Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Σχέση κοινωνικής κατανάλωσης

 Σήμερα άλλαξα τα σεντόνια και καπάκι τα έβαλα στο πλυντήριο, μαζί με δυο μπουρνούζια, στους 60 βαθμούς στο πρόγραμμα για τα συνθετικά (κρατάει αρκετά πιο λίγο από τα βαμβακερά).

 Μεγαλώνουμε με το όνειρο που γίνεται ανάγκη και εν τέλει υποχρέωση: να έχουμε σχέση με έναν άνθρωπο, μακροχρόνια, υγιή, να είμαστε μαζί, και να προχωράμε μαζί. Είναι τόσο δυνατό αυτό το σποράκι που βλασταίνει πάντα και κάνει ρίζες δυνατές. Έχει σκληρά αγκάθια κι ανθίζει κάθε εβδομάδα. Και μεγαλώνουμε καταγράφοντας στόχο στο χάρτη μας "να βρούμε σχέση". Κι ο καθένας έχει ξεχωριστό φυλλάδιο οδηγιών προς επίτευξιν τούτου του στόχου. Την ειλικρίνεια, την ανανέωση, τον χειρισμό, τα λευκά ψέματα, την επιβολή, την ψυχολογική βία, και άλλα, και άλλα πολλά. Με διαφορετικές τεχνικές, συμπεριφορές κι αντιδράσεις σε καθένα μας. Στόχος παραμένει να βρούμε έναν άνθρωπο να χαρίσουμε τα λουλούδια μας και να μας χαρίσει κι αυτ@ τα δικά του. Αν υποστηρίξεις μια αντίθεση στις αγροκαλλιέργειες, γίνεσαι πολύ ενδιαφέρον αντικείμενο μελέτης. Τι σκατά πάει στραβά μαζί σου; Είναι δυνατόν να μη θέλεις σχέση; Μπα, θεεέλεις κατά βάθος, δεν γίνεται να μη θέλεις. Απλά είσαι κακομαθήμέν@. Ή πληγωμέν@. Ή δειλ@. Ή όλα τα παραπάνω. Σ' ένα κόσμο που διαθέτει πλήρη κατανόηση και χίλια δυο ματζούνια στο παράπονο των μπακουριών και των χωρισμένων, εσύ και δεν έχεις σχέση και δεν παραπονιέσαι; Δεν καταλαβαίνεις ότι κάτι σου λείπει;

 Δυο ζευγάρια σεντόνια, ένα μονό, ένα διπλό. Εκεί που ξέστρωνα τσουπ, ξεγλίστρησε μια μαξιλαροθήκη και την είδα μετά, αφού είχα βάλει το πλυντήριο να πλένει, ξαπλωμένη προκλητικά στο χαλί, που θέλει κι αυτό καθάρισμα ή πέταμα.

 Δεν ψάχνω σχέση. Δεν ψάχνω σχέση όπως αυτή εννοείται και συζητείται. Δεν θέλω τελετουργίες που δεν με εξυπηρετούν, να στείλω μήνυμα για καληνύχτα, να πάμε μαζί στο γάμο που σε κάλεσαν, να πας για καφέ με την παρέα σου και να πρέπει να έρθω κι εγώ. Φυσικά μπορώ να μην τα κάνω όλα αυτά, αλλά μετά υφίσταμαι συνέπειες κοινωνικά επιταγμένες, και δεν φταίω κιόλας. Δεν θέλω ρουτινιάρικα μηνύματα υποχρεώσεις- θέλω όταν μου έρθει να σε ταράξω στα μηνύματα και μετά να έχουν τα ες εμ ες τη δική μας σημειολογία, τη δικιά μας αξία. Δεν θέλω να έρθω στο ξένο γάμο σαν τη γλάστρα-αν είναι απαραίτητη η παρουσία μου εκεί για να μη βαριέσαι, γιατί δεν πας μόνο στο μυστήριο και να φύγεις προτού βαρεθείς; Και γιατί πρέπει να πηγαίνουμε σαν τα διδυμάκια, πρέπει να κατοχυρώσω στα μάτια τ@ κάθε άσχετ@ ότι τι; Ότι είμαστε μαζί; Ότι είμαστε πιασμένοι, μακριά τα χέρια σας; Ότι σε στηρίζω επειδή ήρθα σ' ένα γάμο να φάω τζάμπα; Δεν είμαστε έτσι μαζί. Δεν είμαστε πιασμένοι. Χέστηκα για τη γνώμη τ@ κάθε άσχετ@, κι αν τη συμμερίζεσαι, δεν μπορώ να τη συμμεριστώ κι εγώ επειδή βολεύει. Εσένα, εμένα, το σόι, τις παρέες, τ@ κάθε άσχετ@.

 Έπιασα λοιπόν τη μαξιλαροθήκη και την έστειλα να κάνει παρέα στα υπόλοιπα άπλυτα, στο καλάθι. Θα μπει, μόνο ασπρόρουχο, στην επόμενη συνεδρία.

