Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Ντισκουέαρντ

Να ξεκαθαρίσω εξ' αρχής: Δεν μου αρέσουν οι DSquared2.

(Και με αυτό τον εντυπωσιακό εναρκτήριο αφορισμό, φαίνομαι σαν τον Γκρινιάρη το στρουμφάκι: "Μου τη δίνουν οι DSquared2!" Καλύτερα.)

Ο Ντιν κι ο Νταν (ντιν νταν!) είναι δίδυμοι ομοζυγωτικοί (δηλαδή, ολόιδιοι) Καναδοί μεν Ιταλοί δε λόγω πατέρα Ιταλού και, κυρίως, λόγω επιχειρηματικής βάσης. Στο μυαλό μου τους είχα για εντελώς Ιταλούς, σε επίπεδο "εκεί που έφτυσαν ο Ντομένικο κι ο Στέφανο, φύτρωσαν οι Ντιν Νταν"-και όταν διάβασα ότι είναι καναδογεννημένοι κι αναθρεμμένοι, σκέφτηκα ότι αυτή η κουλτούρα τους δεν φαίνεται πουθενά. Μετά σκέφτηκα γι' άλλους Καναδούς σχεδιαστές, αλλά θυμήθηκα μόνο τον Jason Wu, που γεννήθηκε στην Ταϊβάν και μεγάλωσε στον Καναδά και σπούδασε στο Τόκυο και έστρωσε καριέρα στη Γαλλία κι έγινε γνωστός ράβοντας φουστάνια για την πρώτη κυρία των Ηνωμένων Πολιτειών (αυτό είναι που λέμε, τελικά, διεθνής καριέρα...;)-α, και έβγαλε λεφτά σχεδιάζοντας ρούχα για κούκλες. Αυτό το βρίσκω από παραξενούτσικο έως ανατριχιαστικό, δικό μου θέμα, κι όχι δεν έχω δει κανένα Τσάκι. Πέραν του Τζέισον άλλον Καναδό δεν θυμόμουν, το κοίταξα λίγο στη Βικιπαίδεια και δεν ήξερα κανένα. Θα μου πεις τώρα, σοβαρές πηγές έχεις, και θα 'χεις απόλυτο δίκιο: η εν λόγω ιστοσελίδα αναφέρει την Avril Lavigne ως σχεδιάστρια μόδας. 

Επανέρχομαι στα διδυμάκια. Ξεκίνησαν κουτσά στραβά, όπως ξεκινάνε όλοι, δουλεύοντας για άλλους. Σιγά το πράμα, εδώ κοτζάμ Αλμπέρ Ελμπάζ δούλευε για μπουτίκ τύπου "Αντωνία" (απ' τα καταστήματα που πας και λες: "Είμαι η αδερφή της συνυφάδας της ξαδέρφης του κουμπάρου, τι μου προτείνετε;"), αλλά οι ΝτινΝταν δουλέψανε και για τη Diesel, για παράδειγμα, που τους βοήθησε να στήσουν το δικό τους τσαντίρι-κι έκτοτε αποτελούν αντίπαλο δέος, μπουά-χα-χα. Έκτοτε, από το 1995 δηλαδή, ράβουν αντρικά ρούχα, το 2003 μπήκαν και στα γυναικεία.

Κι εδώ πάμε στην πρώτη παρατήρηση. Έχω πετύχει ένα κάρο άντρες να φοράνε Dsquared, αλλά μόνο μια γυναίκα. Παράξενο; Μπα, λέμε σε πρώτη ανάλυση.
Δεύτερη παρατήρηση: Όσους έχω πετύχει, αυτό το κάρο που είπα, κάνουν μπαμ ότι φοράνε Ντισκουέαρντ (έτσι προφέρεται, φυσικά)-ακόμα και στις σπάνιες περιπτώσεις που δεν φοράνε ρούχα ή παπούτσια με το τεράστιο λογότυπο. Σπάνιες, είπα; Τρεις, συγκεκριμένα. 
Τρίτη παρατήρηση: Ως λάτρης των στοκατζίδικων, ξεπουλημάτων και τα λοιπά, τα DSquared (2) βρίσκονται παντού, ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια. Μαζί με τα Cavalli, αποτελούν συνήθως τους κράχτες "ελάτε κι εδώ, έχουμε μάρκες, εδώ τα καλά ρούχααα!" και λειτουργούν μάλλον σαν διαπιστευτήρια τύπου "εμείς είμαστε σοβαρό κατάστημα και φέρνουμε επώνυμα προϊόντα." Κι εξαιρετικά κακόγουστα, συμπληρώνω εγώ.

Προχωρώντας στη δεύτερη ανάλυση (δεν κρατιέμαι, μου ξέφυγε η κακία πριν, είδατε) να δείξω:
Αυτό είναι το μπροστά, για να καταλάβετε.
Κι αυτό είναι το πίσω, για να καταλάβετε καλύτερα.

Ενώ λοιπόν αυτό το είδος το ιδιότυπο βρίθει στη νεοελληνική καφετέρια και πλαζ, δυστυχώς αυτό:
...δεν βρίθει. Έμφαση στο παπούτσι, παρακαλώ.

Αυτό που μου τη σπάει στους Ντιντάν και σε αυτούς που τους αγοράζουν είναι αυτή η φοβερή αντίφαση. Απ' τη μια το ίδιο το δίδυμο πλάσαρε απ' την αρχή μια flamboyant (ξώχαρη), παιχνιδιάρικη (χαζοχαρούμενη), εντυπωσιακή (βαρετά φανταχτερή) διάθεση και τάση και δημιουργία, απ' την άλλη υπήρχαν πάντα κομμάτια, σε δίκαιη αναλογία, καλοφτιαγμένα και γουστόζικα και θα-τα-φοράω-μέχρι-να-λιώσουν. Τα οποία όμως δεν ξεχώριζαν (καλό για τη δικιά μου γνώμη, αλλά για το αγοραστικό κοινό τους μάλλον αναγκαίο κακό.) και ήταν περισσότερο σαν απόδειξις "εμείς είμαστε σοβαροί ντιζάινερς απλά επιλέγουμε να μην παίρνουμε τον κόσμο της μόδας και τόσο σοβαρά."
Αλεπού και κρεμάστρες. (Κάτι τέτοια έλεγε κι ο Γκοτιέ, έφτιαχνε συλλογές με το σκεπτικό "η μόδα πρέπει να εντυπωσιάζει τους απλούς ανθρώπους", ένα αντρικό κάπρι καθιέρωσε που από χρόνια θεωρείται πλέον ΤΟ κακόγουστο πράγμα και κατέληξε να σχεδιάζει μπλουζοφούστανα για τη Γιουροβίζιον και το εξώφυλλο για το "νέο δίσκο της Νάνας Μούσχουρη, αυτή την Κυριακή δώρο μαζί με την εφημερίδα".) Με εκνευρίζει που ο κάθε λαπάς (bitch mode on) που φοράει ας πούμε:
ΑΥΤΌ ΤΟ ΠΡΆΓΜΑ, με το εφέ ακράτειας και τα στενά μπατζάκια,
νιώθει ότι μπορεί να πάει και σε γάμο ας πούμε, γιατί αυτή δεν είναι μια απλή φόρμα (συμφωνώ, είναι μια απαίσια φόρμα), είναι φόρμα ντισκουέαρντ.
Δεν τίθεται θέμα γούστου κι αισθητικής, αλλά δεν αντέχω τη αρχοντοχωριατιά του σκεπτικού "Δίνω 120 ευρώ για μια φόρμα που δεν πάει σε άνθρωπο επειδή μπορώ, και θα τη φοράω όπου θέλω επειδή μπορώ, γιατί είμαι και ο μέγας αλιτήριος που δεν μπορεί τα στημένα και είμαι χυμαδιό και θα πάω στο κλαμπ με τη φόρμα γιατί τα έχω σκάσει και άρα είμαι πολύ μοδάτος". (bitch mode still on, as you can see)
Ειδικά γι' αυτές τις φόρμες έχω τεράστια αποθέματα κακίας. Γενικά δεν συμφωνώ με την άποψη "το σωστό ρούχο σε κολακεύει" (μεγάλη συζήτηση, άλλη ώρα), αλλά αυτές οι φόρμες όχι δεν κολακεύουν, αλλά αδικούν κατάφωρα. Μου έχουν πει ότι είναι άνετες, μπορεί, δεν έχω δοκιμάσει (και δεν προτίθεμαι)-ειδικά για άντρες πιο μπαμπάτσικους. Μια χαρά. Πάνω απ' όλα να είμαστε άνετα. Αλλά γιατί φορώντας αυτό το πράγμα έχουν την αίσθηση ότι είναι και τρέντι και μοδάτοι και στιλάτοι-ελκυστικότεροι, δηλαδή; 
Γιατί είναι ντισκουέαρντ. Αν ήταν δηλαδή το ίδιο σχέδιο, ξεχειλωμένη σκελέα, αλλά με τη μάρκα αθλητικής εταιρίας φερ' ειπείν, απαπαπά! Μόνο μες στο σπίτι, άντε και μέχρι το περίπτερο.
Τόσο εξόφθαλμο! "Έχω λεφτά να παίρνω φόρμες DSquared2". Τόσο μικροαστικό-ατυχής χαρακτηρισμός, αλλά πώς το λες όταν το παιδάκι πάει σχολείο με την καινούρια του φόρμα κι όοολα τα παιδάκια αναφωνούν "ωωω!Τι ωραία φόρμα!" και το παιδάκι κορδώνεται; Αυτό.
Γιατί κορδώνονται, μη λέμε ψέματα! Κι αυτή είναι και η δουλειά των ρούχων, σύμφωνα μ' αυτή την οπτική. Να δείχνουμε πόσα έχουμε! Ευρέως διαδεδομένη νοοτροπία, γιατί λοιπόν τα βάζω με τους DSquared2;
Δεν θα το πω "ξεδιάντροπο", αλίμονο, αλλά αυτό το εξόφθαλμο δεν το αντέχω. Τόσο πολύ "στα μούτρα σου". Χρώματα έντονα και λεπτομέρειες να τραβάνε το μάτι, όλα σούπερ ουάου. Το στιλ κοκορεύομαι, ανερυθρίαστα! Τόσο εφηβικό, και τόσο ακριβό; Είναι σαν τα ρούχα τους να σε κάνουν το πιο δημοφιλές παιδί στο σχολείο, κι εσύ να τσιμπάς, ότι όντως είσαι.
Στενά μέχρι ασφυξίας μπλουζάκια αν το αγαπημένο μας φαγητό είναι η κρεατίνη, για να μην είναι κι εντελώς σκέτα και μείνει αδικαιολόγητη η τιμούλα κοτσάρουμε κι ένα λογότυπο. (Αυτό με τα λογότυπα, γενικά, και D&G Armani LV... δείχνουν τόσο φτηνά. Μοιάζουν με διαφημιστικά.) 

