάδες και το δείχνει όποτε μπορεί, που προσπαθεί να τα χωρέσει όλα σε μια μασχάλη και πολεμάει Εκείνη έμπροσθεν, χάνοντας τη μάχη λόγω απειρίας, η άτσαλη δυσαρέσκειά της φαίνεται σαν απλή στριμμάδα. Προσπαθεί να κρατήσει το γιο Εκείνης, καθαρό από τις πρέζες, ισάξιό της στο ρόλο του νεαρού γονέα, να είναι μόνο δικός της και του μωρού, όχι της πλούσιας μάνας του και του χαμένου πατέρα του. Γίνεται αντιπαθητική επειδή προσπαθεί υπερβολικά να πάρει το δίκιο με το μέρος της. Εκείνη δεν γίνεται ποτέ αντιπαθητική γιατί δεν την νοιάζει καθόλου αν θα την πει κάποιος έτσι. Η κολλητή φίλη, η μάνα αρχέτυπο, η γλυκιά, καλή, μικρών όμως αποστάσεων και περιορισμένων απαιτήσεων, νοιάζεται για το γιο Εκείνης "όπως του αξίζει". Και τον κάνει κακομαθημένο. Χαμένο. Να θέλει να γίνει γονέας για να ζήσει και να του πούνε όλοι μπράβο.

 Εκείνη εξάπτεται στη μόνη σκηνή που τρόμαξα: στο φαστφουντάδικο. Μια άγνωστη, κλοσάρ-λάικ ηλικιωμένη γυναίκα ρίχνει πάνω της τα σκουπίδια. Της ρίχνει σκουπίδια!!! Επειδή εκείνη μιλούσε δυνατά για το σεξ που κάνει. Ακόμα κι εκεί, αιφνιαδιάζεται, δεν ξεκινά άσκοπο καβγά, τρομάζει για τον κόσμο που ατιμωρητί εξασκεί την ηθική του και την έλλειψή της πάνω σε γυναίκες όπως εκείνη. Κατά τα άλλα, προσέχει η ίδια τον εαυτό της και την υγεία της, σταματάει η ίδια το παράνομο σεξ με τον άντρα της κολλητής, το λέει στην κολλητή κι αυτή κάνει το αναμενόμενο για κάποιες, ανεπίτρεπτο για κάποιους: τη συγχωρεί. Λογικό μου ακούγεται. Η άλλη της μίλησε ειλικρινά, πήρε την ευθύνη, ρίσκαρε τη φιλία τους. Ο άλλος, την πάπια. Ποιον θα κρατούσατε; Αυτόν που τα ήθελε όλα, ή εκείνη που διάλεγε εσάς αντί αυτού;

 Εκείνη βιάζεται. Αλλά δεν είναι θύμα. Δεν λειτουργεί έτσι, και δεν καταλαβαίνει γιατί θα πρέπει να συγκλονιστεί απ' αυτό. Εκείνη έχει μάθει τα όριά της. Χωρίζει τον άντρα της που αγαπιούνται επειδή τη χτύπησε, κι αυτό είναι ασυγχώρητο. Κυνηγάει το βιαστή μόλις αρχίσει να την ενοχλεί πάλι, βάζοντάς τη με το ζόρι στη θέση του θύματος. Εκείνη στο τέλος του κάνει ένα τάκλιν και τον βγάζει εκτός κυκλοφορίας, με εκείνη προεδρικά στη θέση του θύματος! Τη ρωτάει αιμόφυρτος, "Γιατί;" Και το εννοεί. Υπάρχει πολύς κόσμος που θεωρεί το βιασμό παιχνίδι, ότι η γυναίκα κάνει ότι δεν θέλει. Στο τέλος, εκείνη έχει να σηκώσει το βάρος ότι η γυναίκα του βιαστή θα συνεχίσει να δρα ανενόχλητη και άμωμη. Ευτυχώς δεν θα την έχει πια απέναντί της. Απεναντίας, θα ζήσει κι ένα χάπι εντ,. θα συγκατοικήσει με την κολλητή της (πράγμα που, αρκετά αυθαίρετα, ορισμένοι ερμήνευσαν σαν "στροφή στο λεσβιασμό", ήμαρτον) και δεν θα μένει πια μόνη της. Δέχεται, όχι γιατί χρειάζεται προστασία, αλλά παρέα. (Η κολλητή της κι εκείνη είχαν πειραματιστεί παλιά σεξουαλικά. Προφανώς στο αθώο, παιχνιδιάρικο πλαίσιο της νεότητας. Αλλά όχι! Το φινάλε δείχνει την πρωταγωνίστρια απογοητευμένη από τα αρσενικά γουρούνια να ψάχνει αλλού πορτοκαλιές. Γιατί αυτό είναι η λεσβία κύριοι: Μια γυναίκα απογοητευμένη. Μπορείτε να δοκιμάσετε να αναθαρρήσει τα πιστεύω της, κι αν λέει, όχι, μην πτοηθείτε. Σας δοκιμάζει.
 Εννοείται γράφω χιουμοριστικά, αλλά να ξέρατε πόσος πολύς νορμάλ κόσμος τα πιστεύει αυτά!...)

 Ο εραστής, σύζυγος κολλητής, την ξυπνάει για να το κάνουν επειδή έτσι θέλει. Εκείνη δεν θέλει. Αυτός επιμένει. Εκείνη ξαναζεί άλλο έναν βιασμό, κάνει επίτηδες το πτώμα στο κρεβάτι. Αυτός γουστάρει, κατά δήλωσή του, παραπάνω από κάθε άλλη φορά. Αυτή, πολύ λογικά, τον ψιλοσιχαίνεται, και το κόβει μαχαίρι. Τα λέει στην κολλητή. Αν μη τι άλλο, αν τα έχεις κρυφά με κάποιον που προτιμάει να είσαι ένα σώμα, χωρίς φωνή κι απαιτήσεις και σχόλια, έχεις κάνει πολύ κακή επιλογή. Εκείνη δίνεται ξανά στο βιαστή της, τη χτυπάει, τη μισογδύνει, εκείνη έχει έναν ενεργό ρόλο τώρα. Δεν είναι θύμα, δεν ήταν ποτέ. όταν ήταν μικρή, ο μπαμπάς της έσφαξε κόσμο επειδή έτσι (δεν πιστεύαν στο Χριστούλη αρκετά) και εκείνη τη μάθανε κι οι πέτρες. Θα μπορούσε να κλαίγεται όσο θέλει. Δεν το κάνει. Μιλάει γι' αυτό σε αυτόν που εκείνη γουστάρει, όχι για λύπηση, αλλά για να έρθουν κοντά. Προηγουμένως τον έχει χαιδέψει με το διχτυωφορεμένο πόδι της. Φοράει φορέματα με ντεκολτέ και έχει λίμπιντο. Σε αυτούς που θα την πουν γριά, αυτή γελάει.

 Η ταινία μας δείχνει άσχημα πρόσωπα που τα δεχόμαστε για νορμάλ. Εκτός από Εκείνη, που νιώθει νορμάλ και χέστηκε αν κάποιος την κατακρίνει. Ο φύτουλας σαλιάρης, κίνκυ και δουλοπρεπής, αισθάνεται δέος στη δυναμική γυναίκα-αφεντικό και εκτονώνεται βιάζοντάς της μέσα στο βίντεο γκέιμ. Και ομολογεί, ότι το ξεκίνησε για πλάκα, και άλλος φταίει που διαδόθηκε, λες και το λάθος είναι το viral του πράγματος κι όχι το μοντάζ καθαυτό. Χαμένα λόγια, τι να του πει εκείνη; Ο alpha male, ζόρικος και μαλάκας, δεν δέχεται εντολές από γυναίκα-αφεντικό και εκείνη του δείχνει ξεκάθαρα ποιος κάνει κουμάντο, και πόσους σαν κι αυτόν έχει τοθασεύσει. Ο πρώην σύζυγος, ατζαμής και ερωτύλος, το ανθρωπάκι που ελπίζει να ενυπωσιάσει καμιά κορασίδα για να ξαναβγεί στην πιάτσα. Εκείνη τον παρηγορεί στο τέλος, εκείνη βλέπει το ξέσπασμά του, την απελπισία του-κι αυτός μας γίνεται συμπαθής. Ένας άντρας που μαθαίνει τη φενάκη του και λυγίζει. Πολυφορεμένο; Αξιοπρόσεκτο. Ο γιος της είναι χαμένος, διχασμένος, διψάει ν' αγαπήσει κάτι πολύ κι αληθινά. Εκείνη αγαπάει, αλλά όπως μπορεί εκείνη. Όχι όπως της ζητάνε αυτοί.

 Ζήσε όπως θέλεις. Μπορεί να γίνεις ταινία μια μέρα. Με την πρωταγωνίστρια να καταφέρνει να κάτσει στο διπλανό σου κάθισμα, να γελάσεις μαζί της, και να την κουβαλήσεις έκτοτε, γιατί τώρα πια ξέρεις. Δεν είναι αυτή που έπιασε γκόμενο τον άντρα της κολλητής της, δεν είναι αυτή που αυνανίζεται δίπλα στο παράθυρο, δεν είναι αυτή που τα νικάει όλα στο τέλος, δεν είναι αυτή που γίνεται καρικατούρα working girl. Είναι εκείνη.

 Έχετε γνωρίσει εκείνη; Κι αν ναι, την έχετε αναγνωρίσει;




Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Καπνός και σκόνη

 Όταν ήμουν μικρούλι λεπιδόπτερο, με άλλα χρώματα στα φτερά μου, γύρω στα έντεκα νομίζω, δοκίμασα πρώτη φορά τσιγάρο. Έβλεπα τον μπαμπά μου να καπνίζει στην κουζίνα και πολύ απλά, με μια αναπόφευκτη προκλητική διάθεση όμως, τον κοίταξα λοξά (ειδικότης μου) και τον ρώτησα:

 -Ρε μπαμπά. Να δοκιμάσω;

 Κουλ ο φάδερ, δεν έπαιξε βλέφαρο, μου τείνει το Κεράνης του και μου δίνει οδηγίες:

 -Θα ρουφήξεις βαθιά, παίρνοντας βαθιά ανάσα με ανοιχτό στόμα.

 Έβγαλε και ήχο, ένα συριστικό χαμηλό ήχο σαν καραμουζάκι. (Παρόλο που οι καραμούζες βγάζουν κατά κανόνα ψηλό, ψιλό ήχο. Καραμουζάκια υπάρχουν άραγε;)

 Πειθήνια και χαρούμενα, παίρνω το τσιγάρο και κάνω ό, τι μου είπε ο μπαμπάς μου. Φυσικά πήρα όλο τον καπνό με τη μία, κάηκα, πλάνταξα, έβηξα, αηδίασα κι άλλα έντονα ρήματα. Ο φάδερ με ένα μειδίαμα εκνευριστικό κι αξιαγάπητο δεν έβγαλε κιχ, δίνοντάς μου χώρο να γογγύξω με την ησυχία μου.