 Δεν έχω κανένα πρόβλημα που δεν θέλω σχέση κοινωνικής κατανάλωσης. Το έχω χωνέψει και είμαι πολύ μια χαρά με μένα. Τσατίζομαι όταν πρέπει να εξηγούμαι και μετά να βλέπω το μάτι του ροφού ("Δεν κατάλαβα Χριστό") και μετά το καθησυχαστικό χαμόγελο "ε καλά μωρέ τώρα" που σημαίνει ότι δεν ενδιαφέρει καν τον συνομιλητή μου να καταλάβει, και στην τελική θα μεγαλώσω κάποια στιγμή και θα "δω αλλιώς τα πράγματα". Δηλαδή σωστά. Δηλαδή όπως τα βλέπει εκείν@. Μετά μου περνάει. Κυρίως γιατί λυπάμαι τους ανθρώπους που έχουν συνειδητοποιήσει ότι το σποράκι μέσα τους δεν εξυπηρετεί και πολλά, αλλά δεν διανοούνται καν να το ξεριζώσουν, να το κλαδέψουν, να το μπολιάσουν. Το έχουν μέσα τους σαν υποχρεωτικό Θεό και προσπαθούν να βρουν ομοίους που δεν θα χρειάζεται να εξηγήσουν πόσο ενοχλητικό και απαραίτητο τους είναι αυτό το φυτό. Σπανίως βρίσκουν, κι ας είναι τόσοι πολλοί. Ίσως φταίνε τα αγκάθια. Ίσως φταίνε που τα λουλούδια επιμένουν να ξαναβγαίνουν.

 Είχα πολύ καιρό ν' αλλάξω τα διπλά σεντόνια. Είχαν ιδρώτα, όχι μόνο τον δικό μου, και το αποτύπωμα μιας μικρής κόκκινης πλαστικής καρδούλας. Τώρα πια πλύθηκαν, δεν έχουν τίποτα. Μυρίζουν μαλακτικό.

 Έχω ένα θεματάκι με την έκθεση. Γενικά έχω θεματάκια. Αλλά ας πούμε για την έκθεση. Μάλλον παραπαίρνω τον εαυτό μου στα σοβαρά, τι να πω. Συνεπώς μάλλον έχω υπερβολικές απαιτήσεις από τους γύρω μου. Με τρομάζει όμως, με φοβίζει, αυτή η πλήρως απενεχοποιημένη νοοτροπία. Δοκιμάζουμε και όπου μας αρέσει σταματάμε. Γινόμαστε πρώτα κουκλιά ζωγραφιστά, βγάζουμε τρομερά κολακευτικές φωτογραφίες, κατάλληλα επεξεργασμένες πριν και μετά, ντυνόμαστε όπως θέλουμε αλλά πάντα με γνώμονα να είμαστε ελκυστικ@ τρόπον τινά. Και βγαίνουμε στη γύρα. Ρίχνουμε δίχτυα αναλόγως τα δολώματά μας. Και περιμένουμε. Και δοκιμάζουμε. Και αν κάτι μας αρέσει, καθόμαστε και βγάζουμε το μπλοκάκι και τικάρουμε με βελάκι τα όσα υποχρεούται να έχει το έτερον ήμισυ. Από λεφτά μέχρι γούστο της αρεσκείας μας στο ντύσιμο. Αυτό που με βγάζει εκτός εαυτόν είναι η νοοτροπία πως κάνουμε και χάρη στο έτερον ήμισυ, και αν κάτι δικό μας δεν αρέσει, να η πόρτα. Ενώ από την αρχή ξεκαθαριστήκαμε, είπαμε τι είμαστε και τι ψάχνουμε, αν ζητάς κάτι άλλο, έπρεπε να το πεις από την αρχή. Δεν είναι οι άνθρωποι μοντέλα λάπτοπ και εγώ αρνούμαι να με δω ως προϊόν με ημερομηνία λήξης και εγγύηση επιστροφής αισθημάτων.

 Τα σεντόνια πλύθηκαν και τα άπλωσα. Μυρίζουν ακόμα μαλακτικό. Θα τα σιδερώσω κάποια στιγμή και θα μυρίζουν ακόμα καλύτερα, κρουστά, φρεκοπλυμένα, καλοδιπλωμένα, να περιμένουν στο ντουλάπι.

 Προτιμώ να μην παίξω. Προτιμώ να μην μπω σ' αυτό τον άθλιο συναγωνισμό. Δεν θέλω. Προτιμώ να χαρίζω τα λουλούδια μου σε τυχαίους παραλήπτες, χωρίς το άγχος την εξωράισης, χωρίς να περιμένω να πάρω κι εγώ λουλούδια ίσης αξίας. Προτιμώ, με όλα τα στραβά που έχει κι αυτό, να ταίζω το φυτό μου με ό, τι βρω, όταν πεινάει πάρα πολύ. Δεν θέλω τέτοια αστραφτερά ψιμμύθια, δεν θέλω τόσο απάνθρωπες και πλήρως δικαιολογημένες και υποχρεωτικές συμβάσεις. Δεν θέλω. Δεν αντέχω να πρέπει να συμβιβάζομαι εκ των προτέρων, μόνο για να πάρω εισιτήριο, και να πρέπει να αντιμετωπίσω αδιαφορίες, κυνισμούς και τσαμπουκάδες σαν πράγματα αναπόφευκτα και φυσιολογικά και υγιή.

 Προτιμώ να κάνω τα δικά μου λάθη και να μετανιώνω γι' αυτά όταν τα καταλάβω. Μόνο τότε. Αλλάζω τα σεντόνια μου όταν θέλω κι όταν χρειαστεί, όχι κάθε Σάββατο. Και τα σιδερώνω. Και τα πλένω στους 60 βαθμούς, στα συνθετικά, και μυρίζει όλο το σπίτι πλαστικό μαλακτικό, και τα σιδερώνω δυο τρεις εβδομάδες μετά που στεγνώσουν. Ή αμέσως. 'Οποτε μου έρθει. Και δεν είναι κανενός δουλειά παρά δικιά μου.