Ή για τους σοφιστικέ φίλους μας: Αυτό το πουκαμισάκι θα αντιγραφεί πολύ κατά πώς φαίνεται (γκρρρ) και θα σας κάνει να ξεχωρίζετε αμέσως. "Είμαι φάσιον ρε μαν!Ναι ρε γούμαν, προσέχω το ντύσιμό μου κι ιδού η απόδειξις." Για μην έχετε την παραμικρή αμφιβολία.

Ακόμα και μια βόλτα στο γυμναστήριο δεν γίνεται να είναι βαρετή. Δυο ασχημομούρικα σκυλάκια να σερφάρουν, και ΤΖΑ! Το όνομα της φίρμας! Για να μην υπάρχουν αμφιβολίες, ότι και για το συνηθέστερο φούτερ, hoodie που λέγανε και στο χωριό σας, τα σκάσατε.

Ένα απλούστατο παπουτσάκι κάζουαλ (γιατί είπαμε, δεν ασχολούμαστε και πολύ, κυριλίκια κι έτσι δεν γουσταρίζουμε) αντιγραφή του κλασικού diesel πατούμενου. Διακόσμηση ένα φύλλο πλατάνου (Καναδάς γαρ) και, καλλιτεχνικά γραμμένο, το όνομα της φίρμας.

Συν τοις άλλοις, παίζουν πολλές μαϊμούδες. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τις μαϊμούδες γενικά, πέραν του κλασικού "γιατί με τα ίδια λεφτά δεν πήρες κάτι καλύτερο ποιοτικά κι όχι τόσο κραυγαλέο;" στο οποίο δεν έχω λάβει ακόμα ικανοποιητική απάντηση, αλλά όταν ακούω ότι πλήρωσαν τη μούφα 40 και 50 ευρώ "επειδή είναι ντισκουέαρντ"... θέλω να γίνω η θεά Κάλι και να μουντζώνω μ' όλη μου τη δύναμη. Και από πού ν' αρχίσω τις εξηγήσεις δηλαδή. Ποιος κοροϊδεύει ποιον, το νέο Cluedo.

Και απ' την άλλη, το "σοβαρό αντίβαρο" των Ντιντάν είναι αφενός σαν αυτά τα μπλουζάκια,
που προσέξτε ότι το'χουν μελετήσει το θέμα, να είναι ένα μπλουζάκι ναι μεν με το λογότυπο να τσιρίζει, αλλά να κολακεύει στο φουλ. Η λαιμόκοψη αυτή γενικά κολακεύει, όσο κι αν δεν της φαίνεται, το χρώμα έντονο και ήσυχο μαζί, δείχνει χιλιοφορεμένο-πάντα cool αυτό... Το μήκος της μπλούζας και κυρίως των μανικιών καμουφλάρουν τα πάντε κιλά πάνω-πέντε κιλά κάτω που έχεις.
Εδώ ναι, καταλαβαίνω κάποιον που δίνει 84 ευρουλάκια γι' αυτή τη μπλούζα, θέλει κάτι κολακευτικό και γκομενέ, εντός ορίων φυσικά, που να βγάλει τα λεφτά του. Μια χαρά συνέπεια στη φιλοσοφία.

Αφετέρου, αυτό εδώ το παπούτσι.
Κλασικότροπο σχέδιο, πάλι κολακευτικό, καλή ποιότητα, στιβαρό το πατούμενο γενικά. Τίποτα το ιδιαίτερο όμως. Απόλυτα ασφαλής επιλογή και ήσυχη. 788 έουρος. Με τόσα λεφτά πάω σε Τζον Λομπ, αγαπημένοι μου ΝτινΝταν.
Αυτό που θα φορούσα (αν μου το χαρίζανε φυσικά) σίγουρα, γιατί ναι μεν κάνει εντύπωση, αλλά όχι κραυγαλέα, και θα πήγαινε τέλεια με μπότες (και μου αρέσουν τρελά οι μπότες):

Χωρίς να είναι κάτι ιδιαίτερο, πάντως. Ενώ αυτό, είναι αρκετά πιο ιδιαίτερο:
Καπελάκι εξαντρίκ, όχι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί βέβαια, αλλά εδώ όντως ταιριάζει η φιλοσοφία "Δεν με πολυπαίρνω στα σοβαρά". Εδώ έχουμε και χιούμορ και πνεύμα!

Κλείνοντας, γιατί κουράστηκα, να καταλήξω ότι οι DSquared2 κάνουν μια χαρά τη δουλειά τους, αλλά μαζί με αυτή θα προτιμούσα να ράβανε και τίποτα της προκοπής.

Όταν με ρώτησαν γιατί ξινίζω τα μούτρα μου με το άκουσμα "ντισκουέαρντ", ετοιμάστηκα να ξαναπώ την κακία για τον κάθε λαπά που νομίζει ότι ξέρει από μόδα επειδή έχει θήκη κινητού "ντισκουέαρντ".
Αλλά δεν μου 'βγαινε, οπότε πέταξα το εξής φιλοσοφικό φιλοσοφημένο θέσφατο:
"Με τα ίδια λεφτά και λιγότερα, αγοράζεις κάτι πολύ καλύτερο. Δεν μπορώ το τόσο έντονο μάρκετινγκ. Από ένα κωλοφτιαγμένο Πεζό με αεροτομές, γούφερ, φωτάκια, και τα λοιπά, προτιμώ μια ολόσκετη Άλφα Ρομέο. (ήταν στερεοτυπικά ανρική παρέα, ήθελε απτό παράδειγμα)
Θέμα γούστου, στην τελική"

Πριν βγω απ΄το bitch mode, να καταγγείλω τα θεόστενα και πάραπολύχαμηλόμεσα "μπλουτζίν" τους, έτσι για ένα τελευταίο. Να δίνεις 300 ε για ένα ταλαιπωρημένο, με χλωρίνες και μπαλώματα και σκισίματα τζιν, για να δείχνεις αλητάμπουρας; Πολύ αλητεία, μιλάμε. Η ειρωνία του πράγματος δεν είναι προφανής, πιστέψτε με. Αλλά για το μέσο ντούκι wannabe, αυτό με τις κρεατίνες ("Εγώ δεν παίρνω τίποτα, αυτά είναι μόνο πρωτεϊνη"), που γυμνάζει κορμό και χέρια, είναι ιδανικά. Το ανθρωπάκι με τα φουσκωτά βυζιά και μπράτσα και με τα καλαμένια ποδαράκια βρίσκει το αγαπημένο του τζιν. Άκωλοι όλου του κόσμου (με μπράτσα όμως, μην ξεχνιόμαστε) ενωθείτε, βρήκαμε αυτό που σας πάει απόλυτα. Και καταλήξαμε αυτό το πράγμα, που το λένε τζιν αλλά αν έχεις μπουτάκια σου φαίνεται κολάν, να είναι το κατεστημένο. Έλεος, πραγματικά! Το χειρότερο θράσος!

(Bitch mode off) Ο καθένας ας επιλέγει αυτό που προτιμάει, με όποιο κριτήριο. Κι ο ίδιος ο καθένας ας κρίνει ό, τι θέλει, όπως θέλει, αρκεί να θυμάται ότι η κρίση του είναι αυστηρά προσωπική και το "δεν μου αρέσει" δεν σημαίνει καθόλου "δεν είναι καλό".