 Φυσικά η πρώτη μου επαφή με το κάπνισμα με αποθάρρυνε αρκετά χρόνια, ώσπου γνώρισα και κάναμε παρέα με τη Μαίρη, που κάπνιζε Μάρλμπορο κόκκινο και σπανιότερα λάιτς. Δεν της πήρα τσιγάρο μέχρι που ήμουν δεκαεφτά και είχαμε βγει βραδάκι και για μένα ήταν τεράστιο γεγονός και ένιωθα μια αισιοδοξία σπάνια και αισθανόμουν πως ναι, ό, τι θέλω κι ονειρεύομαι, μπορεί να γίνει κι αλήθεια κάποια στιγμή. Μήπως το τσιγάρο έδινε μια παραπάνω νότα πραγματικότητας στα σενάρια ονειροφαντασιώσεων που με ξελάσπωναν καθημερινά; Μήπως θα μου άρεσε το τσιγάρο, και αυτό ήταν το πρώτο βήμα στο ταξίδι μου; Πρόθυμη η Μαίρη μου έδωσε το πακέτο να πάρω (όσα θέλω;) και άναψα, αρκετά κομψά θυμάμαι. Η υπόλοιπη παρέα θυμάμαι δεν ενθουσιάστηκε. "Σβήστο, τώρα!" με αληθινά αγριωπά μάτια. Θυμάμαι και μια έκπληξη. Σαν να ήταν πραγματικά αταίριαστο και ποταπό, ακόμα, για μένα. Τρεις τζούρες νομίζω πρόλαβα, και το έσβησα πολύ δραματικά στο (υπαίθριο) πάτωμα, με τη Μαίρη να φωνάζει εις μάτην να της το δώσω για να το σβήσει η ίδια τεχνηέντως και να μην πάει χαράμι, ακριβά ήταν από τότε τα τσιγάρα.
 Βέβαια είχε προηγηθεί μια νύχτα, που το σκοτάδι ήταν ψυχρό και μαλακό, που έκλεψα ένα από το πακέτο του μπαμπά. Ο Κεράνης είχε κλείσει και το είχε γυρίσει, φυσικά φυσικά, στα κόκκινα Μάρλμπορο. Θυμάμαι το γλυκό μούδιασμα, την παράξενα οικεία ζαλάδα, και μια αίσθηση υποχώρησης, σαν να είχα χάσει κάτι σε μια παρτίδα που δεν ήξερα τους κανόνες και ακόμα δεν ήξερα την... τιμωρία μου. Έπλυνα τα δόντια μου στο καπάκι και έφαγα ένα σοκολατάκι για να μην μυρίζει το στόμα μου. Κατόπιν έστειλα μήνυμα στη Μαίρη. Δεν θυμάμαι καλά, της είπα ότι έκανα ένα τσιγάρο και μου άρεσε αλλά "είδα κι έπαθα να μην βρομάει το στόμα μου. Εσύ που ξέρεις" (...!) "πες μου τι να κάνω για να μην εθιστώ." (!!!) Θυμάμαι καλά την απάντησή της, έγραφε με κεφαλαία η Μαίρη. "Κοίταξε να δεις εγώ το πρώτο μου τσιγάρο το έκανα πριν ενάμιση χρόνο και μετά από έξι μήνες άρχισα να καπνίζω κανονικά, μέχρι τότε έκανα ένα τσιγάρο όποτε μου κάπνιζε!"
Μας φώτισες. Τεσπά, δεν θυμάμαι αν κατάλαβα τίποτα ουσιαστικό τότε, αλλά χάρηκα και ασιθάνθηκα λιγότερη μοναξιά επειδή μου απάντησε (έστω και άσχετα) και δεν με μάλωσε ή με αποπήρε.

 Στο μεταξύ είχε αρχίσει και ο Μ. να καπνίζει. Μου άρεσε το στυλ του, μου άρεσε που είχαμε καλύτερες σχέσεις μέρα με τη μέρα, και μαζί του μπορούσα να δείχνω την κούραση και τη μελαγχολία μου (αν και τότε δεν το είχα συνειδητοποιήσει). Και το τσιγάρο που μου έδινε ήταν συμβολικό, μια παρέα, ένα σημάδι ότι είμαστε πιο κοντά, τον μιμούμουν άρα του έμοιαζα και είχα κι εγώ έναν άνθρωπο παραπάνω να κάνω παρέα. Μου άρεσε γι' αυτό το λόγο το τσιγάρο, μια ιεροτελεστία μύησης στον πραγματικό κόσμο, και ένα βήμα παραπάνω στη ζωή που καλούσε ακόμα τις νύχτες σαν τριζόνι. Νομίζω ο μπαμπάς μου το είχε καταλάβει, δεν ξέρω αν τον κατσάδιασε με το σοβαρό, "σε ρίχνω στο φιλότιμο" τρόπο του, αλλά νομίζω ότι εμένα δεν μου είπε τίποτα, αρκετές εντάσεις είχαμε και χωρίς το αντικαπνιστικό κήρυγμα.

 Φτάνει η χρονιά που έδινα Πανελλήνιες δεύτερη φορά. Χάλια μαύρα από άποψης οικογενειακής ευτυχίας, κοινωνικότητας, ακόμα κι ονειροπόλησης. Δεν έβλεπα φως στον ορίζοντα, κι αδυνατούσα να συγκεντρωθώ όπως χρειαζόταν. Γύρω στο Πάσχα θυμάμαι ένα πρωί στο περίπτερο:
-Ένα Μάλμπορο δεκάρι κι ένα αναπτηράκι, παρακαλώ.
Γιατί άλλωστε η κομψότητα ήταν ανέκαθεν κινητήριος δύναμη. Το δεκαράκι Μάρλμπορο, μικρό και τσέπης, μου ταίριαζε πολύ παραπάνω από τα μεγάλα πακέτα-γκουμούτσες που έβλεπα και έκαναν ΌΛΟΙ οι άλλοι. Το αυτόν με το αναπτηράκι, που μπορούσε να κρυφτεί μια χαρά και στο μικρό τσεπάκι του τζιν. Κίτρινο συνήθως (βέβαια, λόγω αχρωματοψίας, συχνά κατέληγα με πράσινο λαχανί, που το σιχαίνομαι) αλλά και άσπρο, να ταιριάζει με το πακετάκι. Αρκετά πιο πριν θυμάμαι είναι που έκανε ο μπαμπάς τη ματσαράγκα και άφησε επίτηδες δυο τσιγάρα στο πακέτο του, κι εγώ το χαζό δεν πήρα όλο το πακέτο, αλλά πήρα το ένα μόνο! Αυτό με πρόδωσε, όχι ότι μου κάηκε καρφί, αλλά θυμάμαι ήρθε ο αδερφός μου και μου είπε με κάτι ντροπιασμένα γέλια ότι ο μπαμπάς το είχε κάνει επίτηδες.

 Θαρρώ πως ο πατέρας μου δεν μου είπε ποτέ "μην καπνίζεις". Θυμάμαι τις παραινέσεις του, με ένα μειλίχιο και κάπως βαριστημένο τόνο, "Κρίμα είναι", μου 'λεγε, κι εγώ βλάκας είμαι που καπνίζω και τέτοια. Αλλά εκτιμώ τη συνέπειά του, αν μη τι άλλο, δεν μου απαγόρευσε αυτό που ο ίδιος απολάμβανε. Αυτός ήταν κι ο άλλος σημαντικός λόγος που ξεκίνησα να αγοράζω το δικό μου πακέτο: ήθελα να μπω στο κλαμπ. Ήθελα να με πάρουν επιτέλους στα σοβαρά, να μου δώσουν σεβασμό και ίσως και προσοχή. Να ενηλικιωθώ στα μάτια τους.

 Η μάνα είχε πλάκα. Μη καπνίστρια, καθόλου υστερική μ' αυτό όμως, αν και του είχε απαγορεύσει να καπνίζει στην κρεβατοκάμαρά τους, δεν μάσαγε καθόλου κι όταν δειλά δειλά θρασύτατα άρχισα να πρωτοεμφανίζω το πακετάκι μου τίποτα Κυριακάτικα μεσημέρια μετά το φαγητό, κάτω από το βαριεστημένα κατσουφιασμένο βλέμμα του μπαμπά, η μάνα ανελάμβανε αντιπολιτευτική δράση. "Κάπνισε, παιδί μου! Κάπνισε!"
Γιατί σου λέει, χαζοτερτίπι είναι, άστο να κάνει το κέφι του τώρα, και σιγά να μην το κάνει νόμιμο.
Ή άσε να μην φέρνω κόντρα ούτε σαν υποψία, από αντίδραση καπνίζει, εφηβική επανάσταση. Άκακα πράματα.
Εδώ γελάμε. Ή μάλλον κάποιους μήνες πιο μετά, όταν σε αυτά τα μεσημέρια εγώ άναβα την τσιγαριά μου με υφάρα "αν τολμήσετε πείτε μου τίποτα, να δείτε πότε θ' αρχίσω να στριγκλίζω" και ο καλός μου αδερφός, με τα μυαλά του κατοικημένα από τότε, ντρεπόταν να μοιραστεί την κάπνα του-αλλά κοντά στο βασιλικό ποτίζεται κι η γλάστρα. Και μια που δεν έτρωγα εγώ κήρυγμα δεν μπορούσε να φάει κι αυτός. Ίσως αυτό να του στέρησε λίγη από τη δικιά του μυσταγωγία, δεν ξέρω. Γεγονός είναι ότι στις Πανελλήνιες εγώ είχα το πακετάκι μου στο τσαντάκι μου, και το άναψα αι σε καφετέρια μια φορά, αλλά το θέαμα ήταν αρκετά αστείο νομίζω, άσε που πήγαν και το είπαν του πατέρα μου ότι καπνίζω (ρουφιανοχώρι γαρ).

 Παρηγοριά. Παρεούλα. Κάτι δικό μου. Ένα σημάδι δύναμης. Πραματάκια πολύτιμα.

Πάντως εκείνο το καλοκαίρι αν κάπνιζα πέντε τσιγάρα τη μέρα ένιωθα σαν να είχα κάψει τους πνεύμονές μου. Αργότερα, στη σχολή, το πακέτο μου κρατούσε τρεις μέρες κάπου. Σπάνια δύο.

Πόσες ιστορίες!... και πόσα διαφορετικά σήματα.