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Πες μου ένα παραμύθι για να ξυπνήσω.

Η μικρή ξανθόμαλλη σειρήνα.

 Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε στο βυθό μιας θάλασσας απλησίαστης από τους ανθρώπους μια μικρή ξανθόμαλλη σειρήνα, άνευ ονοματεπωνύμου και αφιμί. Βλέπετε, τύγχανε πριγκιποπούλα, ο μπαμπάς Απόλυτος Άρχων του Βυθού, οπότε ασφαλής και σελέμπριτι από τότε που ήτο πλαγκτόν-δεν χρειάστηκε να αγχώνεται περί ταυτοτήτων και ληξιαρχείων. Είχε και άλλες 9 αδερφές, ήτο δε και ορφανή. (Κακομοίρη Άρχοντα, με δέκα κοπελιές στην εφηβεία, χωρίς μάνα και χωρίς διάδοχο, θα έλεγαν πολλοί.) Περνούσε τις μέρες της εξερευνώντας τα ναυάγια και τραγουδώντας. Είχε πολύ όμορφα ξανθά μακριά μαλλιά, το πλατινέ του πάγου, χωρίς σκούρες ρίζες-ο φθόνος της τραγουδιάρας σαν να λέμε. 
 Είχε μια ιδιαιτερότητα. Της άρεσε πάρα πολύ ένας άλλος κόσμος. Ο κόσμος των ανθρώπων. Ίσως είχε μπουχτίσει να τρώει πεταλίδες και να αναπνέει όντας αναγκασμένη να πίνει νερό θαλασσινό μολυσμένο Τρίτων οίδε με τι, κι ας την διαβεβαίωναν ότι το ιώδιο τα απολυμαίνει όλα. Δεν ήταν σιχασιάρα, την είλκυε το διαφορετικό, ήθελε να βγει απ'το πετσί της και να ζήσει στον κόσμο που τα ναυάγια ήταν καινούρια, αστραφτερά και δυνατά καράβια. Συχνά έκανε σκασιαρχείο από το οικογενειακό τραπέζι κι έβγαινε στην επιφάνεια και χάζευε την ακτή, εκεί που ο αέρας είναι τόσο δυνατός και ο ήχος τόσο πιο καθαρός και τα χρώματα πολύ έντονα. Φοβόταν λίγο, αλλά ενθουσιαζόταν περισσότερο. Ήταν ήσυχη, κρατούσε τις περισσότερες σκέψεις μέσα της. Δεν θεωρείτο κάτι παραπάνω από εφηβική ανησυχία η εμμονή της να βγαίνει στον αφρό. Δεν πονοκεφάλιαζε κανέναν, γενικώς.
 Ώσπου ένα πανέμορφο σούρουπο (όλα τα σούρουπα, δειλινά, ηλιοβασιλέματα είναι πανέμορφα, αλλά αυτό ήταν je ne sais quoi) βγήκε να πάρει τη δόση της και αντίκρισε, εκεί κοντά, ένα μεγάλο όμορφο καράβι με μουσική και γέλια. Αστραφτερά φώτα σε πολλά χρώματα ξεσπούσαν συνέχεια στον ουρανό, μπλέκανε στις ανταύγειες των τελευταίων ηλιαχτίδων, υποσχέσεις και όνειρα πέθαιναν γλυκά. Ε, μαγεύτηκε το κορίτσι. Σιγά σιγά, με την ουρίτσα της ίσα να αργοσαλεύει, ανάσαινε βαθιά, έπαιρνε τζούρες από την ομορφιά, να μην της την πάρουν, να τη φυλάξει μέσα της. Άκουσε ότι τα φώτα που έσκαγαν στον ουρανό ήταν πυροτεχνήματα, και ήταν προς τιμήν του πρίγκιπα που είχε γενέθλια. Τον είδε; Δεν τον είδε; Περισσότερο τον αισθάνθηκε. Και όλη αυτή η εμπειρία της βραδιάς που ερχόταν εξερράγη μέσα της, έγινε έρωτας και λαχτάρα για τον πρίγκιπα κι όλα όσα αυτός μετουσίωνε και συμβόλιζε.

