Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Η ΠάραΠολύΆννα η ανερυθρίαστη

 Θα πρέπει να είμαι από τα ελάχιστα ελληνοπαίδια που δεν ντρέπονται να δηλώσουν ρητά κι ευθαρσώς ότι έχουν διαβάσει όλα -μα όλα- τα βιβλία της Πολυάννας.

 Η Πολυάννα και το παιχνίδι της χαράς. Στον τίτλο μπαίνει η κατοχυρωμένη πατέντα, έτσι για να μην μας φάνε τα δικαιώματα, και γνωρίζουμε την Πολυάννα. Ένα εντεκάχρονο (ή δωδεκάχρονο;) πεντάρφανο κοριτσάκι, που πάει να μείνει στη μόνο εν ζωή συγγενή της, τη στριμμένη γεροντοκόρη Πόλυ. Η μαμά της Πολυάννας ήτο μάλλον κοπέλα αποφασιστική και πολύ μπροστά από την εποχή της, διότι, αν και Κάρινγκτον, αρχόντισσα της αμερικάνικης κωμόπολης Μπέλτινγκσβιλ (πόσο καλτ Θεέ μου) και μ' έναν ζάπλουτο να την θέλει κολασμένα, τον Πάντλετον, την κάνει γυριστή και πάει και παντρεύεται έναν φτωχό πάστορα. Η χαρά του κλισέ, εννοείται, για Αμερική του 1910 μιλάμε. Αφού ρίχνει μαύρη πέτρα πίσω της, γεννάει την πρωτότοκη (ωρέ λες να την είχε στα σκαριά και γι' αυτό να κουκουλώθηκε τον παπάστορα;) και της δίνει αυτό το φοβερά εύηχο και γενικώς φοβερό όνομα, Πόλυ+Άννα=λοβ, γιατί είχε δυο αδερφές και ήθελε να τις εξευμενίσει. Κι έτσι δημιουργήθηκε αυτός ο θρύλος, αλλά τον πούλο, η μία αδερφή η Άννα μας άφησε νωρίς, δεν μας ξεκαθαρίζει η συνγραφέφς τα αίτια, η άλλη δε η Πόλυ, χολωμένη που τους εξέθεσε στην κενωνία, γίνεται μαρμαροκολόνα και ούτε γράμμα δεν της απαντάει. Κι εδώ ξεκινάει το κάρμα, που ακουσίως (πιστεύω) είναι μπουκωμένο στο μαύρο ξερό χιούμορ. Η Πόλυ, που ούτε να την δει την αδερφή της, καλά για τον γαμπρό της άσε, τον άμβωνα θα του 'φερνε κολάρο, κληρονομεί την Πολυάννα ούσα η μόνη είπαμε συγγενής της, γιατί τι θα πει ο κόσμος αν άφηνε το μούλικο σε κάνα ίδρυμα. Φάτα τώρα μωρή, σαν να λέμε. Το κοράσιον εντωμεταξύ, που έχει πεθάνει η μάνα του και τα υπόλοιπα αδερφάκια της, λογικό είναι να έχει αναπτύξει άμυνες, ούτε μεταλλαγμένη κατσαρίδα. Άμα έχεις πάει πιο πολλές φορές σε κηδεία παρά για ψώνια, τι να μας κλάσει τώρα η θεία Πόλυ. Κι έρχεται και πωρώνεται και μαθαίνει από μικρό να επικεντρώνεται στα καλά της ζωής. Έχει ηθικό ακμαιότατο και άθραυστο (για τα νεύρα της δεν παίρνω όρκο, αλλά άμα ήταν σαν του Τιραμόλα, και πάλι άθραυστα.) 