  1. Μάρλμπορο δεκαράκι. Νομίζω δεν κυκλοφορεί πια. Και καμελάκι δεκάρι υπήρχε, αλλά δεν το ήξερα τότε. Πάντως κοινός τόπος στις συζητήσεις μεταξύ καπνισμένων ήταν η κοινή συνιστώσα πως το τσιγάρο στο σχολείο το ξεκινάς έιτε με Μάρλμπορο είτε με Κάμελ.
  2. Χρυσή κασετίνα Καρέλια. Αχ, τι όνομα, αχ τι συσκευασία! Από τον αδερφό τα έμαθα αυτά. Ωραία τσιγάρα! Μια φορά είχα βγει με γονείς και μεγάλη παρέα τους και πέρασαν δυο κοπέλες που κάνανε πρωώθηση, ω τι σύμπτωση, στη χρυσή κασετίνα. Ο φάδερ, παιχνιδιάρικα και προβοκατόρικα, είπε δυνατότερα από το συνηθισμένο του στη μια κοπέλα ότι είναι η μάρκα μου, αυτή με ύφος "ώχου παρατήστε με" του αποκρίνεται ότι το νεαρό της ηλικίας μου είναι απαγορευτικό για να καπνίζω. Από την άλλη άκρη του τραπεζιού εγώ έτεινα το πακέτο μου, κι εκείνη, έκπληκτη-ενοχλημένη, μου έτεινε ένα. Μιλάμε, είχα θράσος.
  3. Άσσος ιντερνάσιοναλ. Φτηνά, δύο είκοσι θυμάμαι. Βαριά. Λίγο πικρά. 
  4. Μάρλμπορο μέντα. Αυτά γιατί μ' αρέσανε; Θυμάμαι το χρώμα των, ένα μεταλλικό βεραμάν. 
  5. Κάμελ νάτσουραλ (καφέ). Αυτή ήταν η μάρκα μου. Μου ταιριάξανε απόλυτα, νόμισα. Πανάκριβα, πλέον έχουν πάει τέσσερα τριάντα. Βαριά, με βαρύ άρωμα, σε πολλούς δεν άρεσε καθόλου. Πρωτότυπο πακέτο. Δεν είχα γνωρίσει κάποιον να κάνει τα ίδια, άλλο ένα γεγονός-παράσημο για την υπερηφάνειά μου. Μια φορά τα είχα ζητήσει σε ένα ψιλικατζίδικο στην Κυψέλη και ο μαγαζάτορας μου έγνεψε αρνητικά και μου είπε σκωπτικά: "Λάθος γειτονιά!"
  6. Κάμελ μπλακ. Μια δυο φορές είχα πάρει, μετά καταρήθηκαν. Πολυτέλεια. Ωραίο, ωραίο τσιγάρο.
  7. Καπνός Ολντ Χόλμπορν Μπλε. Ακρίβυναν, το γύρισα στον καπνό, βαρύς αυτός, βαριά και τα χαρτάκια, ρίζλα μαύρα, σαν κόλλα φωτοτυπικού ήταν.
  8. Καπνός καρέλια. Ωραίο χαρμάνι, αλλά πολλά ξύλα μέσα. Επιπλέον, δεν με έκαιγε, οπότε δεν τον κράτησα πολύ.
-Ειρήσθω εν παρόδω, πάντα έκανα βαριά τσιγάρα, και ένιωθα και πολύ μεγάλη περηφάνια, αμ' πώς. Ξεχείλιζε η μαγκιά, νόμιζα, από τα μπατζάκια. Τρομάρα μου.

 Κάπου εκεί είναι που έχασα και τα πολλά κιλά και το τσιγάρο έγινε και σύμμαχος. Δεν έτρωγα το βράδυ, γιατί δεν είχα όρεξη να φάω και είχα μπει σε διαδικασία πολέμου με τον εαυτό μου και τις ανθρώπινες λειτουργίες μου, ψυχή τε και σώματι. Οπότε, έκανα δυο τσιγάρα παραπάνω, και πρόμπλεμ σολβντ. Δύναμη. "Δεν θα φάω." Ε, και δεν έτρωγα.

 Πέρασαν πολλά χρόνια. Ακρίβυναν κι άλλο τα τσιγάρα. Συνέχισα να στρίβω και να καπνίζω, συχνά μηχανικά γύρω στα εφτά ημερησίως, εκτός αν έπινα αλκοόλ, που γίνονταν δέκα.

Κι εκεί ήρθε η πλαστική καρδούλα μου. Η κόκκινη, στιλπνή καρδούλα μου, που αν την έβαζες στο αυτί σου σου έλεγε αστείες ιστορίες και τζαζ αυτοσχεδιαστικά νανουρίσματα. Και εγένετο μια μέρα που αισθάνθηκα ότι αυτό που ήθελα να γίνω, που δεν περιελάμβανε τσιγάρο, κακή διατροφή, δείπνα για δύο εγώ και τα ρούχα μου, πράξεις απόγνωσης και αυτιστικής φυγής, ξενύχτια άσκοπα και βοβυβούς λυγμούς, ξεκινούσε σήμερα. Εκείνο το πρωί του περασμένου Νοεμβρίου.

 Αργά το πρωί. Καφεδάκι εσπρεσούλι από κάψουλα και το απαραίτητο τσιγάρο. Το πρωινό τσιγάρο. Η πρώτη τζούρα μετράει μόνο άλλωστε. Κι αυτό το πρωινό τσιγάρο μου στέρησε ένα φιλί στο στόμα. Κατανοητόν απολύτως. Κι έτσι απλά (;) έκοψα το κάπνισμα.

Γύρισα σπίτι μου με ένα σχέδιο στο μυαλό μου. Δεν θα καπνίσω. Να δω πώς θα πάει. Δεν θα καπνίσω. Τελος.
Τελείωσα με το κάπνισμα. Καπνίζω πολλά χρόνια. Δεν θέλω στο μέλλον να καπνίζω, δεν θέλω στο μέλλον να αναγκαστώ να το κόψω. Δεν θα καπνίσω άλλο.
Και δεν κάπνισα. Έτσι απλά. Δεν το λιγουρευόμουν. Ένιωθα υπέροχα-ότι επιτέλους έκανα ένα ουσιαστικό βήμα να γίνω αυτό που ονειρεύομαι. Και δεν ήθελα να καπνίσω. Ήξερα τι εστί τσιγάρο, το είχα ευχαριστηθεί, δεν με ευχαριστούσε πια. Δεν με εξυπηρετούσε.

Γύρω μου άκουγα μπράβο, ο πατέρας δεν με πίστευε, ούτε ο αδερφός μου. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη χαρά μου. Έφυγα από το κλαμπ, δεν με διώξανε. Με ηρεμία και χάρη -αχ αυτή η κομψότητα, η χάρη...
Σταμάτησα να πίνω εσπρέσο διπλό λούνγκο. Σταμάτησα να έχω την ανάγκη των απασχολημένων χεριών.

Ήταν ωραία.

Αλλά ξανακάπνισα. Ήρθε ο αδερφός μου και του έκλεψα ένα τσιγάρο. Κι έγινε κι άλλο, κι άλλο.
Κι εκεί, ήρθε η φλασιά! Εκείνο το πρωί πήγα κι αγόρασα τσιγάρα. Έκανα δυο, τρία, τα απήλαυσα πλήρως. Κι έγραψα αυτό το κείμενο που μ' αρέσει τόσο πολύ. Και σαν επιβράβευση συνέχισα να αγοράζω πακέτα.

Ήταν το μυστικό μου. Είχα τόσο πολύ ανάγκη να έχω ένα μυστικό. Κάτι αμόλευτο, κάτι αποκλειστικά δικό μου. Να μην το ξέρει κανείς, να μην μπορεί να το πειράξει κανένας.

Σαν να έλεγα, ωραία, κάπνισα, το έκοψα, τώρα μπορώ να κάνω ό, τι θέλω χωρίς να πρέπει να αποδείξω τίποτα πουθενά, θα κάνω αυτό που μου αρέσει. Αλλά φυσικά, δεν υπολόγισα τον εθισμό. Γιατί καλά τα λέω, και καλά έχω σε βάθρο τη θέληση και το πείσμα μου, αλλά δεν μπορώ εύκολα να πω τώρα "το κόβω". Γιατί το κίνητρο είναι να προσέξω τον ίδιο μου τον εαυτό, και σε αυτό υστερώ. Υστερώ πολύ, και πολλάκις, και παντοδαπώς.

Και ΄τωρα λέω το μυστικό μου. Δεν ξέρω αν θα το διαβάσει κανείς. Για μένα το κάνω. Για να μην πιάνει πια σαν μυστική ιεροτελεστία. Γιατί πραγματικά θέλω τσιγάρο μόνο μερικές φορές στην παραλία, μετά από έντονη βουτιά. Κι εκεί ακόμα, θέλω τα δικά μου τσιγάρα, τα κάμελ καφέ. Εν τέλει.

Κανείς από τους κοντινούς μου ανθρώπους δεν θα μου κάνει παρατήρηση ούτε θα μου κόψει την καλημέρα. Αν (θέλω να) το κόψω στ' αλήθεια, πρέπει να το κάνω για μένα, αναλαμβάνοντας εξολοκλήρου την ευθύνη. Αυτό είναι κάτι καινούριο αλλά μου φαίνεται και λίγο σαν υποχρέωση, γιατί αυτό πραγματικά είναι ενηλικίωση, και νιώθω ότι έχω καθυστερήσει ανυπόφορα πολύ σ' αυτό τον τομέα.

Δεν ξέρω αν θα το αποφασίσω. Νομίζω πως θα το κάνω. Δεν ξέρω τη διαφορά μεταξύ της ανθρώπινης αδυναμίας και του φυσικού ελαττώματος. Με άλλα λόγια, δεν ξέρω αν καπνίζω για να κερδίσω κάτι ή επειδή το ρημάδι είναι κολλητικό και εγώ είμαι ακόμα μια τέτοια περίπτωση εθισμού.
Πολλές σκέψεις, αλλά αισθητά λιγότερες και πιο αδύναμες από τις σκέψεις του Νοέμβρη.

Ωραία ήταν πάντως που δεν κάπνιζα. Μ' άρεσε πολύ.


Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Φλασιά!

 Πιστεύω απόλυτα στις φλασιές.

 "Λειτουργώ με φλασιές", όπως μ' άρεσε κάποτε να λέω. Τι εστί φλασιά; Φλας!... επιφοίτηση, το αγιοπνέμα, τσουκ, πέφτει ένας κεραυνός και κάτι ξεκαθαρίζει στο τοπίο εντός μου. Είναι που πιστεύω πολύ στα θαύματα. "Θαύματα συμβαίνουν κάθε μέρα", που μου έλεγε και ο πατέρας μου. Και όντως. Κάθε μέρα συμβαίνει κάτι αξιοπερίεργο, απίθανο, απροσδόκητο. Θεωρώ γενικά ότι μου αξίζουν τα θαύματα. Όχι μόνο επειδή είμαι πολύ σπέσιαλ σαν ον-αλλά επειδή έχω μονίμως τεντωμένες τις κεραίες μου για να τα εντοπίσω. Κι αυτά, θέλω να πιστεύω, συντελούνται μόνο όταν μπορείς να τα πάρεις χαμπάρι. Άρα, μονίμως κοιτάζω για τα θαύματα.