Δη εντ.


Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Με το ίδιο μακό

Ακολουθεί προσωπική ανάλυση του τραγουδιού, ουχί tribute.



Από τις πολύ ωραίες, αισθαντικές εκτελέσεις. Το έντεχνο ξεθωριάζει ευτυχώς. Και τι κιθάρα!

Το προαναφερθέν έντεχνο. Ο Ζερβουδάκης το λέει άραγε σόλο; Θα 'πρεπε.



Με το ίδιο μακό
και με κέφι κακό
φύγαν μέρες.


(Να μην έχεις όρεξη να πλυθείς, να κυκλοφορείς με το ίδιο φανελάκι "για μέρες". Να πηγαίνεις στο περίπτερο με το ίδιο φανελάκι, την ίδια μούρη, την ίδια διάθεση δηλαδή. Διάθεση να τα κάνεις όλα λίμπα, να τα αναιρέσεις όλα. Κάπως να σου γουστάρει αυτή η μαυρίλα, μαθαίνεις να αναπνέεις χωρίς να το συνειδητοποιείς, πώς περνάνε οι μέρες χωρίς να περνάει ο χρόνος. Να γουστάρεις τα χρώματα τα σήψης μέσα σου. Και να μην έχεις όρεξη να πλυθείς, ποια κάθαρση λέμε τώρα; Αυτή είναι η ζωή μου, ανάποδα. Με το ίδιο φανελάκι, σιγά.)



Το φεγγάρι απ' τη μια
και του κόσμου η ζημιά
βάλαν βέρες.


(Ξεπερνώντας την άτσαλη εύρεση ομοιοκαταληξίας... μένει ένα φεγγάρι να κοιτάς ρεμβάζοντας, λες και απ' όλο τον κόσμο μόνο το εξώκοσμο φεγγάρι σε καταλαβαίνει. Δεν έχεις πού να τα πεις, δεν έχεις τι να πεις, γαμώτο! Και τελικά σκοτώνεις την ίδια σου την ψευδαίσθηση, δεν νιώθεις τελικά τίποτα διαφορετικό απ' ότι νιώθουν, ένιωσαν, θα νιώσουν ένα σωρό άνθρωποι εδώ, στον κόσμο. Θα το ξεπεράσεις. Είσαι μέρος του συνόλου αρκούντως αμελητέο να μην διαταραχθεί τίποτα αν δεν το ξεπεράσεις. Το φεγγάρι δεν σε κοιτάζει, και μέσα σου λες "άντε, τελείωνε την παράσταση γιατί έχουμε και δουλειές.")


Τι θα κάνεις εσύ;
Είναι εννιά και μισή.
Τον καπνό μου φυσάω...


(Κι όσο εγώ κοιτάω το φεγγάρι και μου μιλώ στο δεύτερο πρόσωπο, σε σκέφτομαι. Βασικά σε σκέφτομαι όλη την ώρα, αλλά ειδικά τώρα, εσύ τι κάνεις; Είναι εννιάμιση, η μέρα τελειώνει, η νύχτα ξεκινάει. Θα ξενυχτήσω κι απόψε. Εσύ; Τι κάνεις; Μιλάς με το φεγγάρι; Καπνίζεις; Είσαι κάπου έξω; Ετοιμάζεσαι να κοιμηθείς;
Με σκέφτεσαι; Με σκέφτεσαι καθόλου;
Τον καπνό μου φυσάω. Δεν μπορώ παρά αυτό: Να φυσάω τον καπνό. Η ώρα θα περάσει, κάποια στιγμή θα κοιμηθώ, αναγκαστικά, θα ξημερώσει νέα μέρα. Δεν βλέπω τίποτα απ' αυτά. Μόνο σκέφτομαι εσένα, ή δεν σκέφτομαι καθόλου και φυσάω τον καπνό μου. Έμαθα να αναπνέω χωρίς να το καταλαβαίνω, βλέπω τον καπνό μου σαν ανάσα να βγαίνει.)



Και προτού να λουστώ,
σταυρουδάκι Χριστό
μες στα δόντια κρατάω.


(Τελειώνει η παράσταση γι' απόψε. Δεν καταλαβαίνω και τι θέλει να πει η στιχουργός. Πάω να λουστώ, μπας και χαλαρώσω και κοιμηθώ γρήγορα. Σκέφτομαι ότι θ' αλλάξω και φανελάκι. Το σκέφτομαι σχετικά αδιάφορα. Λίγο πριν λουστώ, σκέφτομαι πάλι για μια στιγμή όλα αυτά τα πράγματα που σκεφτόμουν. Πονάω, αλλά είναι σαν να είναι απαραίτητος ο πόνος, και δεν δικαιολογούμαι αν φωνάξω. Τέλος της παράστασης, είπαμε. Σκέφτομαι πώς θα είμαι μετά που θα λουστώ. Σκέφτομαι πώς θα με κοιτάξει ο καθρέφτης μου μετά. Και μετά δεν σκέφτομαι.)



Σε χρειάζομαι, και
το καινούριο παρκέ
με το πόδι πληγώνω.


(Η κάθαρση δεν επήλθε. Ίσα ίσα, διαλύοντας τους καπνούς έμεινε μόνη και τρομερή η ανάγκη μου.
Σε χρειάζομαι, σε χρειάζομαι, σε έχω ανάγκη. Με επηρεάζεις πολύ βαθύτερα απ' ότι φαίνεται και νομίζεις. Δεν το καταλαβαίνω ούτε εγώ. Δεν με νοιάζει το γυαλιστερό μου πρόσωπο, όπως δεν θα μ' ένοιαζε αν είχα καινούριο λουστραρισμένο παρκέ. Θα χόρευα κλακέτες αν ήξερα, κι αν ένας χορός με κλακέτες στο ολοκαίνουριο καμαρωτό μου παρκέ θα σε ενδιέφερε. Θα έκανα τα πάντα. Αν μου έλεγες "Θα 'ρθεις μαζί μου στην Αυστραλία;" θα ερχόμουν. Δεν θα το σκεφτόμουν καν, ούτε θα μ' ένοιαζε πώς θα φαινόταν και πώς θα μου φαινόταν κι εμένα μετά από λίγο καιρό. Με νοιάζεις μόνο εσύ, και δεν με νοιάζει καθόλου ό, τι έχω φτιάξει μέχρι στιγμής πάνω μου. Όλα ας γκρεμιστούν, ας γρατζουνιστούν, ας πληγωθούν. Έχω συναίσθηση της υπερβολής μου. Αλλά ειλικρινά, δεν έχω άλλη επιλογή. Έχω συναίσθηση ότι με πληγώνω, επιμένοντας σ' αυτή την παράσταση. Αλλά ειλικρινά. Δεν πονάω...)


Σου φυλάω μουσικές
στο ταξίδι να καις
μες στο χρόνο. 


(Ό, τι πιο όμορφο έχω, όλα τα τραγούδια που μπορώ να διαλέξω, όποιο τραγούδι μπορεί να σ' αρέσει, στα χαρίζω. Καταλαβαίνω ότι δεν σε ενδιαφέρουν τα δικά μου τραγούδια. Ωστόσο, εγώ στα προσφέρω. Εγωιστικό; Δεν ξέρω. Δεν έχω επιλογή. Χωρίς να μου δίνει άφεση αυτό φυσικά... Απλά στα προσφέρω, κάν' τα ό, τι θέλεις. Κάψ' τα αν σε βοηθάει αυτό. Ειλικρινά. Θέλω μόνο να είσαι καλά. Και να προχωρήσεις εσύ, που μπορείς, αν θέλεις. Σου εκτίθεμαι, αποδόμησέ με, εκλογίκευσε την όλη κατάσταση, εσύ που μπορείς. Καταχώρισέ το στο κουτάκι που του πρέπει. Και φύγε. Εγώ νιώθω καλύτερα και μόνο που άκουσες, για λίγο ή πολύ ή πολύ λίγο, τις μουσικές μου. Νιώθω την ανάγκη να σου πω ευχαριστώ.) 


Τι θα κάνεις λοιπόν;
Το κομμένο ντεπόν
κυνηγάω στο σεντόνι.


(Τι θα κάνεις λοιπόν; Θα συνεχίσεις, προφανώς, εσύ θα προχωρήσεις. Μπορεί ίσως να σε βλέπω κιόλας να ταξιδεύεις, μπορεί, ίσως, να έχουμε επαφή.
"Τι θα κάνεις λοιπόν;" μου λέω. Θα γυρίσω σ' αυτή την κατάσταση; Θα πνιγώ πάλι από τους καπνούς; Θα συνεχιστεί η παράσταση;
Μπα. Θα πάρω ένα ντεπόν και θα κοιμηθώ. Θα κοιμηθώ, με τη βεβαιότητα, με την πίστη πως αύριο θα ξεθωριάσει λιγάκι "όλο αυτό". Αύριο, σιγά σιγά, θα το ξεπεράσω. Με τι τίμημα; Δεν ξέρω. Θα δω. Για την ώρα θα κοιμηθώ, θα φερθώ λογικά, δεν θα φερθώ εγωιστικά. Θα σου πω ότι όλα εντάξει. Δεν θα σου αφήσω χώρο να ανησυχήσεις. Δεν θα σου αφήσω αμφιβολίες για το αν είναι καλή ιδέα να κρατήσουμε επαφή. Θα φαίνομαι καλά, και αυτό έχει σημασία.)