 Το ρεζουμέ: Η Πολυάννα θεωρεί εαυτόν κακάσχημη, επειδή έχει φακίδες (τα γαλανά μάτια και τα ξανθά μαλλιά είναι στερεοτυπικά φαίνεται στο Αμέρικα) και δεν μπορείς με την καμία να της χαλάσεις τη διάθεση. Τιμωρία τη βάζεις να διαβάσει ένα τόμο Μπριτάνικα κι αυτή χαίρεται για τον ζήλο σου να μορφωθεί. Τα νεύρα της θειας δεν είναι καλά. Βάλε ότι όλοι οι άλλοι την λατρεύουν, γιατί φυσικά όλοι λατρεύουμε οποιονδήποτε αν τον βλέπουμε είκοσι λεπτά την εβδομάδα, αλλά άμα μας κατσικώνεται στο σβέρκο και η λαίδη Ντι μας φαίνεται ανυπόφορη. Συν την αδιάκριτη περιέργεια της Μικράς, ρωτάει όλον τον κόσμο για τα προβλήματά του, κάνει υποδείξεις και δίνει συμβουλές τόσο αφειδώς, που ο όλος ο κόσμος βελτιώνεται τελικά για να την ξεφορτωθεί. Ή, για να μην είμεθα τόσο σκληροί, επειδή κάποιος ενδιαφέρθηκε επιτέλους. Κι αυτό σωστό, άντε. Κοντολογίς η Πολυάννα έχει πιάσει το νόημα της πολιτικής ορθότητας, κάνει και λέει ό,τι μαλακία θέλει έχοντας ξεκαθαρισμένη και φωτοβολημένη την καλή της πρόθεση. Οπότε, άμα την βρεις αδιάκριτη και εκνευριστικά απόλυτη, εσύ φταις που τα βλέπεις όλα μαύρα. Στον αληθινό κόσμο βέβαια τότε και τώρα όσα κοριτσάκια δοκίμασαν να τη μιμηθούν έχω τη φριχτή υποψία ότι το όραμά τους για ένα καλύτερο κόσμο καταποντίστηκε εν είδει σφαλιάρας. Γιατί και οι γονείς άνθρωποι είναι και δεν μπορούν να χαίρονται που δεν έχουν λεφτά να πάρουν ψωμί επειδή "το ψωμί παχαίνει οπότε είμαι ευχαριστημένη που δεν θα φάμε ψωμί".

Σπόιλερ: Η Πολυάννα γοητεύει τους πάντες, ο Πάντλετον θέλει να την υιοθετήσει, αυτή αρνείται γιατί "ανήκω στη θεία Πόλυ" (...ω ναι...), όλοι την λατρεύουνε, μαζεύει απ'το δρόμο ένα πιτσιρίκι που βρομάει και ζέχνει, τον Τζίμη Μπην, τη στουκάρει ένα αμάξι, κινδυνεύει να μείνει παράλυτη (εκεί φυσικά το παιχνίδι της χαράς αποσύρεται διακριτικά, γιατί μια κάποια νοημοσύνη τη διαθέτουν οι αναγνώσται, δεν μπορεί να πει τίποτα του στιλ "Είμαι ευχαριστημένη που έμειναν παράλυτη στα πόδια κι όχι στα χέρια γιατί δεν θα μπορούσα πια να πλέκω" και να το καταπιούν αμάσητο), η Πόλυ παραδίδει τα όπλα και παραδέχεται ότι την αγαπάει, φωνάζει στο σπίτι τον γιατρό Τσίλτον, ο οποίος και είναι ο πλέον ειδικός για την παμσπάνια περίπτωση της Πολυάννας και υπήρξε πρώην αρραβωνιαστικός της Πόλυ, ώσπου μαλώσανε για μια βλακεία και το διαλύσανε, αλλά αγαπιόντουσαν πάντα, γι' αυτό η θειάκω έγινε στριμμένη και το τσιμέντωσε, αλλά τώρα που τον φώναξε σπίτι (το παιδί πάν' άπ' όλα) είναι σαν νερό κάτω απ' τη γέφυρα και τα ξαναφτιάχνουνε, ο Πάντλετον υιοθετεί τον Τζίμη Μπην για να κάνει το χατίρι της Παρολίγον Μις Παραπλήγα, η Θεια παντρεύεται το Γιατρό και η Πολυάννα ξαναπερπατάει. Αλίμονο.