(Έτσι, βέβαια, δεν αφήνω πολύ χώρο για τα πράματα, που είναι γενικά η ζωή που περνάει. Αλλά αυτό είναι θέμα άλλης, ζοφερότερης ανάρτησης.)

 Από πολύ παλιά θεωρούσα τη γνώση σαν ζωντανό οργανισμό, που όσο δυσκολεύονται οι επιστήμονες να ορίσουν τι εστί ζωή, τόσο εγώ σιγουρεύομαι ότι ζωή ίσον εξέλιξη. Και η εξέλιξη δεν είναι μονοπαραγοντική, τουναντίον, οι μη ανθρώπινοι, αστάθμητοι παράγοντες είναι που έχουν τη μερίδα του λέοντος ως αίτια. Την αυθαίρετη αυτή εκτίμηση ενισχύει η έλλειψη ελέγχου αυτών των ασταθμήτων παραγόντων και των συνεπειών τους. Δηλαδή, αφού δεν μπορούμε να τους μετρήσουμε, ας πούμε ότι έχουν από το 1 έως το 99 τοις εκατό της διεργασίας κι ας κάνουμε εμείς ότι μπορούμε.

 Άρα κι εγώ σταυρώνω τα χεράκια μου -από ένα σημείο και μετά- και περιμένω να κάνει την υπόλοιπη δουλειά ο χρόνος, με όλες τις αλλαγές που έρχονται μαζί του.
...ναι, ακούγεται κάπως. Δεν πειράζει. Έτσι είναι. Στην παρούσα φάση τουλάχιστον-τουλάχιστον.

 Μαθαίνω, γνωρίζω, και μετά πρέπει αυτή η γνώση να μείνει και να χωνευτεί, να βγάλει ένα απόσταγμα, ή να σαπίσει και να γίνει λίπασμα για μετέπειτα γνώση. Πόσες απόψεις δεν έχω αλλάξει!... πράγμα κουραστικό, δείχνει κι εκνευριστικά ασταθές ώρες ώρες, αλλά πραγματικά είναι από τα πράγματα που χαίρομαι πάρα πολύ στον εαυτό μου. Και καταλαβαίνω συχνά πόσο μεγάλο προνόμιο είναι αυτή η εμπιστοσύνη που δείχνω στην αντιληπτική μου ικανότητα. (Όπως όλες οι εμπιστοσύνες βέβαια, προδίδεται κι αυτή ανά φάσεις.) Όπως συχνότατα δεν βλέπουμε τα πράγματα που είναι μπροστά στα μάτια μας, έτσι και συχνά δεν μπορούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα ενώ έχουμε όλα τα δεδομένα. Και συχνά, σε άτομα με τόσο στιβαρή εμπιστοσύνη στο κριτήριό τους, είναι δύσκολο να τους πεις το συμπέρασμα και να το δεχτούν. God knows I know-διττό νόημα, τι ωραία!

 Έτσι το λεπόν, περιμένω να μου έρθει η φλασιά και η σκέψη μου να προχωρήσει περαιτέρω. Και προχθές, ήρθε!

 Καθαρίζω το σπίτι που μένω λιγότερο συχνά απ' ότι θα ήθελα- μια λύση που ακόμα δεν έχει ευδοκιμήσει πολύ είναι να έχει η ηλεκτρική σκούπα θέση τιμητική δίπλα στον καλόγερο, ώστε να είναι υπόθεση ενός λεπτού να καθαρίσει το πάτωμα από ψίχουλα και άλλα αγνώστης ταυτότητας αντικειμενάκια. Αυτή τη βδομάδα το σπίτι έχρηζε άμεσης καθαριότητας. Το είπα τη Δευτέρα, "αύριο θα καθαρίσω". Ξημερώνει Τρίτη. "Να βάλω σκούπα πρωί, πριν τις 2, αλλιώς μετά τις 5". 'Ωρες κοινής ησυχίας κετς. Δεν νομίζω να παραπονεθεί κανείς, αλλά λέμε τώρα. Κωλοβάρεμα, κωλοβάρεμα, χάζεμα αγαθών στο ίντερνετ που δεν πρόκειται να αγοράσω. Πάει η ώρα 5. Συνεχίζω. Έβρισκα μονίμως πράγματα να ψάξω και να χαζέψω-από Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα μέχρι συνταγές για μπισκότα βουτύρου, για να αναφέρω τα λιγότερο ντροπιαστικά. 6 η ώρα. 6μιση. 7.

 Το βράδυ είχε προβολή ελεύθερη είσοδο μιας ταινίας που φαινόταν ωραία και ήθελα να δω. Τους 12 Ενόρκους. Και το ήθελα, ήθελα να δω αυτή την ταινία. Ήθελα να πάω σε θερινό, μου αρέσει τόσο το θερινό σινεμά! Κι εκεί κάπου στις εφτάμιση... ε, ξαφνικά άρχισα να φλερτάρω εντόνως με την ιδέα να μην πάω. Το σινεμά, δυο βήματα και τέσσερα λεπτά. Αλλά το σπίτι βρόμικο. Κι εγώ, μες στην απραξία, τη βαρεμάρα, ένα τίποτα. Τίποτα.

 Σκέφτηκα: "Προλαβαίνω, μια ωρίτσα, να κάνω τα πολλά, να κάνω και ντους, να πάω και σινεμά." Αλλά μετά σκέφτηκα πόσο με κουράζει, εντέλει, αυτή η μανία να τρέχω, να βιάζομαι, να κάνω δραστηριότητες σε λιγότερο χρόνο απ' ότι πρέπει, αυτός ο διαγωνισμός να αποδείξω ότι ναι, έχω σπέσιαλ ικανότητες. Και έτσι, απλά συνέχισα να κωλοβαράω, χωρίς να νιώθω καλύτερα φυσικά, αλλά έχοντας αποκλείσει το ενδεχόμενο να ανεβάσω παλμούς για να κάνω αυτό που ήθελα, έπρεπε, όφειλα να κάνω και είχα ΟΛΗ ΤΗ ΜΕΡΑ ΣΤΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΜΟΥ και απλά... δεν το έκανα. Γιατί; Γιατί έτσι. Γιατί βαριόμουν. Γιατί έτσι.

 Ωστόσο -τομή, τομή!- αποφάσισα ότι θα πήγαινα στο σινεμά.
ΑΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΑΞΙΖΑ.

 Φλασσσσς!

 Το σινεμά ήταν επιβράβευση. Μια δραστηριότητα ευτυχισμένη, που αγαπάω αληθινά. Είναι από τα πολύ δικά μου πράγματα, το θερινό σινεμά. Με αγαπάω και φουσκώνω από περηφάνια, είναι χαρακτηριστικό που θέλω να κουβαλάω σε όλη μου τη ζωή, ότι μου αρέσει να πηγαίνω μοναχούλι λεπιδόπτερον σε θερινό σινεμά. Αλλά επειδή προχτές δεν έκανα τίποτε από αυτά που είχα σκοπό... που σιγά το πράμα, ήταν υπόθεση 2 ωρών... ένιωθα ότι δεν μου αξίζει. Δεν μου αξίζει. Δεν είχα κάνει κάτι να δικαιολογεί αυτή τη χαρά, κι οι χαρές πρέπει πάντα να έρχονται σαν επιβράβευση, σωστά;
 (Λάθος, αλλά λέμε τώρα.)
 Θυμήθηκα πολλά, πολλά πράγματα που ενώ τα ήθελα και θα τα χαιρόμουν, δεν τα έκανα. Θυμήθηκα τη Μήδεια του Παπαϊωάννου, που δεν πήγα να τη δω. Θυμήθηκα θεατρικές παραστάσεις, φαγητά κι εξόδους και ρούχα κι ανθρώπους, ακόμα, που μου απαγόρευσα να ζήσω, αν και τα λαχταρούσα. Γιατί... δεν τα άξιζα. Δεν ήμουν όπως ήθελα να είμαι, δεν είχα ζοριστεί αρκετά για να τα χαρώ, και δεν θα τα εκτιμούσα όπως έπρεπε γιατί πολύ απλά (...) δεν είχα προσπαθήσει να κάνω πέρα τα κακώς κείμενα που με στενοχωρούν και με πιλατεύουν. Άρα έπρεπε να μείνω και να παλέψω να τα λύσω, και ΜΕΤΑ να απολαύσω τους καρπούς των κόπων μου. Προχτές δεν κόπιασα καθόλου, γιατί λοιπόν να ζήσω μια χαρά; Στράφι θα πήγαινε!
 Χαράμι!

(Νομίζω είναι κι αυτή πολύ παλιά μου νοοτροπία.)

 Πόσα πράγματα δεν στερήθηκα επίτηδες, για να δοκιμάσω την εγκαρτέρηση και την αντοχή μου, να τις ασκήξσω παράλληλα. Πόσα πράγματα!... για να μάθω να με χαροποιούν τα ελάχιστα, να αρκούμαι μόνο σ' αυτά. Πόσες ενοχές, και τύψεις, και κακοποιήσεις.

 Τελικά πήγα σινεμά. Η ταινία άψογη. Χάρηκα πάρα πολύ που την είδα. Μετά έφυγα σαν να με κυνηγούσαν -ταράχτηκα. Και ντράπηκα που έφυγα έτσι βιαστικά και με είδαν οι άλλοι άνθρωποι.
(Ντρέπομαι για μένα πάρα πολύ καιρό.)

Και να που χθες, έκανα επιτέλους τις δουλειές που ήθελα, έπρεπε, όφειλα. (Το επιτέλους ίσως να έλειπε; Ναι, δεν χρειάζεται. Αλλά το αφήνω.) Και κάτι παραπάνω. Έκανα κι άλλες δουλίτσες. Έφτιαξα και φαγητό. Και στρώθηκα να απολαύσω μια ταινία που έπαιζε η τηλεόραση, μια σαχλίτσα κομεντί με τη Μέριλ Στριπ. Και την απήλαυσα!

 Υπάρχει κάτι πολύ συγκινητικό -με την έννοια του moving, όχι του σπαραξικάρδιου- στη συνήθειά μου αυτή, να ψάχνω μια επιβράβευση και να τη βρίσκω ακόμα και σε μια ταινία της σειράς και σε λίγη σοκολάτα που μου επέτρεψα να φάω. Γεγονός παραμένει ότι συντελέστηκε μια φλασιά. Ένα θαύμα!