 Μια στιγμή, γιατί όλα σε στιγμές ανατρέπονται, μια μικρή φλόγα έπεσε στο πανί του καραβιού. Kι έγινε η σπίθα πυρκαγιά. Σε δευτερόλεπτα όλο το πλοίο είχε γίνει φλεγόμενη βάτος. Οι ασφαλιστικές εταιρίες της εποχής σίγουρα θα είχαν μεριμνήσει για τα παραθυράκια τους, άλλωστε ποιο πλοίο που σέβεται το σκαρί του γίνεται φόκος σε λεπτά; Το πριγκιπικό πάντως, έγινε στάχτη και μπέρμπερι, τσάκισε στα δυο και ο βυθός άρχισε να καλοδέχεται φρεσκοπιασμένους ανθρώπους, τροφή-λουκούμι για την πανίδα της θάλασσας. Ποιος ξέρει; Αν η γοργόνα δεν είχε προλάβει να ερωτευτεί, ίσως να κολυμπούσε σφαίρα στο βυθό, να συμμετάσχει στο πλιάτσικο. Αλλά ο κόσμος της τώρα δεν ήταν το σπίτι που μεγάλωσε, ήταν ένας άνθρωπος, κάτι ολότελα ξένο σ' αυτήν. Είχε ξεφύγει από τον κόσμο της. Αλλά πού θα μπορούσε να πάει τώρα;
 Έπρεπε, καταρχήν, να βρει τον πρίγκιπα και να τον σώσει. Κόρη της θάλασσας, δεν φοβόταν τις ρουφήχτρες, τη βροχή, τους κεραυνούς. Δεν φοβόταν και πολλά πράγματα. Οι άνθρωποι όμως φοβούνται τη θάλασσα, δεν ξέρουν πώς να της δοθούν, και δεν ξέρουν πώς να παλέψουν εναντίον της. Ένας ένας εγκατέλειπε τη μάχη. Η σειρήνα έφτασε στον πρίγκιπα τη στιγμή που αφηνόταν να τον καταπιεί ένα κύμα. Δεν είδε τη γοργόνα. Δεν κατάλαβε πώς έφτασε στην ακτή, μετά από μιας νύχτας κολύμπι. Η δε γοργόνα, σίγουρα δυσκολεύτηκε, γιατί το κορμί της και την ουρά της τα κουλάντριζε στην εντέλεια, αλλά άντε να κουβαλάς κι ένα πλάσμα που δεν κολυμπάει και δεν αναπνέει στο νερό. Ήταν όμως τόση η συγκίνηση που είχε τη ζωή του αγαπημένου της στα χέρια της και την καρδιά του στην αγκαλιά της, που δεν πρόλαβε να κουραστεί, να δυσανασχετήσει, να το σκεφτεί καν. Τον άφησε μαλακά στην αμμουδιά και τον κοιτούσε να κοιμάται. Να αναπνέει εύκολα τώρα αέρα. Τον αγαπούσε όσο δεν είχε αγαπήσει τίποτα-λογικό, άλλωστε είχε μάθει να αγαπάει τα υπόλοιπα. Εκείνος όμως ήταν επιλογή της. Ή μήπως δεν ήταν; Γιατί τον αγάπησα; αναρωτήθηκε. Δεν την ένοιαζε η απάντηση, άλλωστε το γεγονός ότι τον αγαπούσε ήταν το πιο συναρπαστικό, δεν άφηνε πολλά περιθώρια.
 Έξαφνα άκουσε φωνές. Συνειδητοποίησε ότι γλυκοχάραζε. Ο ήλιος σιγά σιγά ερχόταν, και μαζί του οι άνθρωποι, οι όμοιοί του. Κρύφτηκε πίσω από ένα βράχο χωρίς να συνειδητοποιεί τι κάνει. Και είδε μερικές κοπέλες να έρχονται βιαστικά με φωνές προς τον πρίγκιπα. Μία έσκυψε επάνω του, να δει αν αναπνέει ή αν η θάλασσα είχε απορρίψει ένα πτώμα, του είχε χαρίσει μια ταφή στη γη του, κοντά στη μάνα του. Οι φωνές της, η κίνησή της, ξύπνησαν τον πρίγκιπα και άνοιξε τα μάτια του τη στιγμή που η κοπέλα τον κοιτούσε στα μάτια. Ε, αυτό ήταν. Άμα έχεις γλιτώσει από του Χάρου τα δόντια, ψάχνεις αμέσως να βρεις κάποιον να ευγνωμονείς, γιατί η ύβρις και η αχαριστία τιμωρούνται ανέκαθεν και δεν έχουν καν τον δεδομένο οίκτο που έχουν άλλα, περισσότερο θανάσιμα αμαρτήματα. Ο πρίγκιπας πίστεψε πως αυτή η άσχετη κοπέλα του έσωσε τη ζωή. Και βιάστηκε να την ερωτευτεί. Γιατί τι καλύτερο από το να αγαπάς τον πιο χρήσιμο σε σένα; Τι πιο βολικό από το να προσφέρεις την αγάπη σου, πολύτιμο αντίδωρο στον προστάτη σου; Με τις συνήθεις ανακολουθίες του έρωτος, ο πρίγκιπας, που τζιμάνι δεν τον έλεγες, πίστεψε και πείστηκε ότι η άσχετη η ατσαλάκωτη η εντελώς στεγνή κοπέλα πάνω του τον έσωσε από την φουρτούνα ανοιχτά του πελάγους. Και την ερωτεύτηκε.
 Ο αληθινός σωτήρας, ανιδιοτελής και βουβός (όπως το συνηθίζουν οι αληθινοί σωτήρες, μεταξύ μας) συνέχιζε να παρακολουθεί πίσω από το βράχο, να διασφαλίσει την ασφάλεια του πρίγκιπα, γιατί δεν λέει να έχεις γλιτώσει από κατακλυσμό και να πεθάνεις στην αμμουδιά. Τον είδε να φεύγει, τον είδε να κοιτάει με παράξενο τρόπο την κοπέλα, κατάλαβε ότι αυτός παρεξήγησε, νόμισε ότι η άλλη τον είχε σώσει. Δεν σκέφτηκε περαιτέρω. Τον αγαπούσε βλέπετε.