Και προτού να το πιω,
σαν δεσμός με σκορπιό
λογαριάζονται οι πόνοι.


(Κάθε φορά, πριν κοιμηθώ, θα σε σκέφτομαι. Και κάθε φορά μόλις ξυπνήσω. Θα αντέξω, όσο σ' έχω στη ζωή μου. Δεν θα ξεχάσω τίποτα. Δεν θ' ακυρώσω κανένα συναίσθημα. Σαν το σκορπιό, που κουβαλά το όπλο του στο σώμα του, κι αν αποδειχθεί άχρηστο αυτός τι κάνει; Αυτοκτονεί. Ορίστε κύριος, δεν είναι άχρηστος. Μια χαρά λειτουργεί. Με τέτοιου είδους παρομοιώσεις θα ξεχνιέμαι και θα ξεκινώ μικρές παραστασούλες στο μυαλό μου. Μικρά ανώφελα μελοδραματικά σενάρια. Έτσι θα ξεδίνω, μην ανησυχείς. Μην ανησυχείς. Είναι δικιά μου δουλειά να πονάω, να μην πονάω, όπως είναι δικιά μου δουλειά να παραπονιέμαι, να φωνάζω, να κλαίω, να βγάζω το σκασμό, να χαμογελάω ή να φεύγω. Μην ανησυχείς.)

Κι όλο εσένα θέλω μόνο,
για κανένα δε σηκώνω
τώρα πια,
το ακουστικό.

(Αυτό είναι έρωτας λοιπόν. Μόνο εσένα θέλω. Μόνο εσένα έχω ανάγκη. Τίποτε άλλο. Δεν μ' ενδιαφέρει να μιλήσω οπουδήποτε αλλού. Μόνο το δικό σου τηλεφώνημα περιμένω. "Έλα, τι γίνεται;", "Γεια! Καλά, εσύ;". Τόσο μόνο. Αλλά συνεχίζω να σε έχω ανάγκη. Να σε χρειάζομαι. Θέλω να υπάρχεις στη ζωή μου, όπως και αν είσαι.)

Μόνο εσένα κι είμαι εντάξει,
το ταβάνι έχει πετάξει
δυο φωτιές
στον ουρανό.

(Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, θα μπορούσα να κάνω τα πάντα. Ναι, αυτό το θεωρώ εγωιστικό. Οπότε δεν κάνω υποθέσεις. Ξέρω μόνο, αυτό μόνο ξέρω σίγουρα, πως σε χρειάζομαι. Πως δεν μπορώ να συνεχίσω τη ζωή μου αν δεν σε έχω κάπως. Μόνο έτσι θα μπορέσω να ζω, κουτσά, στραβά, λάθος, ας το κρίνει όπως θέλει, όποιος τολμάει. Κάθομαι και κοιτάω το ταβάνι για ώρες. Σκέφτομαι πολλά και τίποτα. Κοιτάω το ταβάνι και πλέω μέσα σ'αυτό το δωμάτιο, που υπάρχω μόνο εγώ και η ατμόσφαιρα έχει αλλάξει, πιο πυκνή και πιο διαυγής μαζί. Λες και το σώμα μου γίνεται ένας καπνός δυο τσιγάρων.
Αν ήσουν εδώ θα κάναμε δυο τσιγάρα μαζί. Και θα γίνονταν τα σώματά μας καπνός και θ' ανέβαιναν ψηλά και θα διαλύονταν κάπου στον ουρανό.
Μια φορά σου άναψα κι εσένα τσιγάρο. Πόσο χρόνο θέλει να καεί ένα τσιγάρο μόνο του! Κοιτούσα την καύτρα, σιγά σιγά να προχωράει, και δεν σκεφτόμουν. Κάπνιζα το δικό μου τσιγάρο, που καιγόταν γρηγορότερα. Κοιτούσα τον καπνό του τσιγάρου σου, κομψό και αμείλικτο, να διαλύεται ήσυχα και συνέχεια. Κοίταξα το ταβάνι μόλις τέλειωσα το τσιγάρο μου. Και μετά κοίταξά το δικό σου, ώρα πολλή, μέχρι που έσβησε. Πάτησα τη γόπα μαλακά, σχεδόν διστακτικά, και μετά άδειασα το τασάκι στα σκουπίδια, είχε γεμίσει.)

Κι όλο εσένα θέλω μόνο...

(Ξέρω πώς φαίνεται. Έχω απόλυτη συναίσθηση της κατάστασης, πώς μπορεί κάποιος, οποιοσδήποτε, ακόμα κι εσύ κι εγώ, να μιλήσουμε για το πόσο δύσκολα δεχόμαστε την απόρριψη και πόσο κακομαθημένα παιδιά είμαστε και τι γεννάει η επιθυμία του ενήλικα να νιώσει ξεχωριστός. Πώς αναπαράγεται η αίσθηση της ματαίωσης και της χλαπάτσας ώστε να μάθουμε να τα διαχειριζόμαστε, επιτέλους. Πόσο κλισέ είναι η καψούρα που μας πιάνει μόλις φάμε άκυρο. Πόσο κλισέ είναι ότι όταν είσαι σε φάση να δαγκώσεις λαμαρίνα, δαγκώνεις όποια λαμαρίνα βρεις εύκαιρη.
Μπορούμε να μιλήσουμε και να εξηγήσουμε. Αλλά εγώ μόνο εσένα θέλω, συνέχεια. Έτερον εκάτερον. Τόσες λογικές εξηγήσεις και εκλογικευμένες δικαιολογίες δεν αναιρούν ότι σε θέλω, συνέχεια, κι αν δεν σ' έχω δεν θέλω τίποτε άλλο.)

Κι όλο εσένα θέλω μόνο...
(Δεν σε έχω όπως θέλω, όμως σε έχω κάπως. Και με αυτό το νέο δεδομένο ξαναρχίζω να ζω. Αυτό το δεδομένο, στολίδι ή βάρος, και τα δύο μάλλον ή κανένα απ' τα δύο, είναι μέρος της ύπαρξής μου πια. Τόσο δεδομένο, που δεν έχει πρόσημο, και δεν μπαίνω καν στη διαδικασία να το πω πουθενά.
Έτσι είναι, και δεν αλλάζει άμεσα, ούτε ακόμα.)




Ιδιόμορφη διασκευή. Δεν είναι η καλύτερη, αν υφίσταται καν τέτοια κρίση και θεώρηση. Αλλά από όλες τις εκδοχές που υπάρχουν, αυτή με δεν με άγγιξε απλά, με γράπωσε κανονικά. Υπάρχουν εκδοχές που τις άκουγα κι έλεγα "Μακάρι να το τραγουδούσα κι εγώ έτσι..." Όταν άκουσα αυτή, ξεκίνησα να τραγουδάω χωρίς να το καταλάβω, όσο παράφωνα και δυνατά μου 'ρθε. Όταν τελείωσε, και ακούστηκε η φωνή της, ήρεμη και χαμηλότονη, "Ευχαριστώ πολύ", ήταν σαν να έκλαιγα όση ώρα τραγουδούσε/τραγουδούσα. Δεν την έχω ξανακούσει αυτή την εκδοχή έκτοτε.

Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

In your face

Τι ακριβώς εξυπηρετεί αυτό το ζευγάρι γάντια;
Σπεύσατε!!! Μοναδική προσφορά!!! Μόνο 352 ευρουλάκια, από δέρμα ελαφιού, JULIUS ο κατασκευαστής για όσους ενδιαφέρονται.
Θέλετε να νιώσετε ο ούλτρα ροκ σταρ, έστω κι αν ακούτε Μποφίλιου (φανερά) και Παντελίδη (κρυφά); Με αυτά τα υπέροχα γαντάκια, τώρα μπορείτε!!!
"Πάντα ένιωθα αντισυμβατικός, ο κόσμος μου φαινόταν ξένο μέρος... Όταν είδα αυτά τα γάντια, ξαφνικά κατάλαβα: Είναι τόσο εγώ. Εκφράζουν όλα όσα εννοώ."
"Μ' ένα μόνο αξεσουάρ, κατάφερα να αλλάξω όλα τα καθημερινά συνολάκια μου στο πιο rawk, γιατί είμαι πολύ rawk σαν άνθρωπος. Βέβαια δεν ακούω ροκ επειδή με ενοχλεί η ακουστική κιθάρα, αλλά οι πραγματικά rawk άνθρωποι είναι rawk στην ψυχή, όχι στο i-pod...!!"
"Ασχολούμαι επαγγελματικά με το τραγούδι κι εμφανίζομαι σ'ένα κέντρο της παραλιακής. Λέω τρία τραγούδια. Με αυτά τα γάντια δίνω τη δικιά μου απάντηση σε όσους κακοπροαίρετους με αποκαλούν τραγουδιάρα. Το επίπεδο του καθενός φαίνεται από το λεξιλόγιό του, ξέρεις."
"Αγαπώ πάρα πολύ τη μόδα και αυτά τα γάντια μ'εντυπωσίασαν άμα τη εμφανίσει τους. Η απλότητα και η καθαρότητα προθέσεων που την ακολουθεί είναι συχνά το δυσκολότερο πράγμα. Η σωρεία αξεσουάρ της καθημερινότητας ουδεμία πρακτική χρήση έχει άλλωστε, ποιος φοράει φουλάρι για να ζεσταίνεται; Αυτά τα γάντια τονίζουν όλη τη σχιζοφρενική ειρωνία της άποψης που έχει για τη μόδα ο κόσμος σήμερα. Τα βρίσκω εξαιρετικά γενναία ως σύλληψη κι εκτέλεση."