 Η έννοια της αξιολόγησης και της επιβράβευσης είναι ακόμα πολύ μπερδεμένες μέσα μου -όπως και σε πολύ κόσμο, είναι σίγουρο. Αλλά μετά τη φλασιά... νιώθω ότι κάτι μπορεί να ξεκαθαριστεί -με βάσιμες ελπίδες κι όχι απλά ευσεβείς πόθους. Με κάτι πιο στέρεο.

ΥΓ: Εννοείται ότι η σκέψη που σκέφτομαι και δεν ξέρω πώς ακριβώς κολλάει είναι τι γίνεται με τις προσπάθειες που δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα. Υπάρχουν ακόμα; Μήπως έχουν αποδώσει καρπούς που, επειδή δεν είναι οι αναμενόμενοι (επιθυμητοί, προσδοκώμενοι) είναι μπροστά τα μάτια μου και δεν τους βλέπω και δεν τους απολαμβάνω -συνειδητά, έστω; Μέχρι την επόμενη φλασιά, φαντάζομαι.

ΥΓ2: Κι εύχομαι...

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Ένας Σεπτέμβρης

 Πάντα μ' άρεσε να κάνω βιβλία δώρα. Η μοναχική ηδονή, η βαθιά προσωπική ανασκόπηση κι απόλαυση του αναγνώστη, ερμητικά κλεισμένου -όχι φυλακισμένου- σ' ένα τόσο δα πραγματάκι, γεμάτο από γραμμούλες και τελίτσες μαύρες, χωρίς απαραίτητα χρώματα κι εικόνες, υπήρξε από τις πρώτες πρώτες απολαύσεις της ζωής που έμαθα να κατέχω ολοκληρωτικά, και με χαροποιούσε και με λυπούσε ολοκληρωτικά, και μου έδινε μια αίσθηση αυτάρκειας... Μα πόσο γλυκιά αίσθηση, πόσο! Μια χαμογελαστή, ήρεμη κι άτεγκτη ματιά, που σαν το νερό, μαλακή κι ανεξέλεγκτη, ανακοίνωνε στ@ εκάστοτε εισβολέα ότι "τώρα διαβάζω"... δεν μπορώ, θέλω, προλαβαίνω, αντέχω να ασχοληθώ με ο, τιδήποτε άλλο, πόσο μάλλον εσένα.

 Αν άκουγα μουσική, ή αν έπαιζα ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι, ή αν επιδιδόμουν σε άλλη μοναχική ασχολία, η ματιά μου ποτέ δεν είχε αυτή τη στιλπνή σκληρότητα. Είχε πάντα μια ενόχληση, "τι θες και μ' ενοχλείς", τόσο λαχταριστή στ@ εκάστοτε που, χαμογελώντας ενθαρρυμένα, συνέχιζε να μου μιλάει, ή να με τσιμπάει, ή χειρότερα να φωνάζει μες στ' αυτί μου, μέχρι που να σκάσω απ' τα νεύρα μου και να παρατήσω την ασχολία μου (μερικές φορές πολύ δραματικά, μια φορά τινάζοντας όλη την τράπουλα στον αέρα μιας πασιέντζας που δεν μου έβγαινε, και φευ, δεν επρόκειτο να βγει ποτέ, γιατί στο οργισμένο μου ξέσπασμα το εφτά μπαστούνι χάθηκε κάπου μεταξύ καναπέ κι αιωνιότητας) και να στρέψω τα λαμπερά, γουρλωμένα μάτια μου σ' εκείν@ που τώρα μειδιούσε σαν γάτα που έφαγε ένα καλοθρεμμένο μπαρμπούνι. Εννοείται η ασχολία που μου πρότεινε, ή μάλλον επέβαλλε, ήταν πολύ κατώτερη, συχνότατα μάλιστα θολή έως ανύπαρκτη. "Τι θες;" "Δεν ξέρω... κάτι να κάνουμε." Πάντα με το γατοειδές μειδίαμα. Αν δεν αγαπούσα τις γάτες φαντάζομαι, δεν θα έπιανε το ίδιο κόλπο τόσο συχνά.

 Θυμάμαι ένα βιβλίο συγκεκριμένα, που είχα διαβάσει σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μου, και κάθε φορά έβρισκα κάτι ευχάριστο που δεν το είχα προσέξει σε προηγούμενη ανάγνωση*. Ήταν μεγαλούτσικο βιβλίο, 400-500 σελίδες, με κομψή παχιά γραμματοσειρά, ωραίο ασημί εξώφυλλο, όχι γυαλιστερό νίκελ, ένα βαθύ γκρι ασημί, σαν ουρανός κάπως. Η συγγραφέας, η Ρόζαμουντ Πίλτσερ. Το βιβλίο λέγεται Σεπτέμβρης. Το διάβασα ως δώρο από κάποια σε κάποια, και γύρισε ο καιρός, είκοσι τόσα χρόνια μετά, που το έκανα δώρο κι εγώ σε κάποιον. Σε άλλη έκδοση, με άλλο, κατώτερο εξώφυλλο, μα με την ίδια μετάφραση κι -ευτυχώς!- με την ίδια γραμματοσειρά.

 Αξίζει να μιλήσω για αυτό. 'Ηταν μια νύχτα που τα μαγαζιά έμεναν ανοιχτά ως αργά... Πλακόστρωτοι δρόμοι, φώτα άσπρα σκληρά, και πάρα πολύς κόσμος, όχι με τη χαρά του πανηγυριού, αλλά με την αίσθηση της υποχρέωσης, του πάμε επειδή όλοι πάνε. Αλλιώς, απουσία. Θύμιζε σχολείο, πέμπτη ώρα, εκπαιδευτικοί κι εκπαιδευόμενοι όλοι μπαφιασμέν@ ωστόσο υποχρεωμέν@ να παρίστανται, που προσπαθούν να βρουν κάτι ευχάριστο, σαν ένα ήχο που μπαίνει μες στην τάξη και μοιάζει με κραυγή ή μια κιμωλία που σπάει καθώς γράφει κι αφήνει αυτό τον ανατριχιαστικό ήχο-συριγμό, σαν επιθανάτιο ρόγχο, ή και μια αταξία, που προκαλεί τη μήνι της εξουσίας, κι ακόμα και το ενδεχόμενο της αποβολής ή της αποπομπής στο γραφείο του διευθυντή, καίτοι φοβερό, είναι κάτι, αρκούντως συναρπαστικό ή ζωντανό, που μπορούσε να ξυπνήσει το πλήθος και να δώσει μια κάποια ζωή που ανταποκρινόταν στις προσδοκίες εκείνης της κουρασμένης ώρας. Εκείνη τη νύχτα, ο κόσμος ήταν πολύς, καταστήματα με τσάντες κι υποδήματα φωταγωγημένα ήταν τα πιο επισκέψιμα, ξηροκαρπάδικα και καφενεία είχαν το προσωπικό τους ενεργοποιημένο, μουσική ακουγόταν από κακοπαθημένα ηχεία, έτσι που και αν κάποιο μελωδικό τραγούδι να τολμούσε να ακουστεί, πιο πολύ σαν τρίξιμο έφτανε στ' αυτιά του ακροατηρίου. (Πολύ τα λυπόμουν τα τραγούδια αυτά.) Υπήρχαν πολλά καροτσάκια με μωρά που εμένα τουλάχιστον μου φαίνονταν έντρομα. Σε κάποια σημεία υπήρχαν "προωθητικές καμπάνιες" που μοίραζαν δωρεάν κάτι χλιαρά, συσκευασμένα ηδύποτα, που δεν ανταποκρίνονταν καθόλου στην ταλαιπωρία που έπρεπε να υποστείς, για να πάρεις μέσ' απ' το πλήθος ένα μπουκαλάκι -απόδειξη τα ανοιχτά, μισογεμάτα (κι όχι μισοάδεια) μπουκαλάκια που έβρισκες παντού γύρω. Ωστόσο παρέμενε μια νύχτα που έμοιαζε με μέρα, με επίπλαστη φασαρία και ζωή, και γυρνούσαμε γύρω γύρω σαν σε γαϊτανάκι, προσμένοντας κάτι, που θα δικαιολογούσε την ταλαιπωρία και το χαμό. Μέσα στους ξεχειλισμένους κάδους σκουπιδιών και την τσίκνα από τα καλαμπόκια και τα κατ' ευφημισμόν χοιρομέρια, στα καταστήματα με πιτζάμες και νυχτικά, στους νεαρούς ανθρώπους που κραύγαζαν συνθήματα μιας αλλοτινής εργατικής αντίστασης κατά της νυχτερινής εργασίας, ακολούθησα τα σημάδια και βρέθηκα σε ένα βιβλιοπωλείο.