 Τον αγαπούσε τόσο, που γύρισε στο βυθό και ένιωσε να πνίγεται. Δεν είχε πια θέση εδώ, η ζωή της ήταν μακριά απ' το νερό, στη στεριά, στον πρίγκιπα. Έπρεπε να πάει εκεί, έπρεπε να ζήσει. Έπρεπε να γίνει άνθρωπος και να απαρνηθεί τη θάλασσα. Κρυφά απ' όλους, πήγε στη μάγισσα γοργόνα του βυθού. Ήταν μέρος απαγορευμένο και από τα πράγματα που φοβόταν: να παρακούσει εντολές, και να πάει στη μάγισσα, που χίλιες ιστορίες ακούγονταν γι' αυτήν. Η μάγισσα ήταν απλά πολύ γριά και είχε δει πολλούς κόσμους να πνίγονται στη θάλασσα και είχε μάθει πολλά μυστικά. Δεν ενοχλούσε κανένα, αλλά ήξερε ότι η γνώση είναι φοβερή και καλύτερα, συλλογιζόταν, που δεν ήταν προσβάσιμη σε όλους. Έρχονταν σ' αυτήν μόνο εκείνοι οι απελπισμένοι, που δεν ξέρουν τι να κάνουν και θέλανε λίγη ακόμα γνώση για να συνεχίσουν να ζουν. Ως τότε, καλύτερα, πολύ καλύτερα που την είχανε για μπαμπούλα και την αφήνανε στην ησυχία της. Η μικρή γοργόνα της ζήτησε να γίνει άνθρωπος, να έχει πόδια να περπατάει και να αναπνέει αέρα. Η μάγισσα της είπε ότι γινόταν, αλλά για να πάρεις κάτι πολύτιμο πρέπει να δώσεις κάτι πολυτιμότερο. Αν έδινε την υπέροχη φωνή της, θα μπορούσε να αναπνέει αέρα, όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι, αλλά δεν θα μπορούσε να μιλήσει καθόλου. Η φωνή της ήταν δώρο της θάλασσας, και δεν μπορούσε να απαρνηθεί τη θαλασσινή ανάσα και να κρατήσει τη θαλασσινή φωνή. Και θα μπορούσε να έχει ανθρώπινα, πανέμορφα πόδια, αλλά θα ήταν ξένο σώμα γι' αυτήν, και κάθε βήμα θα έχωνε ένα ξυράφι στο κορμί της. Θα μπορούσε να περπατήσει, αλλά θα πονούσε τόσο, που ίσως και να προτιμούσε να μην περπατάει. Όλα τα δώρα ήταν μη αναστρέψιμα. Δεν υπήρχε χώρος για μετάνοια.
 Η γοργόνα δεν είχε τίποτα να σκεφτεί. Η ζωή ως άνθρωπος φαινόταν δύσκολη και βασανιστική, αλλά η ζωή ως γοργόνα δεν θα είχε τον πρίγκιπα και δεν θα ήταν ζωή αυτό. Δεν είχε ξανακούσει για τον έρωτα η μικρή σειρήνα, δεν ήξερε τι ήταν αυτό που ένιωθε. Ένιωθε, απλά ένιωθε, και δεν καταλάβαινε. Η μάγισσα της έδωσε ένα μπουκαλάκι και της είπε να το πιει στην ακρογιαλιά, αλλιώς μπορεί να πνιγόταν. Η σειρήνα δεν την ευχαρίστησε, δεν αποχαιρέτησε κανέναν, τόσο είχε απορροφηθεί στη ζωή που ερχόταν. Ούτε που κατάλαβε πώς έφτασε στην ακτή, δεν κοίταξε την ουρά της για τελευταία φορά. Δεν είχε συναίσθηση των πράξεών της, ούτε καμιά ευθύνη, αυτό που συνέβαινε την ξεπερνούσε. Ήπιε.
 Ο πόνος, ο πόνος ο πόνος της φωτιάς. Το μέσα της έλιωνε κι άλλαζε, τα βράγχια εξαφανίστηκαν, πέθανε και γεννήθηκε ταυτόχρονα. Δεν μπορούσε να φωνάξει, ένιωθε να χάνει τον αέρα, και είδε ότι έγινε θνητή, απόλυτα, με αφαλό και δύο πόδια. Ηρέμησε και είδε ότι είχε ακόμα τα ξανθά μαλλιά της και το κορμί της και δύο πόδια με πέντε δάχτυλα σε καθένα τους. Προσπάθησε να σηκωθεί, όπως είχε δει τους ανθρώπους να κινούνται. Ο πόνος. Σηκώθηκε ξανά και ξανά κι έκλαιγε βουβά και προσπαθούσε να μάθει να περπατάει. Έμαθε να περπατάει σε ένα πρωί, έμαθε σε ένα πρωί να περπατάει χωρίς να δείχνει πόσο υπέφερε με κάθε βήμα της. Έμαθε να περπατάει όσο όμορφα γινόταν, να γίνει αντάξια του πρίγκιπα, και να μην παραπονιέται ποτέ της. Και περπάτησε μέχρι το παλάτι, ολόγυμνη και πανέμορφη.