 Η Πολυάννα μεγαλώνει: Εδώ πια, τι να πούμε. Η θεία Πόλυ, παντρεμένη πλέον, ακολουθεί τον ντοτόρε στα μεταπτυχιακά του (βρήκε προίκα ο άλλος, σου λέει, ευκαιρία να γίνω Παπανικολάου) και την Πολυάννα την στέλνουν σε μια άγνωστη. Κυριολεκτικά. Βλέπετε, στο μαγευτικό Βερμόντ, υπάρχει το αρχοντόσογο Βέτερμπυ, που κι εκεί τρεις αδερφές: Η Ρουθ, η Ντόρις και η Ντέλα. Η Ντέλα, αν και το φυσάει προφανώς, εργάζεται ως νοσοκόμα, κι έτσι γνωρίζει την Πολυάννα, μαγεύεται και θέλει να τη στείλει στην αδερφή της τη Ρουθ που έχει μελαγχολία. Γιατί έχει μελαγχολία η Ρουθ; Γιατί η Ντόρις παντρεύτηκε έναν, έκανε ένα γιο τον Τζέμι, και μετά πέθανε. Πέσανε πάνω στον σώγαμπρο οι πλούσιες θείες, εμείς θα πάρουμε τον Τζέμι, εσένα βρομάνε τα χνώτα σου από την πείνα, τρόμαξε ο χριστιανός και πήρε το παιδί του κι εξαφανίστηκε. Η πιο σωστή κίνηση σ' όλο το βιβλίο κατά τη γνώμη μου. Η Ρουθ Κάριου πλέον, χηρεύσασα εντωμεταξύ, ΚΑΙ ζάπλουτη φυσικά, μελαγχολεί βάναυσα. Σου λέει η Ντέλα (η οποία παρουσιάζεται ως ασέξουαλ για κάποιο λόγο, λες και οι νοσοκόμες είναι άφυλες μανούλες) πρέπει να ξεκουνηθεί πια η μαλάκω, είπαμε, κι εμείς λυπηθήκαμε, αλλά δεν κάτσαμε στην έπαυλή μας να κλαίμε πάνω στις μινκ μας, και ζητάει την Πολυάννα. Έτσι απλά, κολλήστε ένα γραμματόσημο "ο παραλήπτης πληρώνει το τέλος" στο δόξα πατρί της Πολυάννας και στείλτε τη μου εδώ, η αδερφή μου και πάμπλουτη είναι και καλά κονέ έχει και για την προικούλα της θα μεριμνήσει. Σου λέει η Πόλυ, μια εμπειρία η ανιψιά την έχει με τις στριμμένες θείες, δεν τη στέλνω στο Βερμόντ να δει κι η άλλη η λεβεντοπλούσια τι εστί αισιοδοξία στο μάξιμουμ 24/7; Να κάνω κι εγώ τη ζωάρα μου; Σούμπιτη η Πολυάννα, από την πρώτη εβδομάδα η Ρουθ νιώθει τα νεύρα της κάπως κρυστάλλινα, να το πω κομψά. Κάνοντας είπαμε τα πάντα με καλή πρόθεση και φωτοστέφανο ως αξεσουάρ, δεν μπορεί να τη διώξει η άλλη γιατί "ανέλαβε μια υποχρέωση". Στο μεταξύ, η Πολυάννα φεύγει και κάνει βόλτα σ' όλο το Βερμόντ, και γνωρίζει διάφορο κόσμο: τη Σάντυ, μια φτωχιά πωλήτρια που παραλίγο να μπλέξει με κακές συναναστροφές και τη σώζει η νεαρά, και ένα αγόρι σε καροτσάκι, πάμφτωχο κι ορφανό, τον Τζέμι. Παθαίνει κοκομπλόκο η άλλη, σου λέει βρήκα τον Τζέμι της Κάριου, ΑΧ ΕΙΜΑΙ ΤΟΣΟ ΚΑΛΗ, αλλά δεν μπορεί να το αποδείξει. Η Ρουθ ελπίζει μια στιγμή η γυναίκα αλλά σου λέει, άλλη μια απάτη, την πατήσαμε. Δεν είναι ο Τζέμι μου αυτός. Η Πολυάννα, που αντιλαμβάνεται την υιοθεσία σαν πρόβα στη μοδίστρα, της προτείνει, όπως και στον Πάντλετον, να υιοθετήσει τον Τζέμι. Η άλλη βέβαια, καψούρα στην εμμονή της, αρχίζει τα "όχι θέλω τον Τζέμι μου τον Τζέμι μου τον Τζέμι μουουου" αλλά φυσικά υποκύπτει το γατάκι στην ψυχολογική βία της Πολυάννας, για να μη βγει η κακιά. Ο Τζέμι όμως αποδεικνύεται πιο έξυπνος. "Όχι μανδάμ, δεν είμαι εγώ Πολυάννα να πηγαίνω σ' όποιον με θέλει. Τι να έρθω, δεν γουστάρω ελεημοσύνες εγώ." Σωστός ο πιτσιρίκος, γιατί η χήρα Κάριου, με το που φεύγει η Πολυάννα (την πεθύμησε η θεία της, λέει) προσκολλάται στην Σάντυ και στον Τζέμι, εκτεθειμένη ούσα κι ευάλωτη και πού-πήγαν-τα-βρακιά-μου-ήθελα-να'ξερα, λίγο ψήσιμο ακόμα και η Ρουθ ζητάει απ' τον Τζέμι να έρθει σπίτι γιατί τον αγαπάει (ήτοι αγαπάω=με πλακώνουν οι τοίχοι και θα πέσω σε χειρότερη κατάθλιψη και θα μου φέρει η Ντέλα πάλι κάνα μούλικο ακόμα χειρότερο, έλα εσύ που σ' έχω μάθει και συνηθίσει, σε χρειάζομαι) και ο μικρός παραπλήγας, φυσικά, τώρα που η άλλη τον αγαπάει και δεν θα του βάζει χέρι επειδή το καροτσάκι αφήνει σημάδια στα πανάκριβα χαλιά, δέχεται. Κομπλέ ο μικρός! 