 Άξιζε η λευκή νύχτα για να πάω σ' ένα βιβλιοπωλείο; Είχα αποφασίσει ότι θα αξίζει. Κι ευτυχώς το βιβλιοπωλείο ήταν φροντισμένο, αρκετά πιο παράμερα απ' τον ορυμαγδό, και μάλιστα είχε σε μια γωνιά ένα μικρό μπουφέ, με μικρά εδέσματα-μπουκίτσες, φροντισμένα και αρκετά πρωτότυπα, σε καλωσόριζαν και σε έθεταν σε διάθεση, λες και ήσουν σε γκαλερί, και μπορούσες να πάρεις σπίτι σου ένα έργο τέχνης από τις χιλιάδες που βρισκόνταν γύρω σου, με ένα μικρό αντίτιμο, όπως σε πληροφορούσαν οι κομψές πλαστικοποιημένες ταμπελίτσες στους πάγκους: 5 ευρώ, 3 ευρώ, 30% έκπτωση. Έκανα βόλτα με αυτοπεποίθηση, κοιτάζοντας τίτλους και εκδοτικούς οίκους, διαπιστώνοντας με μια κάποια απογοήτευση ότι δεν θα έβρισκα κάτι παραπάνω από άλλα βιβλιοπωλεία που είχαν ανοίξει (με πολύ λιγότερο κομψή αισθητική, βλ. "Βιβλιοχαμός!!!") και απόθεμα αποκλειστικά σχεδόν από χρεωκοπημένες εκδόσεις, και φιλοσοφία "Ό, τι πάρεις τρία ευρώ" -σαν τα βιβλία να είναι πραμάτεια μαζικής παραγωγής. Διασκέδασα όταν είδα μεταφρασμένο ένα βιβλίο της Νόρα Ρόμπερτς, που τι παράξενο, έπαιζε βασικό ρόλο σε μια ονειροπόληση που είχα κάνει μόλις την προηγούμενη μέρα.
...Ήμουν με την Μ. κάπου έξω, με πολλούς ανθρώπους στην ηλικία μας και στην κοψιά μας. Κάπου ξεχώρισα μια κοπέλα με γυαλιά κι έξυπνο βλέμμα, που αμέσως κατάλαβα ότι διάβαζε κι εκείνη, και σχεδόν πείστηκα για το αλάθητο του ενστίκτου μου όταν την είδα να βγάζει από την τσάντα της ένα βιβλίο της Νόρα Ρόμπερτς. Την πλησίασα ψιλοευθαρσώς, προσελκύοντας έτσι και την Μ. και έριξα μια φιλική, τύπου "κι εγώ αναγνώστης", ματιά στη διοπτροφορούσα γυναίκα, και μίλησα με έναν συνειδητά σκωπτικό τόνο, απευθυνόμενος στην Μ. αλλά κοιτώντας το βιβλίο:
-Είδες; Δεν είσαι τελικά η μόνη στην Ελλάδα που διαβάζει Νόρα Ρόμπερτς. 
Αιφνιδιασμένη, η Μ. προσπάθησε να επιβάλλει τη δικιά της παρουσία (νομίζω είπε κάτι του στιλ ¨Να μου κάνεις τη χάρη") αλλά κι εκείνη κατάλαβε ότι εγώ είχα το σερβίς. Η κοπέλα ενοχλήθηκε ελαφρά, ή και καθόλου, όταν κάθισα δίπλα της και της έπιασα την κουβέντα για τη Νόρα Ρόμπερτς. Και φυσικά μου είπε ότι έχει όλα της τα βιβλία. Γύρισα στη Μ. που είχε ελαφρώς αποσβολωθεί από την άνεσή μου να πιάνω κουβέντες με αγνώστους, αλλά πιο πολύ επειδή είχε βρει κάποια να παίξει στην ίδια κατηγορία. 
-Και η Μ. το ίδιο, ξεφύσησα. Έχω προσπαθήσει κι εγώ, αλλά δεν μπορώ να διαβάζω στα αγγλικά εύκολα, και δεν κυκλοφορεί μεταφρασμένη. Παράξενο δεν είναι; Τόσο μπεστ σέλλερ...
Και κάπου εκεί, έχοντας ρίξει τεχνηέντως τη μπάλα, απομακρυνόμουν ως απλό ακροατήριο, ακούγοντας τες να μιλούν για τη Νόρα Ρόμπερτς και ποια αστυνομικά τους άρεσαν πιο πολύ και ποιες άλλες Αμερικανίδες συγγραφείς ήταν τόσο ευπώλητες στη λογοτεχνία μυστηρίου-μαλακό εξώφυλλο-το διαβάζεις και το χαρίζεις.
Και κάπως έτσι, με τη συνδρομή μου η Μ. αισθανόταν άνετα κοινωνικά και ίσως αποκτούσε μια γνωστή, φίλη, παρέα.
 Και κοίτα τώρα σύμπτωση, να βρίσκω ένα μεταφρασμένο της Νόρα Ρόμπερτς, και μάλιστα αισθηματικού χαρακτήρα, και μάλιστα στον πάγκο με τα τρία ευρώ. Γντουπ! έκανε η ονειροπόλησή μου. Αστείο αλήθεια. Βρήκα μετέπειτα ένα ωραίο δώρο για τη Λ., αν ήταν πιο κοντά ώστε να της κάνω δώρο βέβαια: ένα όμορφο μεταλλικό κουτάκι με σημειωματάρια, μικρά κι όμορφα δεμένα, ό, τι πρέπει για τις σκέψεις που κι εκείνη χαράζει στο χαρτί. Και κάπου εκεί βρήκα και το Σεπτέμβρη. Τον είχα ξαναδεί, σε άλλα βιβλιοπωλεία, με τιμή χαμηλότερη αλλά ουχί ανταγωνιστική, και είχα μπει στον πειρασμό να το αγοράσω, να το έχω, αν και το έχω διαβάσει τόσες φορές, και θα το ξαναδιαβάσω. Αυτό όμως που με απέτρεπε ήταν ότι θα έχανα τη χαρά να το ξαναβρώ και να το ξαναδιαβάσω όταν επέστρεφα στο σπίτι που ήταν ο Σεπτέμβρης. Το προτιμούσα να μην είναι πάντα εκεί να με περιμένει, άμεσα κι άνευ περιορισμού για διάβασμα.

 Αλλά από την άλλη, δεν ήθελα να το αφήσω σ' αυτόν τον πάγκο των 5 ευρώ. Δεν ήθελα να είναι χαμένη -έτσι το πήρα- η λευκή νύχτα. Κι αποφάσισα, αφού έκανα πρώτα ευσυνείδητα τη βόλτα μου, μπας κι ανακαλύψω κάποιο θησαυρό, να το αγοράσω και να το χαρίσω κάπου. Στον Δ. που μου έχει χαρίσει κατά καιρούς τόσα πράγματα. Από τους οικείους μου, ήξερα με μια σιγουριά ότι θα ήταν εκείνος που θα το εκτιμούσε περισσότερο. Κάτι παραπάνω: θα το απολάμβανε. Έτσι ήθελα και θέλω να πιστεύω.

 Βέβαια παραμένει μπεστ σέλλερ, παραμένει εύκολο ανάγνωσμα, δεν ήταν μια ριψοκίνδυνη επιλογή, μία στα δέκα να του αρέσει, κάτι που θα μου χάριζε (ψέματα. Θα κέρδιζα είναι το σωστό) πόντους για τη διορατικότητά μου και το κριτήριό μου. Αλλά -γιατί το αλλά ταιριάζει σε μια τομή, κι εδώ συντελείται μια τομή- δεν αφαιρεί σε τίποτα την αξία του να χαρίζεις σε κάποιον κοντινό σου ένα βιβλίο που αγαπάς. Τα υπόλοιπα είναι κατάλοιπα ενός πρωταθλητισμού που κάποτε ήταν ζωτικής αξίας για μένα. Νομίζω για τη Μ. είναι ακόμα.

 Νομίζω ο Δ. θα χαρεί την ανάγνωσή του. Κι αυτό με χαροποιεί πολύ.
 Με χαροποιεί και η κίνησή μου. Η αλλαγή μου.
 Να ζω κι όχι μόνο να ονειροπολώ, να βρίσκω τρόπους, σωστούς ή λάθος, για να βρίσκω εμένα σε λευκές νύχτες και να αναπνέω.
 Μια απλή κίνηση, που λέει πολλά για μένα. Αγαπάω τα βιβλία, και είναι τόσο σημαντικό να έχεις ν' αγαπάς!

*Αγαπημένο απόσπασμα: "Αγαπώ δεν σημαίνει βρίσκω το τέλειο, αλλά συγχωρώ φριχτά ελαττώματα. Σημαίνει συμβιβάζομαι."

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Θάνατος δίχως τέλος

 Ποτέ να μην κολυμπήσεις σε άγρια νερά, μου έλεγε ο Σ. γιατί φοβόταν μην πνιγώ, όχι επειδή δεν ξέρω μπάνιο, αλλά φοβόταν μην φοβηθώ και δεν μπορέσω μήτε βοήθεια να φωνάξω κι αφεθώ αμαχητί βορά στα άγρια νερά που μπορεί ούτε κυματάκι να μην έχουν σηκώσει, τόση περιφρόνηση στους φόβους του Σ.

 Είναι αλήθεια πως φοβάμαι, όπως κι όλοι οι άνθρωποι, αλλά νομίζω ότι δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους εγώ, ενώ είμαι, κι ενώ θέλω να 'μαι, μακροπρόσθεσμα τουλάχιστον. Τα παιδιά θέλουν να ομοιογεννιούνται, να μη διαφέρουν, οι ενήλικες λυσσάνε να δείξουν την αξία των, πόσο πολύ. τους αρμόζει η καλή ζωή και το ενδιαφέρον των άλλων ανθρώπων. Ωστόσο ξέχασα τι άλλο ήθελα να πω, ή τι φοβάμαι, ή ποιος είναι ο Σ. εντέλει. Ξέχασα, και δεν με νοιάζει, και φοβάμαι, και δεν φοβάμαι.

 Ένα ρήμα μόνο του είναι μια ολόκληρη πρόταση. Να:
-Φοβάμαι.
-Κουράστηκα.
-Αγαπώ.

Ένα ουσιαστικό, όσο ουσιαστικό κι αν είναι, θέλει ένα ρήμα για να βγάλει νόημα. Ξανά να:
-Ο φόβος. (...φυλάει τα έρμα και τα έρημα)
-Η κούραση. (...είναι μέρος της ζωής. Έτσι έχουν πει)
-Η αγάπη. (...όλα τα νικάει, αχαχαχά. Χα.)

 Ο Φίλιπ Γκλας παίζει πιάνο και η θάλασσα τραγουδάει χωρίς να την ακούω. Θέλω να νιώσω το νερό να με σκοτώνει σιγά σιγά και τα τραγούδια της γοργόνας σε νότες που τις αισθάνεσαι στην αφή σου σαν τα πέταλα των λουλουδιών.

 Μου φαίνεται ότι θυσιάζω σε κοιμισμένους θεούς.

 Ρώτα το μαχαίρι, ποια ελευθερία ξέρει; Ρώτα και τη μάνα σας, ποια παραμύθια της άρεσαν; Πήγαινε σ' ένα δάσος και μίλα με τα πουλιά, σκάψε μια τρύπα στο χώμα και κλάψε, φώναξε από μέσα σου, τρέξε με το ένα πόδι, φύγε από μέσα σου όσο προλαβαίνεις.

 Μάθε τα μυστικά κάποιου που μιλάει άλλη γλώσσα από σένα.

 Πρέπει να μάθω ν' αγαπάω στ' αλήθεια. Αλλιώς θα δυστυχήσω απόλυτα και συνειδητά, και αναπόδραστα, κι άλλα τέτοια τραγικά. 

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

Σκιά νυχτίνα

 Το πιάνο σου θρόιζε ετοιμοθάνατο
σταγμένα τα δέρματα ανοιγοκλείσαν
κι εσύ άλλη έννοια μόνο να σου πω πως σ' αγαπώ
σ' αγαπώ όσο μ' αγαπάς κι εσύ
κι ίσως λίγο παραπάνω
σαν τα λουλούδια με τα κατσαρά φτερά
σαν τα δάκρυα της καρδιάς του κάκτου
σαν τις μέρες που έρχονται
και η λάμψη των χαμηλώνει και θαμπαίνει σιγά σιγά
μας θαμπώνει και μαραίνει σιγά σιγά αδυσώπητα.