 Από το πουθενά εμφανίστηκε μια κοπέλα με μακριά ξανθά μαλλιά. Δεν μπορούσε να μιλήσει, δεν ήξερε πολλές συνήθειες των ανθρώπων, είχε τόση χάρη στις κινήσεις της που δεν έμοιαζε με άνθρωπο. Δεν ήταν, φυσικά, αλλά όλοι ξεγελάστηκαν. Ένα πανέμορφο κορίτσι, στολίδι ημιάγριο, διακοσμητική παρουσία. Όλοι είχαν εντυπωσιαστεί μαζί της, κάποιων τους έτρεχαν τα σάλια απροκάλυπτα, αλλά ήταν τόσο απόκοσμη που δεν μπορούσαν να την πλησιάσουν και πολύ. Και δεν μιλούσε, τα καταλάβαινε όλα και το έδειχνε, μα δεν μιλούσε. Ο πρίγκιπας είχε εντυπωσιαστεί κι αυτός με το παράξενο κορίτσι, αλλά ο έρωτάς του κι ο επικείμενος γάμος του δεν άφηναν περιθώρια να το γνωρίσει καλύτερα. Ήταν δοσμένος αλλού, αφοσιωμένος ίσως; Ερωτευμένος, ένιωθε.
 Η μικρή τέως σειρήνα τα καταλάβαινε όλα και σπάραζε μέσα της. Έβλεπε τον πρίγκιπα να περπατάει μαζί με την αγαπημένη του, να την κοιτάει με το βλέμμα που επιθυμούσε όσο τίποτα στον κόσμο. Ένιωθε παράταιρη, ωστόσο ήλπιζε σε κάτι, ο,τιδήποτε, που θα ανέτρεπε το γάμο και ο πρίγκιπας θα την αναγνώριζε ίσως και θα την ερωτευόταν κι αυτός. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα δραστικό, προσπαθούσε απλά να είναι όσο πιο χαριτωμένη κι όμορφη γινόταν, να την κοιτάζει όσο περισσότερο γινόταν ο πρίγκιπας, και να καταλάβαινε επιτέλους πόσο πολύ τον αγαπάει, τι θυσίασε για να είναι μαζί του. Κάθε νύχτα που έβλεπε τον πρίγκιπα να αποσύρεται στην κρεβατοκάμαρά του, χωρίς να της έχει δώσει παραπάνω προσοχή, μόνο τότε αφηνόταν και τα δάκρυά της, αλμυρά και καυτά, της θύμιζαν τη θάλασσα, το σπίτι που είχε εγκαταλείψει για χάρη του. Δεν μετάνιωνε ποτέ. Δεν τέθηκε ποτέ θέμα επιλογής. Δεν μπορούσε να ζει χωρίς να τον βλέπει, να τον ακούει, να τον προσέχει. Εκείνος ζούσε βλέποντας, ακούγοντας και προσέχοντας μια άλλη. Προτιμούσε αυτή τη ζωή, τη βασανιστική, ανυπόφορη ζωή.
 Έφτασε η παραμονή του γάμου. Η μεγάλη σάλα του παλατιού λαμποκοπούσε, περίτεχνα στολίδια κρέμονταν απ' το ταβάνι, πολύς κόσμος ερχόταν για να χορέψει και να γιορτάσει την ευτυχία του πρίγκιπα. Όλοι φορούσαν τα καλά τους. Η μικρή σειρήνα δέχτηκε το φόρεμα που της δόθηκε, χτένισε τα μακριά μαλλιά της με προσοχή. Ένιωθε ότι αυτό το βράδυ ήταν το τελευταίο. Κατόπιν ο πρίγκιπας θα παντρευόταν, δεν θα την ερωτευόταν ποτέ. Όλη η ομορφιά της αναδύθηκε. Ήταν τόσο τέλεια, που οι άνθρωποι ξεχνούσαν ότι ήταν άνθρωπος κι εκείνη-δεν ήξεραν ότι δεν ήταν, και δεν σκέφτηκαν καν το ενδεχόμενο. Ως κι ο πρίγκιπας την κοίταξε εκστασιασμένος. Η γοργόνα το είδε, κι αυτή η μικρή ελπίδα που σιγόκαιγε στην καρδιά της φούντωσε και τα μάτια της φωτίστηκαν. Ξεκίνησε ο χορός. Όλοι θέλανε να χορέψουν μαζί της. Είχε χάρη στις κινήσεις της που δεν ταίριαζαν σε άνθρωπο, οι άνθρωποι δεν είχαν ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Εκείνη αγνοούσε τον πόνο, χόρευε κι όλο χόρευε, και κάθε βλέμμα του πρίγκιπα την έκανε ευτυχισμένη. Περίμενε από στιγμή σε στιγμή να την ερωτευτεί κι εκείνος. Όταν χόρεψε μαζί του, τον κοιτούσε συνεχώς στα μάτια, και ήθελε να κλάψει και ήθελε να γελάσει, πονούσε και ήταν πολύ ευτυχισμένη. Ο χορός τελείωσε κι όλοι συζητούσαν για το παράξενο κορίτσι και πόσο όμορφα χόρευε. Ακόμα κι ο πρίγκιπας το συζήτησε με την αγαπημένη του, λίγο πριν αποσυρθούν, νωρίς, αφού αύριο ξημέρωνε η πρώτη μέρα της ευτυχίας τους.
 Μόνο απόγνωση τώρα. Τι θα κάνω τώρα; σκεφτόταν η μικρή γοργόνα. Δεν ήξερε πώς να ζήσει χωρίς την ελπίδα και με το κομματιασμένο της όνειρο να πονάει πιο πολύ κι από τα ξυραφένια άκρα της. Δεν ήξερε τι θα γινόταν μετά, δεν νοιάστηκε για το πού θα κοιμηθεί, τι θα φάει. Σκεφτόταν μόνο τον πρίγκιπα, που δεν θα γινόταν ποτέ δικός της. Σκεφτόταν την τόσο μακρινή ζωή της στο μυστικό βυθό της θάλασσας. Την οικογένειά της, που την αγαπούσε και την αγαπούσε κι εκείνη, αλλά με τρόπο δεδομένο, ήσυχο και ακύμαντο. Τη λαχτάρα της να ζήσει, να γνωρίσει, να εξερευνήσει, που τώρα δεν είχε τίποτα άλλο να δει. Δεν ήξερε ότι ο έρωτας μπορεί και ξανάρχεται, δεν σκέφτηκε ότι η ανάμνηση του πρίγκιπα θα ξεθώριαζε κάποια στιγμή. Δεν μπορούσε να πάει η σκέψη της πιο μακριά. Κοιμήθηκε, και δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι θα έκανε την επόμενη μέρα.