 Η Πολυάννα δεν περνάει και τόσο καλά βέβαια. Πεθαίνει ο θείος ο γιατρός και τις αφήνει στην ψάθα. Μια απ' τα ίδια για την Πολυάννα θα μου πείτε αλλά η Πόλυ τρώει το βέλο της από το κακό της. Πτωχή και ρόμβα γυρίζει στην Μπέλντινγκσβιλ, φαρμακωμένη κακό ιστορίες. Η Πολυάννα προσπαθεί να βρει ένα συγγραφικό τάλαντο για να κερδίσει χίλια δολάρια, αλλά παίρνει τον πούλο και το ξέρει. Ευτυχώς δηλαδή που ξέρει να μαγειρεύει...

Σπόιλερ: Χαμός στο ίσωμα. Η Πολυάννα, για να βγάλουνε λεφτά, καλεί τους φίλους της απ' το Βερμόντ να παραθερίσουν στη μαγευτική Μπέλντινγκσβιλ. Έναντι αμοιβής φυσικά. Σαν να λέμε, μένω στου διαόλου το κέρατο, δεν έχω μία, φίλοι μου αλήτες πουλιά ελάτε κι εσείς εδώ, να πλερώνετε, κι εγώ θα σας μαγειρεύω. Κομπίνα, όχι αστεία. Εκεί γίνεται της παρεξηγήσεως. Η Πολυάννα γουστάρει τον Τζίμη Μπην που έχει μεγαλώσει κι έχει γίνει γκόμενος, αλλά πικραίνεται γιατί νομίζει ότι αυτός γουστάρει τη Ρουθ. Ο Τζίμης γουστάρει την Πολυάννα αλλά νομίζει ότι αυτή γουστάρει τον Τζέμι, που τον γουστάρει η Σάντυ. Και η Ρουθ νομίζει ότι ο Πάντλετον γουστάρει την Πολυάννα. Σαπουνόπερα; Έχει κι άλλο. Ο Τζίμης θέλει να παντρευτεί την Πολυάννα αλλά η θεία Πόλυ δεν θέλει γιατί ο Τζίμης δεν είναι από σόι (αν μη τι άλλο, η γυναίκα έχει μια συνέπεια στην κοσμοθεωρία της: στην αδερφή της έκοψε την καλημέρα όταν παντρεύτηκε τον παπαΤυχαίο. Το ότι ο Τζίμης κληρονόμος γαρ του Πάντλετον τα 'χει τα λεφτούλια του δεν την πτοεί. Κούντος θεία Πόλυ!). Ο Τζέμι κερδίζει αυτός τα χίλια δολάρια του λογοτεχνικού διαγωνισμού και δεν νιώθει άχρηστος κι έτσι μπορεί να παντρευτεί την Σάντυ που την γουστάρει. Ο Τζίμης μαθαίνει τελευταία στιγμή ότι αυτός είναι ο Τζέμι ο ορίτζιναλ αλλά αποποιείται των δικαιωμάτων του για να μην στενοχωρήσει τον Τζέμι τον φο, που το' χει πιστέψει ότι είναι ένας Βέτερμπυ δόξα και τιμή. Η θεία Πόλυ, αφού μαθαίνει ότι ο Τζίμης είναι από αρχοντόσογο, ησυχάζει και δίνει την ευχή της, ο Πάντλετον παντρεύεται τη Ρουθ (λέτε η Ρουθ να το' κανε για να υιοθετήσει αυτόματα και τον ορίτζιναλ Τζέμι; Χαρ χαρ χαρ, γουστάρω εμμονές!) και η Πολυάννα με τον Τζίμη επιτέλους φιλιούνται και αυλαία. Και μετά κατηγορούμε τις σαπουνόπερες.


Κι εδώ η Ελεανόρ Πόρτερ σπάει την πένα της και εγκαταλείπει το φρανσάιζ, έχοντας βγάλει βέβαια λεφτά  για τους απογόνους της, έχοντας χαρίσει έναν αμφιλεγόμενο και βάναυσα επίπεδο χαρακτήρα κι ένα όνομα αρκούντως δημοφιλές ακόμα και στην Ελλάδα. Πολυάννα, το βιβλίο φετίχ των μαμάδων μας, με πολλά σίκουελ, εκδόσεις Άγκυρα (λατρεμένη) και στα μετέπειτα βιβλία εικονογράφηση (καθόλου λατρεμένη) "Μάκη Γιακουμάτου" (ναι ναι, αυτός ο λεβεντομαλάκας). Μια νοσταλγία για την παιδική ηλικία, για τη διπλή χαρά όταν το κομ ιλ φο σπάει και γεμίζεις λάσπες το σπίτι, και, εδώ που τα λέμε, μια χαρά γραφή είχε η κυρία Πόρτερ, παραμένει ευανάγνωστη και σήμερα. Αλλά αν είστε παιδάκια, καλύτερα να διαβάσετε τους τρεις Ντετέκτιβ παρά την Πολυάννα. Συνεχίζεται....