 Ποτέ, βαρύ και το πάντα, ασήκωτο
σ' αγαπάω, πονεμένο και μου λείπεις, φοβηχτερό
προτιμώ να ξεσκονίζω τα υπέροχα αγάλματα, 
να μαλακώνω τη σκουριά
να τρέχω το αίμα μου σε γλάστρες μαρμάρες παλιές
να δίνω όλη μου τη δύναμη σε σκληρές ομορφιές
απλησίαστο σφαχτάρι που σ' αγαπά
από απόσταση
και το αγαπάς, πάντα από απόσταση
να μην απαιτεί τίποτα
για να μην τολμήσεις να επαιτήσεις
ποτέ σου, ποτέ σου. Ποτέ μας.

 Δεν θα ΄ναι πάντα έτσι. 
Τα φεγγάρια σμίγουν και μαλώνουν πίσω από τα στάχυα
νερά ορμάνε και σκοτώνονται κάθε βδομάδα
φώτα φιλάνε τατουάζ
κι εγώ, να τρώγω ζεστό και λαχταριστό το κρέας μου
και να σε ρωτάω αν θες
Δεν θες
κλέβεις τα κόκαλα και τα φιλάς
μυρίζει η ανάσα σου κρασί
Γελάω πολύ και δυνατά όπως πονάω
κι ας πονάω, μαζί σου αφού γελάω
να μη θυμάμαι να μη ζητώ
να μη χρειάζοομαι να μην αγαπώ.

 Η νύχτα δεν σου ζητά τίποτα
μην της δώσεις ποτέ τίποτα
θα κλέψει ό, τι θελήσει
και μη φοβάσαι

 Σταμάτα να φοβάσαι

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Αγάπη.

 Τι κάνω εγώ εδώ
σ'αυτό το σπίτι με τα σκονισμένα κάδρα
με τις φωτογραφίες του κλειδωμένες 
και τη σκόνη που κανείς δεν τολμάει να διώξει 
μια σκόνη που τυλίγει όνειρα ληξιπρόθεσμα και αθώα
η σκόνη που μυρίζει ακριβή παρκετίνη και κολόνια χύμα.

 Ζω κι αναπνέω με μια φιλοξενία απτή και αυτόματη
ποτέ δεν ξαπόστασε κανένα αστέρι στο μάγουλο του πατέρα
ένα σκιάχτρο ουρλιάζει τις νύχτες έξω στη βεράντα
παρακαλεί να το κάνεις παρέα
παρακαλεί να το παίξεις
κι ο βασιλικός που σου χάρισα, πεθαίνει σιγά σιγά.

 Όσο σε μαθαίνω σε καταλαβαίνω περισσότερο
και ξέρω πότε γελάς αληθινά
και πότε μ' αγαπάς από συνήθεια
και πότε σ' αγαπώ για ν' αγαπώ 

 Μια αγκαλιά σφιχτή, ας είναι
ένα ελάφι στο βωμό 
περιμένω τη ζωή που θα' ρθει.

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Όλα μου τα χρώματα, μ' όλα μου τα μάτια

 Τα χρώματα με συναρπάζουν.

 (Τα χρώματα είναι συναρπαστικά.)

 Αγαπώ τα λουλούδια, αγαπώ τα χρώματα και την υφή τους και το άρωμά τους. Κάτω απ' το παράθυρό μου άνθισε ένα γιασεμί και μου κάνει συντροφιά. Ίσως κατέβω αργότερα να κόψω ένα κλαδάκι γεμάτο ανθάκια να τα βάλω σ'ένα ποτήρι με νεράκι και να πεθάνουν δίπλα μου, πιο γρήγορα, πιο μοναχικά ίσως, και μετά να πεταχτούν μαζί με τ' άλλα τ' άχρηστα. 
(Τις κάλλες που μου έφερε ο Δ. στα γενέθλιά μου τις κράτησα πολύ αφού ξεράθηκαν, και το νερό στο ποτηράκι τους είχε σωθεί. Ένα μπουκέτο κάλλες με χοντρούς μίσχους σαν σπάρτα στριμωγμένο στο γυάλινο ποτήρι του νερού. Τις ξέχασα. Τις κοιτούσα κάθε μέρα, δεν κοίταξα το νερό ποτέ. Ξεράθηκαν, κι εγώ τότε εδέησα να τις λυπηθώ και να μην τις πετάξω. Μ' αρέσει που στις φαντασιώσεις μου έχω και παιδί.)

 Ωστόσο με συναρπάζουν τα λουλούδια και διαβάζω πράγματα γι' αυτά και τα χαζεύω όταν τα βλέπω κάπου έξω και στις φαντασιώσεις μου έχω μια βεράντα γεμάτη λουλούδια και ειδικά πολύχρωμες κάλλες, μαργαρίτες, γαρίφαλα. Στην πραγματικότητα έχω μια αλόη που ζει ασκητικά και κάνει παρέα με τρεις πλαστικές τουλίπες, μπηγμένες (όχι από μένα, εγώ θα τις είχα πετάξει ως πλαστικές) στο χώμα δίπλα της. Την ποτίζω αποκλειστικά όταν έχω διάθεση. Καμία αίσθηση καθήκοντος, και η αλόη άλλωστε πολύ ανθεκτική. Δεν βγάζει λουλούδια. 

 Με συναρπάζουν και τα χρώματα. Τα αγαπημένα μου, με σειρά προτίμησης:
  1. Το κίτρινο λεμονί. Αυτό ήταν ανέκαθεν το αγαπημένο μου χρώμα. Στο νηπιαγωγείο θυμάμαι, που ζωγράφιζα κάθε μέρα όλη μέρα, δεν νοείτο ολοκληρωμένη ζωγραφιά χωρίς κίτρινο μέσα. Χρυσομαλλούσες και ήλιοι ήταν τα σουξεδάκια. Μεγαλώνοντας κι αγαπώντας λίγο παραπάνω το σώμα μου και τα ρούχα μου, τόλμησα και το έβαλα λίγο παραπάνω στη ντουλάπα μου. Κίτρινο, ζεστό και φωτεινό, υπερβολικό για πολλούς. Η πλάκα είναι ότι σιχαίνομαι το κοντινό του πορτοκαλί και το πράσινο, επίσης, δεν είναι και προτιμητέο.
  2. Το μωβ (ή μοβ). Λοιπόν αυτό ήρθε κάπως σαν επιρροή, αλλά όχι και τόσο. Τι θέλω να πω: το σκούρο μωβ είναι το αγαπημένο χρώμα της Λ. και της πάει κιόλας ταμάμ. Ωστόσο το μενεξελί (sic) και μόνο ως όνομα χρώματος μ' άρεσε πάρα πολύ επίσης παιδιόθεν. Μενεξελιά ήταν τα μάτια της Μαριάννας, όπως οι πετρούλες στο δαχτυλίδι που χάρισε στον Τουρτούρι. Το μωβ μου πάει μ' ένα παράξενο τρόπο, εμένα μου είναι τόσο φυσικό να το φοράω που δεν καταλαβαίνω... αν μου πάει στ' αλήθεια ή όχι. Αναφέρομαι πάντα στο σκούρο μωβ, το μελιτζανί, κι όχι το ανοιχτό λιλά. Αυτό δεν το αγαπώ.
  3. Το γκρίζο. Αχ, αυτό το γκρι. Παιδιόθεν μου ήταν το πιο αδιάφορο. Μετά την ενηλικίωση ανακάλυψα το γκρι και τις 100 αποχρώσεις του. Τρελαίνομαι για το απαλό, ανοιχτό γκρι, το αγαπώ πάρα πολύ. Λένε ότι μου πάει, αλλά δεν με νοιάζει διόλου αυτό. Γκρι και μαύρο, ο συνδυασμός μου ασφαλείας. Άμα έβαζα και τζιν, θεωρούσα ότι έχω βάλει και χρώμα. Είναι τόσο κομψό κι ευγενές χρώμα, έχει, βασικά είναι, το πέρασμα του χρόνου, αλλά δεν είναι φτιαγμένο για να κολακεύει ή για να ομορφαίνει. Δεν είναι χρώμα με τη ωφελιμιστική έννοια. Άραγε, γκρίζα λουλούδια υπάρχουν; 
  4. Οι γήινες αποχρώσεις.(το χρώμα του φόντου πανάσχετο;) Τα καφετιά. Είχα σιχαθεί το καφέ παιδί. Μου το φορούσαν συνέχεια. Ανοιχτόχρωμο καφέ κοτλέ. Πω πω! Έκανα χρόνια να το ξαναδώ με συμπάθεια. Μια μέρα που είχα ματιαστεί, βασικά τρία άτομα ματιαστήκαμε μαζί και λέγαμε ότι πεσιμιστική μπούρδα μας κατέβαινε, μου ξέφυγε η παρακάτω αναλαμπή: Όταν μεγαλώσω θα φοράω καφέ. Βλέπετε, το καφέ μου πάει περισσότερο απ' όλα τα χρώματα. Όλες αυτές οι γήινες μυστήριες αποχρώσεις. (Βλ. παρακάτω.) Πολλά τα καφετιά, δεν είναι πια στη μόδα, γιατί δεν συνδυάζονται πολύ εύκολα, ή απλά γιατί δώσαν την προτεραιότητά τους σε άλλα χρώματα, στα μπλε φερ'ειπείν. Ζεστό το καφέ, δεν χαρίζει, κάνει ωραίο μπαμ. Ελεγχόμενο, βραδυφλεγές, υποδόριο. Το καλύτερο μπαμ!
  Το θέμα είναι ότι έχω μια άλφα κάποια δυσχρωματοψία. (Δεν είναι ο σωστός όρος.) Μπερδεύω, παιδιόθεν επίσης, κάποιες αποχρώσεις. Κάποια πράσινα με το μπεζ. Το μοβ ανοιχτό με το γαλάζιο. Το λάιμ είναι κίτρινο ή πράσινο ρε παιδιά; Και άλλα. Είναι πολύ αστείο όταν είναι καλοπροαίρετα τα σχόλια, αλλά κάποιες φορές δεν είναι. Είναι κι αυτά τα χρωματολόγια πάντως, για Πούλιτζερ!