(Να δείτε πάντως, που κάποια στιγμή το δελτίο του Star θ' ασχοληθεί μαζί τους-ή με κάτι παρεμφερές. Δις ιζ καταξίωση, ριμέμπερ μάι νέιμ, ριμέμπε, ριμέμπε)

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Κόκκινες πλαστικές καρδούλες

Ο Έρωτας είναι ένα ενοχλητικό σκανδαλιάρικο μωρό, που ακόμα δεν έχει βγάλει τις πάνες και απολαμβάνει τέτοιας ελλιπούς εποπτείας, που παίζει με όπλα (τόξο και βέλη, σιγά τον Ρόμπιν Χουντ δηλαδή) αντί τα καθιερωμένα τουβλάκια, παζλ, μικρά μου πόνυ κ.ο.κ. Επίσης απολαμβάνει φουλ της ατιμωρησίας, κάνει ό,τι μαλακία του κατέβει και μετά περιμένει κι ευχαριστώ για την επίσκεψη.
Προσωπικά, είμαι αρκούντως ζώον ευγνώμον ώστε να μην παραλείπω ποτέ το ευχαριστώ. Δύο φορές δηλαδή μου έκανε την τιμή, ένα βέλος-μια στιγμή-μια καρδιά σμπαράλια (ναι και τις δύο φορές), αλλά ευγνωμονώ, όχι αλήθεια ευχαριστώ.

Ένα βέλος, μια στιγμή. Κι όλα αλλάζουν, ήταν φοβερό. Βέβαια, δεν αλλάζουν όλα προς το καλύτερο, και ούτε κατά διάνοια μεμιάς, ο Έρωτας άλλη όρεξη δεν είχε να λύνει ξένα θέματα, εδώ τη στραβομάρα του τόσα χρόνια δεν μπορεί να κουλαντρίσει, τα υπαρξιακά των πληχθέντων θα κοιτούσε. Η δουλειά του, όπως φαίνεται τουλάχιστον (γιατί παραστατικό δεν έχω δει, ούτε δήλωση εφορίας, ανεξέλεγκτες αι πηγαί μου), είναι να σου φουσκώνει την καρδιά. Πολύ! Και μετά, κόψε το λαιμό σου, τα μαλλιά σου, τα νύχια σου, το κάπνισμα-ό,τι έχεις πρόχειρο. Μετά. Για την ώρα, έχεις μια τεράστια καρδιά κάπου μες στο σώμα σου, υπερευαίσθητη, φωνακλού, υπερβολική, που απαιτεί την προσοχή σου.

Τι να κάνετε με μια τεράστια καρδιά

1) Αγκαλιάστε την. Παρατήστε τα πάντα όλα κι αφοσιωθείτε στην καρδιά σας. Δώστε όλη την προσοχή σας εκεί. Ζήστε μέσα της. Χτίστε το ωραιότερο παλάτι, με το απαλότερο πάπλωμα στο πιο πουπουλένιο στρώμα για την πριγκίπισσα Καρδούλα. Αγνοήστε (...επιδεικτικά; Προαιρετικά) ο, τιδήποτε άλλο, και δηλώστε το ως αναφαίρετο δικαίωμά σας. Τυχόν αντιρρησίες (ναι ακόμα κι ένα βλέμμα της περιπτερούς κρύβει περιφρόνηση, χλεύη, δηλαδή σας ζηλεύει βρε κουτά!) ενδείκνυνται, καθώς ευνοούν το ακόμα σφιχτότερο χουχούλιασμα με την καρδιά σας και όλοι οι άλλοι να πάνε να πνιγούν, να πηδηχτούν, να ξυριστούν (όχι μ'αυτή τη σειρά. Πρώτα να ξυριστούν, πόδια ή μούτρα, μετά να πάνε να πηδηχτούν, με σκοπό να ερωτευτούν -γιατί είπαμε, σας φθονούν!- και μετά, στη χυλωμένη συνειδητοποίηση περί ανικανότητάς των να ζήσουν κάτι αντίστοιχου μεγαλείου με σας, να πάνε να πνιγούν. Νοικοκυρεμένα πράματα.)

2)Πάρτε τη χεράκι-χεράκι και πάτε βόλτα. Μια υπερμέγεθης καρδιά είναι σαν ένα μεγάλο σκυλί. Θέλει παραπάνω φροντίδα από μια γάτα ή καναρίνι ή τσιουάουα, θέλει την κονσέρβα του, τις κροκέτες του (κοινωνική προσφορά: Ξεχάστε ό, τι ξέρατε. Τα σκυλιά δεν κάνει να τρώνε κόκαλα! Εφτά λίαν συντόμως κτηνίατροι το επιβεβαιώνουν. Κάνουν κακό. Διαφημιστές, εικονογράφοι, burn. ). Ένα μεγάλο σκυλί θέλει τρυφερότητα, φροντίδα, αφοσίωση, και ουχί μοναξιά. Βγείτε στα πάρκα, στις ντισκοτέκ, πάντα χεράκι-χεράκι, γρατζουνιστείτε, γαβγίστε, κλάψτε, ατενίστε με βουρκωμένο βλέμμα, ανταλλάξτε υγρά φιλιά. Δέον, προς υπενθύμισιν: Τα σκυλιά θέλουν ιδιοκτήτες. Δεν είναι γάτες να σας υιοθετούν. Φροντίστε να πηγαίνετε την καρδιά σας όπου πάτε εσείς. Δικιά σας είναι άλλως τε. Κι εδώ νοικοκυρεμένα πράματα.

3)Παίξτε μαζί της. Τι αντοχή διαθέτει η φουσκωμένη σας καρδιά; Ευκαιρία να μάθετε. Επιτυχία εξασφαλισμένη, υπάρχει ένα χρονικό στάδιο που η καρδιά, αμόνι να καταπιεί και να πέσει σ'όλους τους γκρεμούς σαν το Κογιότ (τι παρεξηγημένο, δύστυχο πλάσμα!), δεν παθαίνει τίποτα. Τον απέθαντο. Άθραυστη, το Χριστό της δεν καταλαβαίνει, σαν το ψυγείο της γιαγιάς μου ένα πράμα. Ξεχειλώστε τη, ζουπήξτε τη, τσιμπήστε τη, τρίψτε τη με γυαλόχαρτο -οι μεταξωτοί γλουτοί δεν ανέχονται υποψία ξήθρας-, ραπίστε τη, λακτίστε τη, παίξτε πετόσφαιρα... Αντοχή σαν ελαστικά νταλίκας. Για ένα χρονικό περιθώριο, υπενθύμιση. Σε κάθε καρδιά διαφορετικό. Αλλά τι σας νοιάζει; Εγγύηση έχετε; Δικιά σας είναι άλλως τε (επανάληψη). Εσείς κάντε αυτό που κάνετε πάντα: Ζήστε έντονα. Κι αυθόρμητα. Κι ειλικρινά. Και αγνοήστε τυχόν σχόλια περί απερισκεψίας, απωθημένων, παιδαριώδους μαλάκυνσης, αγένειας, εγωισμού. Προέρχονται από τους ζηλιάρηδες ξενέρωτους, τους φοβιτσιάρηδες, τους φλώρους.

4)Κλειδώστε τη. Δεν τη βλέπετε, που έχει γίνει μια φακλάνα πενήντα στρέμματα; Απαπά, πώς θα βγείτε τώρα εσείς έξω, με τι πρόσωπο, που όλοι είχαν να το λένε για την κομψή και περιποιημένη σας καρδιά, κυρία, με τον κορσέ της, με το βέλο της, τα αναθήματά της. Όχι όπως τώρα, αυτό το τεράστιο πράγμα που δεν χωράει ούτε στο μυαλό σας βρε! Γρήγορα στο μπουντρούμι μπουντουάρ, μη τη δει κάνας ξένος. Με τον καιρό θα μάθετε τι να την κάνετε, και πώς να τη χειρίζεστε. Στο μεταξύ μπορεί να ξεφουσκώσει κιόλας, τέλεια, επισπεύδει το σουλούπωμα. Ή, αν το Κωσταλέξι δεν το πολυσυμπαθείτε σαν συνειρμό, κι αφού δεν μπορείτε να κάνετε αλλιώς, φορέστε στην καρδιά σας μια πανοπλία (οι μερακλήδες sur mesure, οι υπόλοιποι από τις παλιές που διαθέτετε, στην ανάγκη νοικιάστε), κλειδώστε τη και πετάξτε το κλειδί στους κροκόδειλους. Η καρδιά σας εκεί μέσα θα μπορέσει να ξεφουσκώσει και να μαραγκιάσει σαν χτεσινό σουφλέ με την ησυχία της. Και κυρίως, με τη δικιά σας ησυχία. Πάρα πολύ νοικοκυρεμένα πράματα.