 Η μικρή ξανθόμαλλη σειρήνα ξύπνησε πολύ πρωί την άλλη μέρα και αμέσως σκέφτηκε πώς θα ξύπνησε ο πρίγκιπας. Τι όνειρα να είδε; Τι συζήτησε με την γυναίκα του; Τι ώρα να κοιμήθηκε, άραγε; Δεν θα γινόταν ποτέ να κοιμηθούν και να ξυπνήσουν μαζί; Όχι, δεν θα γινόταν ποτέ. Κι άρχισε να κλαίει, με λυγμούς βουβούς κι άφωνα αναφιλητά. Πώς θα ζούσε τώρα; Τι ζωή θα ήταν αυτή;
 Η ελπίδα ξαναγεννήθηκε όταν ανακοινώθηκε ότι στο ταξίδι του μέλιτος, που άρχιζε ευθύς αμέσως, η μικρή ξανθόμαλλη σειρήνα ήταν καλεσμένη, μαζί με άλλες κοπέλες, κάπως σαν παρέα, κάπως σαν κυρίες επί των τιμών. Θα είμαι κοντά του, σκέφτηκε και τα μάτια της έλαμψαν. Θα είμαι κοντά του και θα τον βλέπω και θα με βλέπει. Θαύματα συμβαίνουν κάθε στιγμή. Δεν ξέρω τι θα γίνει, μπορεί να συμβεί και το καλύτερο δυνατό θαύμα. Δεν ξέρω τι θα συμβεί, δεν ξέρω τίποτα, μόνο ότι θα είμαι κοντά του και θα τον βλέπω και θα με βλέπει και αυτό μου είναι αρκετό για να ζήσω.
 Δεν ήταν. Ο πόνος. Το κλάμα, όταν δεν την έβλεπε κανείς. Ένα πανέμορφο κορίτσι, στολίδι του ταξιδιού για τους υπόλοιπους συνταξιδιώτες, όλους εκτός από τον πρίγκιπα, που μόνο τη γυναίκα του έβλεπε. Δεν συνέβη τίποτα. Πάνω σε ένα καράβι, όπως αυτά που χάζευε και παρατηρούσε κι ευχόταν να τα γνωρίσει από κοντά. Τόσο κοντά στη θάλασσα και τόσο μακριά της. Μέχρι που έγινε ένα θαύμα.
 Τα δάκρυα κυλούσαν πάλι από τα μάτια της και ίσως ένα να ξέφυγε και να έφτασε στο νερό. Η θάλασσα, που καταλαβαίνει τα πλάσματά της, αναγνώρισε τη μικρή σειρήνα, άνοιξε την αγκαλιά της και οι εννιά αδερφές της βγήκαν και την κοίταξαν όλες μαζί. Δεν μιλούσαν, μόνο την κοίταζαν με λύπη και περιέργεια. Ήταν η αδερφή τους, αλλά ήταν και άνθρωπος. Δεν ήταν πια γοργόνα, όπως εκείνες. 
Η μεγάλη πλησίασε την κουπαστή και άφησε ένα μαχαίρι στο χέρι της αδερφής της. Της μίλησε, με ανθρώπινη φωνή, για να την καταλάβει καλά.
-Σκότωσε τον πρίγκιπα, και έπειτα θα ξαναγίνεις σειρήνα και θα ξαναέρθεις κοντά μας.
 Μία μία χάθηκε, τελευταία η μεγαλύτερη, με μια παράκληση στο βλέμμα της. Η μικρή σειρήνα κοίταξε σαστισμένη το μαχαίρι που φώλιαζε στην παλάμη της και προσπαθούσε να καταλάβει. Να σκοτώσει τον πρίγκιπα; Τον πρίγκιπα που αγαπούσε; Τον πρίγκιπα, που είχε αρνηθεί τη φύση της γι'αυτόν; Που είχε χαρίσει τη φωνή της, ό,τι πιο όμορφο είχε; Που τον είχε σώσει κι αυτός ούτε καν το ήξερε; Που έμαθε τόσα πράγματα, μόνη της, απλά για να του είναι αντάξια; Τον πρίγκιπα, που σημασία δεν της είχε δώσει, άλλη αγαπούσε και με άλλη ονειρευόταν;
 Τον πρίγκιπα.
 Για να πάρεις κάτι πολύτιμο, πρέπει να θυσιάσεις κάτι πολυτιμότερο.