 Είναι απόλυτα συναρπαστικά. Το εκάιγ (το βλέπω λαχανί). Το τοούπ (στα ελληνικά, τεφρόχρωμα, το χρώμα της τέφρας, υπέροχος ο τοίχος στο σπίτι που μένω). Το χρώμα της πέτρας, το γήινο γκρίζο. Το χρώμα της άμμου, το γήινο χρυσό. Το σοκολατί, του σκούρο και το ανοιχτό. Το καστανό (που πάει και τέλεια με το μοβ, ειρήσθω εν παρόδω). Το χρώμα teal, που έχει κι ωραία ιστορία. Είναι ένα γαλαζοπράσινο με έμφαση στο πράσινο, απ' αυτά τα μυστήρια που αλλάζουν με το φως. Έχει πάρει το όνομά του από την πάπια teal, που είναι πανέμορφη, με ένα σωρό χρώματα στα φτερά της, και κάτω απ' τα μάτια της έχει μια γαλαζοπράσινη γραμμή σαν μακιγιάζ. Μοιάζει με πετρόλ, αλλά πιο φωτεινό, γαλαζίζει ένα τσικ παραπάνω. Το seafoam σημαίνει αφρός της θάλασσας. Είναι ένα πράσινο ανοιχτό που μπλεδίζει. Στα Ιαπωνικά, έχουν την ίδια λέξη για το μπλε όσο και για το πράσινο. Είναι το χρώμα του νερού! Το χρώμα της σκουριάς είναι το καφέ πορτοκαλί που είναι σαν βρόμικο και είναι το μόνο πορτοκαλί που μ' αρέσει. Το καμηλό είναι ταμάμ για παλτό, τόσο ζεστό! Το δεν ανοιχτό καμηλό, που είναι το χρώμα του ζαχαρούχου γάλακτος, είναι πολύ γλυκό και ζεστό και δεν πάει με σχεδόν τίποτα. Η μόκα. Αυτό το ανοιχτό ανοιχτό καφέ. Υπέροχο χρώμα. Βεραμάν και τσαγαλί ένα και το αυτό, σημαίνει χλωρό αμύγδαλο, αυτό το γαλακτώδες ψυχρό πράσινο-ψυχρό πράσινο είναι και η μέντα, επίσης τα μόνα πράσινα που ανέχομαι, λαχανιά και βατραχιά είναι τόσο έντονα που με προσβάλλουν, δεν ξέρω πώς να το πω. Midnight blue, το χρώμα της νύχτας, σκούρο μπλε σχεδόν μαύρο μες στη μέρα, μπλε σκέτο μες στη νύχτα. Μαγικό. Το μελανί ωστόσο, πώς τα καταφέρνει, μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο στο φως του ήλιου, σκέτο μαύρο στο φως του φεγγαριού, και πιο βαθύ ακόμα. Ecru, λευκό με λίγο κίτρινο, eggshell, λευκό με λίγο καφέ. Κοκαλί, αλλιώς ιβουάρ, το χρώμα του ελαφαντόδοντου, λευκό με ανταύγειες, αριστοκρατικό, υπέροχο. Κανελί, ζεστό κοκκινοκαφέ, καραμελί, ζεστό χρυσοκαφετί, ταμπά, ή αλλιώς πούρο, το χρώμα του καπνού, αυτό το πλούσιο καφέ που μουντό και ψυχρό απλά δεν υπάρχει. Oxblood, σκούρο κόκκινο, το χρώμα του αίμα του βοδιού (γιατί ειδικά του βοδιού κι όχι της αγελάδας ή άλλων έμβιων δεν γνωρίζω. Μπορντό, το χρώμα του κόκκινου κρασιού. Καναρινί, πορτοκαλίζον κίτρινο, όχι τόσο όσο το κροκί. Παπαγαλί, έντονο πράσινο, αλλά όχι εκτυφλωτικό. Δαμασκηνί, βαθύ βαθύ μωβ, περισσότερο στο μπορντό πάει, αλλιώς είναι μελιτζανί. Και τόσα άλλα, συναρπαστικά.
 
 Το μπλε δεν μ'αρέσει ιδιαίτερα, όπως και το πράσινο και το μαύρο. Είναι προμαγειρεμένα, με εξαίρεση κάποια υφάσματα και αποχρώσεις των τα βαριέμαι πολύ. Το κόκκινο το φλερτάρω κάπως, τελικά το μπορντό ενώ μου λένε ότι μου πάει εγώ δεν το φοράω, έχω κάτι γάντια παντζαρί που λατρεύω (έχουν την ψύχρα του μωβ μέσα), και θα μου άρεσε ένα κατακόκκινο της φωτιάς κασκόλ με χοντρή chunky πλέξη. 

 Αγόρασα προχτές ένα πουλόβερ. Ευκαιρία, για την ποιότητά του, ολόμαλλο μερινός, πάμφτηνο. Σε ένα ωραίο φωτεινό γκρίζο. Πάω στο ταμείο, και ρωτάω αφού το σκέφτηκα ότι δεν είχα τίποτα να χάσω, την κλασική ερώτηση που κάνω στα ρουχάδικα προτού αγοράσω τίποτα:
 "Τι χρώμα είναι αυτό;"
Η απάντηση δεν ήταν γκρι. Ήταν "σάπιο μήλο".
Πώς έγινε η μούρη μου δεν ξέρω, η κοπέλα πάντως μου επεξήγησε, κοιτώντας το καλύτερα, ότι είναι "ανοιχτό πολύ ανοιχτό μπορντό" -δεν ξέρω γιατί δεν είπε κατευθείαν ροζ, ίσως να είχε όντως διαφορά. Ρώτησε μάλιστα κι έναν συνάδελφό της πιο δίπλα. Κι αυτός ξεβαμμένο κόκκινο το είπε. Ή κάτι τέτοιο. 
Πήγα να φύγω, εμφενέστατη η απογοήτευσή μου, "Εγώ το βλέπω γκρι, είδατε" και η κοπέλα με ρωτάει αν θέλω να μου το κρατήσει. "Γιατί είναι..." είπε και το έδειξε,και δεν συνέχισε.
 Είναι σε προσφορά; Είναι τελευταίο κομμάτι; Είναι πολύ καλή ποιότητα; Εγώ πίστεψα ότι έλεγε το τελευταίο. "Κρατήστε το μου, ναι."

 Έκανα μια βόλτα. Είδα ένα άλλο πολύ ωραίο πουλόβερ, 2 βασικά, και μια ζακέτα. Δεν ήταν τόοοοσο καλή ποιότητα, ήταν μισό μαλλί. Ένα ήταν κόκκινο κατακόκκινο, στο εξωτερικό φως όμως ήταν ψυχρό και το άφησα. Ένα άλλο έιχε ένα γκριζοκάτι χρώμα. Ρώτησα. Ήταν λέει, ανοιχτό μελιτζανί Ωραίο. Και μια σκουροκόκκινη ζακέτα.Γύρισα πίσω κι αγόρασα το σάπιο μήλο ολόμαλλο πουλόβερ. "Θα το πάρετε τελικά;" μου είπε η ίδια κοπέλα που γι' αυτήν όλα αυτά είναι ψίχουλα δουλειάς. "Ναι."

 Κι έτσι έχω ένα ροζάκι μερινός πουλόβερ. Σιχαίνομαι το ροζ. Σαν το πορτοκαλί ένα πράμα. Μόνο το nude το δερματί, που έχει λίγο μπεζάκι μέσα μ' αρέσει. Ωστόσο έψαξα και ρώτησα τι είναι το σάπιο μήλο. 

 Το σάπιο μήλο, που λέτε, είναι ανοιχτό καφέ με ροζ μέσα. Ή το ανάποδο. Το βρήκα και ως "σκονισμένο ροζ". Ή "βρόμικο τριανταφυλλί". Δεν μου αρέσουν τα τριαντάφυλλα, γενικά. Με τι πάει το σάπιο μήλο; Ρώτησα το γκουκλ, απάντηση δεν πήρα. Λέω, θα πάω δια πλαγίας. Πώς είναι το σάπιο μήλο στα αγγλοσαξονικά; PUCE. Puce λέει. Δεν το είχα ξανακούσει φυσικά ποτέ. Έστω. Γκουκλάρω το πιους.

 Κι εκεί, ανακάλυψα κάτι πολύ ενδιαφέροντα πράματα. Το πιους το καημένο, σαν όνομα, άλλαξε χρώμα! Ναι ναι! Ναι μεν σημαίνει το σάπιο μήλο... αυτό το περίεργο ροδί...αλλά σημαίνει και το πολύ πολύ σκούρο πράσινο! Δύο εντελώς διαφορετικές αποχρώσεις, με το ίδιο όνομα. Πόσο περίεργο! Και η πλάκα είναι ότι έχει ξαναγίνει. Το χρώμα chartreuse πιθανότατα δεν σας λέει κάτι. Είναι ένα φωσφοριζέ σχεδόν κιτρινοπράσινο, απ' αυτά που με μπερδεύουν. Είναι κι επίσης ένα φούξια προς τη ματζέντα!

 Έλα Παναγιά μου σαν να λέμε. Πότε αλλάζουν χρώμα τα χρώματα; 
Η απάντηση (ή μάλλον, μία απάντηση) είναι μες στην ντουλάπα μου. Είναι ένα καλής ποιότητας και καλύτερης εφαρμογής πουλόβερ με χρώμα που άλλο είναι, άλλο το βλέπω, κι άλλο θα γίνει. Αναλόγως με τι θα το συνδυάσω και τι φως θα έχει εκείνη μέρα. Άλλωστε κανείς δεν θα μαλώσει σχετικά με το χρώμα του πουλόβερ μου. (Παρεμπιπτόντως, εγώ το THE DRESS το έβλεπα βιολετί μπλε.) Ρώτησα τον Σ. με τι πάει και βγάζαμε ρούχα απ' την ντουλάπα για να δούμε. Λοιπόν, το μαύρο το σκοτώνει, το μπλε ετσκέτς, το άσπρο είναι τέλειο, το κίτρινο τραγωδία, το γκρι θέλει ιδιαίτερη προσοχή, και το χρώμα που θα του πήγαινε μου λέει ο Σ. αλλά φυσικά δεν το έχω στην ντουλάπα μου είναι το σκούρο πράσινο του πεύκου. Σε σουέτ. Δένκακό.

 Σάπιο μήλο λοιπόν. Ή ροζ. Έχει διαφορά, για μένα, τι να λέμε. Ίσως μόνο για μένα, ίσως υπερβολικά μεγάλη σημασία, για μένα. Είναι μέχρι να το πρωτοβάλω. Δεν έχουν σημασία και πολλή αυτά. Αντικειμενικά. Για μένα έχουν πολλή. Σάπιο μήλο, ένα χρώμα που στα λουλούδια θα το λάτρευα. Πιους. Ένα χρώμα χωρίς ταυτότητα, ένα άσχημο, δυσυνδύαστο χρωματάκι. Προβολή.
 
 ΥΓ: Αν κάνω τατουάζ, θα είναι οπωσδήποτε πολύχρωμα λουλούδια.
 ΥΓ2: Είναι αστείο, που εμ έχω δυσχρωματοψία, εμ διορθώνω τους άλλους. "Κοίτα αυτό το κόκκινο μπλουζάκι-" "Κοραλλί είναι...¨". Είναι πολύ αστείο. Το χαίρομαι.