Τέσσερις απλές συνταγές, ευγενική προσφορά του Λεπιδόπτερου, που μην βιαστείτε να χαρακτηρίσετε την κακιασμένη ειρωνία του ως ερωτική απογοήτευση. Ξορκίζω, αγαπημένοι αναγνώσται. Άλλως τε, θα σας σύστηνα βρε συνταγή που να μην την έχω δοκιμάσει πρώτα εγώ; Βρε;

Κι άντε, τις συνταγές τις είπα. "Μετατικάνουμε", αυτό το παρέλειψα. Βλέπετε, έχω διαπιστώσει ότι πολύ συχνά, μια μεγάλη φουσκωτή καρδιά σπάει σε μικρές πλαστικές καρδούλες. Ναι, αυτές τις φτηνές που βάζουνε στις βιτρίνες και στα κουτιά-έτοιμα δώρα με τα γαλακτώματα σώματος;
Ωσάν ρόδι! Μπαμ! Και πλήθος πλαστικές καρδούλες, φτηνές κόκκινες καρδούλες, πολλές αλλά ουχί άπειρες, ελαφριές και στιλβωμένες και φτιαγμένες κατά παραγγελία κάθε στιγμή ανά εκατομμύρια.
Πονάει η συνειδητοποίηση, πιστεύω. Αλλά. Αλλά, τώρα μιλάω σοβαρά. Είναι οι δικές σας καρδούλες. Μην διανοηθείτε, σας παρακαλώ, να τις πετάξετε στον πρώτο κάλαθο αχρήστων. Μην βιαστείτε να τις χαρίσετε στον πρώτο παραλήπτη φιλιών. Μην σπεύσετε να τις φυλάξετε στο συρτάρι όπου φυλάτε τις προηγούμενες πλαστικές καρδιές σας.

Δείτε τι όμορφα χρώματα κάνουν στο φως!
Κουβαλήστε τις μέχρι το φως. Να δείτε, θα είναι ωραία.

Εκτός αν σας λείπει η μεγάλη φουσκωτή σας καρδιά, οπότε φάτε τις καρδιές σας και ξεχάστε τις -όσο γίνεται- για λίγο καιρό. Λίγο, πολύ, δεν ξεύρω. Ούτε εσείς ξεύρετε. Ούτε αυτός ο παλίμπαις ο Έρωτας ξεύρει. Στην τελικά, θα πω δυνατά αυτό που ξεύρουν όλοι: Αφού συνταγές δεν υπάρχουν, ούτε εγγυήσεις, και την πληγή δεν την γλιτώνετε, κάντε ό, τι σας κατέβει για να έχετε το μυαλό σας (για την καρδιά δεν παίρνω όρκο) ήσυχο. Κάντε ό, τι μα ό, τι θέτε! Και αν φάτε τα μούτρα σας, πράγμα εξαιρετικά πιθανό, ισόποσα πιθανό μάλιστα ακολουθήσετε δεν ακολουθήσετε οδηγό χρήσης, θα τα έχετε φάει ωραία. Θα έχετε όλη την ευθύνη, θα γνωρίσετε τον εαυτό σας, θα τα φάτε όπως θέλετε βρε! Ώρα για δημιουργία λοιπόν!

Το θέμα μου όμως, τώρα, δεν είναι η ερωτευμένη καρδιά. (Άσχετο-σχετικό: Ερωτευμένος, όπως κρυωμένος, συναχωμένος, αγαπημένος. Μετοχή μιας κατάστασης, ουχί ενέργειας. Χμ. )
Το θέμα μου είναι οι κόκκινες πλαστικές καρδούλες.

Βλέπετε, συχνά ο μπέμπακας δεν πετυχαίνει κέντρο. Είπαμε, γκαβομάρα, σαν τη μάνα του, που πήγε και παντρεύτηκε τον Ήφαιστο.* Συχνά μάλιστα, δεν στέλνει καν βέλος, μπορεί απλά να σκουντήξει. Ή το βέλος να έχει βεντούζα στην άκρη. Ή το βέλος να έχει ένα σποράκι, που δεν ξέρεις πότε θα φυτρώσει και πότε θα βλαστήσει και τι θα βγάλει. Έκπληξηηηη! Είπαμε, κωλοπαίδι από τα λίγα.

Συχνά λοιπόν, λέγω, βρίσκεσαι με μια χούφτα κόκκινες πλαστικές καρδούλες στα χέρια σου. Δεν ξέρεις από που προήλθαν. Και δεν ξέρεις τι να τις κάνεις. Τι να τις κάνεις; Που να τις δώσεις; Με ποιον να τις μοιραστείς; Σ'αυτή την κατάσταση είναι το Λεπιδόπτερον εδώ και (αρκετό) καιρό. Λύσεις δεν υπάρχουν, εύκολες ή δύσκολες, γιατί απλούστατα οι κόκκινες πλαστικές καρδούλες δεν αποτελούν πρόβλημα! Απλούστατα, υπάρχουν! Τόσο απλά και τόσο πολύπλοκα.

Αναρωτιέμαι, λοιπόν. Μπορούν άραγες οι κόκκινες πλαστικές καρδούλες να γίνουν μια τεράστια καρδιά; Και αναρωτιέμαι καπάκι: Από μόνες τους δεν είναι όμορφες; Πρέπει να γίνουν μια τεράστια καρδιά; Εμ, τις τεράστιες καρδιές τις ξέρεις. (Να εγώ, στο τσάκα τσάκα σκαρφίστηκα τέσσερις συνταγές.) Ξέρεις να τις διαχειρίζεσαι. Πάντα μέσω άλλων βέβαια, γνωστών φίλων βιβλίων ταινιών τραγουδιών και συμπαρομαρτυρούντων. Που κι αυτοί οι άλλοι, μεταξύ μας δηλαδή, την τύφλα τους ξέρουνε, έχω την υποψία. Απλώς τους έκατσε καλά και στον επίλογο φουσκώνουν και διακηρύττουν σαν τα κοκόρια. Έχω τη βάσιμη υποψία, επαναλαμβάνω, ουχί σιγουριά, κι ευτυχώς που δεν είναι σιγουριά γιατί κάηκα. Αλλά τις καρδούλες; Δεν ασχολείται κανείς με τις καρδούλες, που δεν σε ανυψώνουν, δεν σου δίνουν καμιά (ψευδ)αίσθηση περί μοναδικότητας στο σύμπαν, δεν σε μεταλλάσουν, δεν τα διαλύουν όλα στα εξ ων συνετέθησαν; Πουρκουά;

Εντελώς μεταξύ μας πάντως, εγώ τις δικές μου τις καρδιές θα τις κρατήσω πάνω μου. Για τον ποταπό ή ευγενή λόγο ότι θέλω να έχω κάτι να σκέφτομαι το βράδυ που αγκαλιάζω το μαξιλάρι. (Ελπίζω να παίρνετε κι εσείς το μαξιλάρι αγκαλιά, και να μην εκτίθεμαι ανεπανόρθωτα.) Μέσα μου ξέρω, πως αυτές οι πλαστικές καρδιές είναι πιο σημαντικές. Γιατί είναι δικές μου, φτιαγμένες από τις καταθλίψεις μου και τις απογοητεύσεις μου και τις χαρές μου και τους ενθουσιασμούς μου. Δεν μου πάει να τις αφήσω κάπου μόνες. Είναι εγώ. Υπάρχει λόγος που βρέθηκαν στα χέρια μου, κι ας είναι τόσο απλός όσο "ήταν η ώρα τους να βγουν από μέσα σου". Αγαπάω της καρδιές μου ανάλογα με το αγαπάω τον εαυτό μου. Οκέι, πολύ μελούρα έπεσε, αλλά ειλικρινά, δεν με νοιάζει!