Το βράδυ έφτασε κι όλα τα χρώματα της μέρας έγιναν αστέρια. Η νύχτα βελούδινη και σκούρα νανούρισε τα ψαροπούλια, οι άνθρωποι υποτάχθηκαν, το φεγγάρι έλουζε τη θάλασσα και τα κύματα ψιθύριζαν μυστικά μεταξύ τους. Η μικρή σειρήνα κατάλαβε σε μια στιγμή τι έπρεπε να κάνει. Έπρεπε να μετανοήσει για την απερισκεψία της. Πώς θα μπορούσε ένας άνθρωπος να παντρευτεί ένα πλάσμα βουβό και ξένο, όσο όμορφο κι αν ήταν; Πώς θα μπορούσε εκείνη να τα βάλει με νόμους που άλλοι είχαν διατάξει πριν γεννηθεί ο κόσμος; Έπρεπε να ξεριζώσει την καρδιά της και θα έπαυε να είναι άνθρωπος. Έπρεπε να διορθώσει το λάθος της, να μετανοήσει και να τιμωρήσει τον εαυτό της, να απαρνηθεί την ελπίδα της, να κάψει την αγάπη της. Να επιβληθεί στα όνειρα που έκανε και να επιστρέψει στην αγκαλιά της μάνας της, της θάλασσας της ίδιας. Έπρεπε εκείνη η ίδια να κόψει τα νήματα που την κρατούσαν στον κόσμο των ανθρώπων. Έπρεπε εκείνη η ίδια να σκοτώσει τον πρίγκιπα για να ξαναβρεί τη ζωή.
 Το φεγγάρι φώτιζε αχνά την κρεβατοκάμαρα του βασιλόπουλου. Έσφιγγε το μαχαίρι στη χούφτα της και ανάσαινε βαθιά κι αθόρυβα. Μια ασημένια αχτίδα φώτισε το πρόσωπό του. Και στην αγκαλιά του, μια γυναίκα. Η γυναίκα του. Ο άντρας που ερωτεύτηκε ήταν αγκαλιά με τη γυναίκα που αγαπούσε. Και ήταν ευτυχισμένος. Ο άντρας που αγαπούσε η μικρή σειρήνα ήταν ευτυχισμένος και θα ζούσε μια όμορφη ζωή παντρεμένος με τη γυναίκα που αγαπούσε. Η μικρή ξανθόμαλλη σειρήνα τον κοίταξε μια στιγμή. Κι άλλη μια στιγμή. Κι άλλη μια. Κι άλλες στιγμές. 
 Όχι, δεν μπορούσε να το κάνει αυτό. Δεν μπορούσε να σκοτώσει ό,τι αγαπούσε πιο πολύ, όσο δυστυχισμένη κι αν την έκανε. Ήταν ερωτευμένη, παρέμενε ερωτευμένη, η ευτυχία της, η ζωή της όλη ήταν αυτός ο άντρας που κοιμόταν ξέγνοιαστος πλάι στη γυναίκα του. Δεν μπορούσε να θυσιάσει την ομορφιά της ζωής της, όσο πόνο κι αν της έδινε. Πονούσε αβάσταχτα, αλλά πώς θα μπορούσε να ζήσει μια ζωή που δεν θα αγαπούσε τίποτα πια, δεν θα την πονούσε τίποτα πια;
 Δεν θα μπορούσε να ζήσει. Δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς τον πρίγκιπα, και δεν θα μπορούσε να αντέξει μια ζωή κερδισμένη από αίμα λατρεμένο. Δεν θα μπορούσε να ζήσει άλλο σαν άνθρωπος, τώρα που και η πιο μικρή ελπίδα είχε φύγει, μα δεν μπορούσε να ζήσει και ως γοργόνα, με την ουρά της πάντα δεμένη με ένα φονικό. Με τη μεγαλύτερη θυσία, από το ίδιο της το χέρι, που ήλπιζε να χαϊδεύει τα μαλλιά του πρίγκιπα, να του έκλεβε την ανάσα. Δεν θα ήταν ζωή αυτή.
 Βγήκε από την καμπίνα τους αθόρυβα, δεν ανάσανε παρά μόνο όταν έφτασε στο κατάστρωμα. Το φεγγάρι την κοιτούσε ανέκφραστο, τα κύματα συνέχιζαν να μουρμουρίζουν. Πέταξε το μαχαίρι στη θάλασσα σαν να της έκαψε το χέρι. Ένας λυγμός της πίεζε την καρδιά. Οι άνθρωποι δεν ξέρουν να κολυμπάνε, κι αυτή πλέον ήταν άνθρωπος. Θα γύριζε στη μάνα της, έστω και μισερή, έστω και σαν άνθρωπος. Μια ανάσα μόνο ήταν, για να τελειώσει η ίδια τη ζωή της, να επιστρέψει εκεί που ανήκε.\
Συνέβη όμως τότε άλλο ένα θαύμα. Τη στιγμή που το κορμί της μικρής σειρήνας ακούμπησε το πρώτο κύμα, τα αστέρια λαμπύρισαν όλα μαζί. Την ίδια στιγμή, τα κύματα σιώπησαν και το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από ένα σκούρο συννεφάκι. Τα πανέμορφα μαλλιά της γοργόνας, το λαμπερό της δέρμα, τα πονεμένα πόδια της, όλο της το σώμα ανέβλυσε αφρό. Και την επόμενη αμέσως στιγμή, όλη έγινε αφρός.

Έτσι τελειώνει η ζωή και η ιστορία της μικρής ξανθόμαλλης σειρήνας. Είναι μέρος της θάλασσας, που με δύναμη σκάει στη στεριά και ο λευκός, πλούσιος αφρός ορμάει. Τριγυρίζει τα πλοία που θαύμαζε, που κουβαλάνε ανθρώπους, ίσως σαν εκείνον που αγάπησε. Συνεχίζει να ταξιδεύει, και να αγαπάει. 
Συνεχίζει τη ζωή της, όπως θέλησε εκείνη.