Και ξέρετε (ξέρετε;) πόσο σημαντικό είναι να μη σε νοιάζει ειλικρινά και ήρεμα αυτό που παλιότερα σε ένοιαζε μέχρι πυρκαγιάς. Στο τέλος της μέρας, όταν νιώθεις μια άλφα πικρία κι ένα βήτα σφίξιμο για τις πλουμιστές φουσκωτές καρδιές που παρελαύνουν γύρω σου και μπροστά στη μούρη σου, η σύγκριση σε μειώνει και σε στενοχωρεί. Αλλά νομίζω δεν τίθεται καν σύγκριση. Δεν θα έπρεπε, τουλάχιστον.
Γιατί άλλο να έχεις μια τεράστια καρδιά μ'ένα μόνο παραλήπτη (που, αν δεν ενδιαφέρεται, σκάει ολόκληρη στα μούτρα σου-οι δύο φορές που είπα παραπάνω, ναι και οι δύο) κι άλλο μια πλαστική κόκκινη καρδούλα που μπορείς να τη χαρίσεις όπου σου γουστάρει, χωρίς να περιμένεις τίποτα. (Ακούγεται σαν προμόσιον ε; Σκεφτείτε όμως πόσο συχνότερα κερδίζετε κάτι από προμόσιον παρά από λαχείο.) Όχι ότι αυτό είναι το σωστό, το καθημερινό, το ανθρώπινο και η φουσκωτή καρδιά διαφημιστικό τρικ. Αλλά δεν είναι το ένα το λάθος και το άλλο το σωστό, το ένα το αυθεντικό και το άλλο το υποκατάστατο. Και στα δύο, το κωλόπαιδο ο Έρωτας ευθύνεται.

Τέλος παραληρήματος. Τσάκω μια Γουίτνι, έτσι για να συμπληρώσω τη μελούρα:

*Η Θεά Αφροδίτη Κουκλάρα Καρακαλλόνα πήγε και παντρεύτηκε τον Άσχημο Κουτσό Όλη-μέρα-κι-όλη-νύχτα-πελεκάω-σίδερα (Δία,αυτός ο Ήφαιστος θα με τρελάνει. Γαμώτη!). Λες να ήξερε κάτι παραπάνω, ή απλά η ανασφάλεια βαρούσε μπιέλες και σου λέει, καλύτερα να με κυνηγά αυτός κι εγώ, όντας δεσμευμένη, θελκτικότερη δηλαδή, να κάνω τις τρελίτσες μου με όποιον θέλω;
Ή απλά ήταν κι αυτή γκαβή (γυαλιά δεν φορούσε, δεν ταίριαζαν με το χτένισμα, και φακοί κολύμβησης δεν έχουν βγει ακόμα) και την πρώτη νύχτα είδε τον Ρουμπελστίλτσκιν και γίνανε οι βόστρυχοι πράσα; Δεν θα μάθουμε ποτέ. Αλλά εσείς μια επίσκεψη στον οφθαλμίατρο να την κάνετε. 

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Η περίπτωση Καιτούλα

Άλλο ένα κείμενο-απόπειρα διερεύνησης της Kate Moss;

Πες το κι έτσι.
Αυτή η κοπέλα (πλέον γυναίκα παντρεμένη με μικρό κορίτσι) είναι από τα πλέον πολυσυζητημένα πρόσωπα του καιρού της και των δικών μας καιρών. Πρόλαβε να δει το όνομα της να μπαίνει στα κουτσομπολίστικα περιοδικά ως δόλωμα για να προσέξεις παραπάνω το εξώφυλλο. Για πάρα πολλά χρόνια. Και χωρίς να δίνει συνεντεύξεις. Εγγλέζικη μαγκιά, είναι το προφανές συμπέρασμα.
 Never complain, never explain, riiiight?

Είναι φοβερό πως ένα τόσο μεγάλο εικόνισμα της μόδας περιφρονεί τη μόδα τόσο σνομπ και διακριτικά. Ή μάλλον, είναι φοβερότερο πώς ακόμα το να "μη σε νοιάζει" παραμένει το πιο cool πράγμα σε όλα τα κουλά. Κι εξηγούμαι:

  Για το άχαρο κορίτσι της τρίτης Γυμνασίου που δεν έχει αδιαθετήσει ακόμα, είναι ψηλότερη απ'τα μισά αγόρια της τάξης, έχει πολύ μικρό στήθος και παράξενα χαρακτηριστικά. Εννοείται τρώει το δούλεμα της ζωής της, εννοείται δεν έχει πολλές cool παρέες, εννοείται πως την τσούζει να είναι διαφορετική. Την τσούζει που δεν ζει τα πράγματα που ονειρευόταν καθώς μεγάλωνε, είτε έρωτες είτε μεθύσια είτε ένα μάτσο θαυμαστών είτε μια αυλή φιλενάδων. Η Καιτούλα της μοιάζει, αυτή ίσως να μην μοιάζει με την Καιτούλα, αλλά βλέπει μια κοπέλα να ζει το παραμύθι της Σταχτοπούτας καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη και, όσο να πεις, ταυτίζεται. Γιατί ναι μεν της Καιτούλας τεμενάδες της κάνουνε, αλλά αυτή ούτε να καταδεχτεί να γίνει κοσμική περσόνα όπως είναι για παράδειγμα η εγχώρια Χρουσαλά. (Η σύγκριση νομίζω μόλις με έστειλε στη στρατόσφαιρα.) Κι ωστόσο, πάντα ευγενική και λιγομίλητη κι απρόσιτη, σαν κανονική πριγκίπισσα.
Το κορίτσι μπορεί να μεγάλωσε, να πέρασε κάπου με καλό βαθμό, αλλά δεν μεταμορφώθηκε, δεν έγινε η πεταλούδα που πρόσμενε. Παραμένει διαφορετική, αλλά μετά από χρόνια αναγκαστικής σιωπής, έχει μάθει να παρατηρεί πολλά. Το βλέμμα της, συνειδητοποιεί, είναι όλη της η ύπαρξη. Βλέπε Καιτούλα. Τι χαλασμός πια γίνεται γι'αυτό το βλέμμα! Εύθραυστο το λέει ένας, ελαφίσιο ο άλλος, ανασφαλές, δυναμικό, κοριτσίστικο, άφυλο, ανδρόγυνο, παιδικό, μυστηριακό, νωχελικό, αφ'υψηλού, ακατάδεχτο, μαγνητικό, μαστουρωμένο. Όλοι έχουν μια άποψη για το βλέμμα της Καιτούλας. Αυτή δεν μιλάει, μπορεί απλά να χαμογελάσει ευγενικά συγκαταβατικά, και να συνεχίσει απλά να κοιτάει. Και οι άλλοι συνεχίζουν να την κοιτάνε. Και να σχολιάζουν φωναχτά, με ύφος ειδήμονα, γιατί αυτοί ξέρουν καλά κοριτσάκια σαν την Καιτούλα, μπορούν να τα αποκρυπτογραφήσουν. Και συνεχίζουν να την κοιτάνε και να σχολιάζουν.
Άβαφη, με το κινητό και τα τσιγάρα της και το βλέμμα της. Προσέχεις το βραχιόλι της, το δαχτυλίδι της, τα μαλλιά της.

Για το κορίτσι που συνεχίζει να μεγαλώνει, οι ονειροφαντασίες φεύγουν. Δεν περιμένει πια κανένα να της πει "Είσαι τόσο απόμακρη, που οι άντρες σε φοβούνται" ή "Δεν φοράς τίποτα εξεζητημένο, κι όμως πάντα ξεχωρίζεις." Μια πικρία της μένει. Ε, λογικό. Δουλεύει, αφοσιώνεται στη δουλειά της, νιώθει πως έχασε χρόνο, νιώθει ακόμα κάπως διαφορετική. Δουλεύει, εργάζεται ουσιαστικά. Στο μεταξύ, Παρασκευές και Σάββατα είναι τόσο κουρασμένη που δεν βγαίνει καν-κι αν βγει, μέχρι τις δώδεκα, συχνά με φαρδιά, άνετα,ρούχα χωρίς σουτιέν από μέσα και τα μαλλιά όπως να'ναι.Είναι κουρασμένη, και φεύγει καπάκι αν κάτι την ξενερώσει.
Άψογο σινιόν; Γιατί; Κανείς δεν είναι άψογος.

Το κορίτσι συζητιέται, πολύ. Είναι όμορφη, αλλά επειδή δεν το ξέρει, έχει δώσει βάση σε άλλα πράγματα. Νιώθει ότι είναι ελκυστική. Είναι γλυκόπικρη, επίσης. Περιφρονεί πλέον συνειδητά τις νόρμες και τα κομ ιλ φο, έχει δει τους τίμιους παίκτες να καθαρίζουν τις κερκίδες μετά τη λήξη. Δεν ασχολείται με τα κουτσομπολιά, όχι τόσο από ανωτερότητα, όσο από απάθεια. Νιώθει πάντα διαφορετική, δεν ανακατεύεται σε συζητήσεις, δεν ρωτάει, όταν τη ρωτάνε λέει τη διαφορετική της γνώμη ήσυχα, χωρίς να απαντάει σε κάποιον. Φοράει τακούνια, της αρέσουν, και δεν τη νοιάζει που είναι ψηλότερη απ'τους περισσότερους άντρες. Θυμάται την Κέιτ Μος με τη λίγη νοσταλγία που θυμάται τα περασμένα της. Επιδεικνύει όλες τις δεξιότητες στη δουλειά της. Έχει κερδίσει παραπάνω από το σεβασμό των ανθρώπων: Την χρειάζονται, είναι απαραίτητη. Δεν χρειάζεται την αποδοχή των άλλων. Αδιαφορεί, βαριέται να προσβάλλει με δηλητηριώδεις ατακάρες, απορρίπτει μπαμ και κάτω χωρίς να το ξανασκεφτεί. Το έχει ήδη σκεφτεί. Αγαπάει τη ζωή της. Θέλει να βρει έναν άνθρωπο, όχι ένα πρίγκιπα, που να ένιωθε κι αυτός όλη του τη ζωή διαφορετικός, για να ζήσουν μαζί απλά και όμορφα. Κανονικά!
Η Καιτούλα διαφημίζει Σανέλ. Με το μειδίαμά της και το φρέσκο της μαλλί. Η απόλυτη καταξίωση για ένα μοντέλο, μια μισοξεχασμένη δουλειά "ρουτίνας" για την Καιτούλα. Μαγκιά;
Όχι τόσο, όσο απλότητα. Όταν έχεις κάτι ξεχωριστό, μην το αμπαλάρεις, μην το αμβλύνεις, μη το μετριάζεις. Ρίχτο, στα μούτρα τους. Ή θα θαμπωθούν και θα σε λατρέψουν ή θα τυφλωθούν και θα σε απορρίψουν. Απαρατήρητη; Συχνά, αλλά δίνει την εντύπωση ότι θέλει. Ότι τα έχει όλα figured out.
Τι φοράς σε μια υπερβολικά κυριλέ δεξίωση, όπου πλημμυρίζει ο τόπος σταρλετίτσες και σταρούμπες, κορμιά θανατηφόρα και ολόσωμα "λαστέξ"; Μα, φυσικά, ένα καλοραμμένο κοστούμι στο στιλ σου. Εννοείται πως σέβεσαι την περίσταση, δεν φοράς τζινάκι, όπως δεν θα φορούσες τζινάκι σ'ένα γάμο. Αλλά πάντα υπάρχει χώρος να αυτοσαρκαστείς λιγάκι, να κάνεις την πλάκα σου και τη διαφορά σου, και ν'αφήσεις μετά να γράφονται κείμενα επί κειμένων για την επιλογή σου.Που παραπέμπει ξεκάθαρα σ'αυτό:
Βρείτε τις διαφορές, γενικώς. Κοκαλιάρες, ρηξικέλευθες, χωρίς να το πολυψάχνουν. Άλλαξαν τα πράγματα χωρίς να δείχνουν πως το ανέλυσαν και πολύ, ή λίγο. Φυσικά και όλο αυτό το χυμαδιό δεν πείθει πάντα, και μια χαρά στημένο κόλπο θα μπορούσε να είναι. Αλλά, αλλά, γίνεται στιλάτα. Διδάσκει νέους τρόπους σκέψεις. Φέρει νέα ήθη. Στη μόδα, και στις διαπροσωπικές σχέσεις (μεγάλο θέμα αυτό, αναλυτέο σε δικό του κείμενο.).

Η Κέιτ Μος πουλάει, και γιατί είναι καλή σ'αυτό που κάνει, και γιατί κάνει κάτι εντελώς δικό της. Δεν κάνει ό,τι κάνουν τ'άλλα μοντέλα. Δεν το παίζει γκόμενα, δεν κρατάει τσάντες της σεζόν, δεν φοράει ό,τι της πούνε οι σχεδιαστές αποκλειστικά. Τα πίνει, καπνίζει, και δεν το κρύβει. Γιατί άλλωστε; Δεν είναι κανένα πρότυπο, αιθέριο πλάσμα που τα τσίσα του μυρίζουν βιολέτες. Ούτε είναι επαναστάτρια κατ'επάγγελμα, να προκαλεί για να προκαλεί. Κάνει αυτό που της κατέβει, είτε αυθόρμητο, είτε στημένο, είτε στραβό, είτε κατακριτέο, είτε θαυμαστό, είτε πρωτοποριακό. Με ή άνευ πολλής σκέψης. Κι αφήνει τους υπόλοιπους στην ησυχία τους, να σοκαριστούν, να θαυμάσουν, να κρίνουν-να εκτεθούν, δηλαδή. Ενώ αυτή κρατάει ανέμελα τη sprezzatura της ακέραιη. Τόσο ανέμελα, που και θρύψαλα να γίνει, αυτή μάλλον απλώς θα γελάσει και θα συνεχίσει τη δουλειά της.
Φανταστείτε η Cara Delevingne να της κλέβει δουλειές. Θα πτοηθεί η Καιτούλα; Άντε καλέ! Θα θυμόμαστε την Κάρα μετά από δυο χρόνια; Χμ.
(Αν και η Καιτούλα μένος έδειξε προς τη Σιένα Μίλερ, άξια εκπρόσωπο του νεο-χαλαρού στιλ αλλά και ομορφότερη. Τζουντ Λο η μία, Τζόνι Ντεπ η άλλη βέβαια, να λέγονται αυτά εν ώρα συγκρίσεων. Βέβαια τη Σιένα Μίλερ παίζει να σας τη θύμισα εγώ, τώρα. Ενώ η Καιτούλα, σταθερή αξία στο χρόνο.)

Στην τελική, η Καιτούλα υπενθυμίζει πάντα πως είναι άνθρωπος, με κυτταρίτιδα και σπυράκια και τσιγάρα, και δεν το παίζει αψεγάδιαστη. Μεγάλη αλήθεια αυτό, και δύσκολο να το νιώσεις άμα σου λείπει: Τα καλύτερα θα συμβούν σε σένα, τώρα, όχι όταν θα'σαι όπως θέλεις να είσαι. Όποιος το καταλαβαίνει αυτό μαθαίνει το ύψος του και τι χρώμα έχουν τα μάτια του. (Ποιητική αδεία.)

Παράλληλα, η Καιτούλα παραμένει διαφορετική. Όπως είμαστε όλοι. Ατρόμητη; Δεν γνωρίζω, δεν μ'ενδιαφέρει. Μου αρκεί που ντύνεται με το δικό της τρόπο, χωρίς να φοράει έντονα λογότυπα ή χτυπητά ρούχα σχεδιαστών. Σιγά μην τους κάνει τζάμπα διαφήμιση. Άμα θέλουν, ας την πληρώσουν.
Εξαίρεση ο Αλέξανδρος, που ήταν και φίλοι. Το φουλάρι αυτό είναι πλέον σήμα κατατεθέν.Δεν το φόρεσε μόνο η Καιτούλα, αλλά αποτέλεσε είδηση: "Το φόρεσε ΚΑΙ η Καιτούλα!"
(Αν κι έχει παραγίνει το κακό με τις νεκροκεφαλές, να το πω. Σχόλια περί θνητότητας και φθοράς σε προϊόντα a priori περιορισμένης ζωής; Χμ-χμ.)

Εγώ αγαπάω αυτό εδώ. Έχω φτιάξει παραλλαγές του, το χαίρομαι. Νιώθω σοφιστικέ. Ήτοι, το μέσον δύο άκρων: συντηρητικούρα κι εξαντρίκ. Το ζω, το ομολογώ.
Δεν πειράζει αν τα μπατζάκια είναι λίγο μεγάλα,ίσα ίσα εντείνει το ανεπιτήδευτο. Βλέπε "έριξα ό,τι μου γυάλισε", και τυχαίνει η γαρδαρόμβα μου να αποτελείται από τέτοια γαμάουα ρούχα.
Γιλέκο μέσα από παλιακό πανωφόρι, λίγη κοιλίτσα να ξεμυτίζει από το φανελάκι που φοράς στον ύπνο. Ξύπνησα σαν να λέμε και είχα πέντε λεπτά καιρό να ετοιμαστώ, στο κάτω κάτω στο δρόμο θα βγω, και φοράω τζιν, πόση προσπάθεια απαιτείται; Η λιγότερη. Και τα-νταααα!

Εν κατακλείδι; Η Καιτούλα αφήνει αδιάφορους κάποιους ανθρώπους, αλλά είναι περισσότερες οι ξινισμένες φάτσες που τη χαρακτηρίζουν ανορεξικιά (και μετά κάνουν τα πάντα για να αδυνατίσουν, οποία ειρωνία) κι ακόμα περισσότεροι οι άνθρωποι που επηρεάζονται εκουσίως και γράφουν κείμενα γι'αυτή και το στιλ της. Που είναι το αυτονόητο: Στυλ, κι ουχί μόδα. Διαφορετικό σε όλους τους ανθρώπους, και το βρίσκεις όταν σταματήσεις ν'αγχώνεσαι για τη φωτογένεια της διαφορετικότητάς σου.

(Προτιμάς να παίζεις σύμφωνα με τους κανόνες,να τους πηγαίνεις κόντρα,να τους διαπραγματεύεσαι ή να φτιάχνεις τους δικούς σου; Η Κέιτ Μος σου δείχνει, κάθε φορά, ότι οι δικοί της κανόνες είναι αυστηρά προσωπικοί- αν ντυθείς σαν αυτή, θα έχεις το στιλ της Κέιτ Μος. Δανεικό. Δεν θα έχεις στυλ.)