Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

Μια κόκκινη πλαστική καρδούλα.

Δικιά μου.

 Εδώ και κάποιους μήνες έχω κρεμάσει στο λαιμό μου ένα κόκκινο μενταγιόν. Μια κόκκινη πλαστική καρδούλα. 
 Την έχω κρεμάσει χαλαρή στο στήθος μου, όχι ασφυκτικά στο λαιμό μου σαν τσόκερ. Χαλαρή να ίπταται σαν εκκρεμές. Να κυματίζει και να ακούει την καρδιά μου την κρυμμένη. Την αληθινή.
 Αληθινή είναι η καρδούλα. Κόκκινη. (Αντιπαθούσα το κόκκινο, τώρα πιάνω το μάτι μου να σκαλώνει σε κόκκινα κασκόλ και να σκέφτομαι πόσο όμορφα δείχνουν.) Είναι από ρητίνη; Από πλέξιγκλας; Από γυαλί; Από λειασμένη πέτρα; Δεν ξέρω. Δεν ξέρω από τι είναι φτιαγμένη. Δεν ξέρω πόσο ανθεκτική ή εύθραυστη είναι. Είναι πάντως δροσερή. Όχι κρύα. Η καρδούλα μου!
 Είναι η καρδούλα μου. Έίναι ο έρωτας, απαλός σαν φτερό. Ζεστός σαν αγκαλιά. Ανθίζουν χαμόγελα ασυναίσθητα. Αγαπάω. Μεγάλη λέξη, μα τόσο αβίαστη! 

 Ο Τζακ Νίκολσον, είχε πει, αν την ώρα που ερμηνεύεις σου βγει κάτι εκτός κειμένου, μην το σκεφτείς, μην το υπολογίσεις, πες το, όπως σου έχει έρθει και βγει. Πέστο!

 "Δεν χάθηκε ο κόσμος να πεις "σ' αγαπώ μέχρι τον ουρανό!", δεν χάνεις σε τίποτα, σε υπόληψη, σε γόητρο. Μεγάλοι άνθρωποι είστε, ξέρετε κι οι δυο τον έρωτα και τις υπερβολές του που τον συνιστούν. Δεν αναιρείς τη σοβαρότητά σου, δεν δεσμεύεσαι περαιτέρω, δεν είναι φορτίο ο έρωτας να κουβαλάς αλλιώς θα σπάσει." Τάδε έφη γυναικείου περιοδικού εντιτόριαλ.

 Ο έρωτας παίρνει διάφορες μορφές. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ο έρωτας με κάνει και χαμογελάω όπως όταν βλ΄πεω ένα όμορφο λουλουδάκι. Απλά και γλυκά και πηγαία. Δεν έχω αγωνία. Ξέρω πώς και πως θα προστατέψω την πολύτιμη, βαρύτιμη ύπαρξή μου. Και ξέρω επίσης τους χάρτινους δράκους που την απειλούν. Χαρτί χρωματιστό μόνο. Χαμογελώ, και δεν έχω πληγωμένο εγωισμό, και έχω ανησυχίες και προβληματισμούς που μπορεί να γίνουν ύφαλοι, μα δεν φοβάμαι. 

 Δεν φοβάμαι.

Πάμε άλλη μία. Δεν φοβάμαι. Σε σημείο να σκέφτομαι ότι κίβδηλος είναι ο έρωτάς μου. Είναι δυνατόν να μη φοβάμαι; Να μη θέλω δράματα κι αγωνίες; Να μη χαζεύω; Να φέρομαι με τόση λογική και γλυκύτητα; Να φτιάχνω γλυκά χωρίς στόχο το κοπλιμέντο; Να θέλω να μοιρατώ τους δικούς μου θησαυρούς στα κουτάκια μου;
 Είναι δυαντόν. Συμβαίνει. Δεν ξέρω για πόσο. Δεν ξέρω αν αυτό είναι αληθινό. Δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει. Αν θα κρατήσει αρκετά. Αρκετά, σε σχέση με τι; Αρκετά, για να γίνει τι;

 Αγαπώ. Τόσο απλά. Και φοράω ένα ωραίο μενταγιόν. Τόσο απλά κι όμορφα. 

 Ευχαριστώ.

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Story of my day of my life

 Φτάνει μια μέρα που κοιτάς πίσω σου και λες, τι έκανα τόσο καιρό; Τι έχω;

 Ξυπνάς. Καλά ή κακά, με παρέα ή καλαμιά στον κάμπο. Ξυπνάς, ανοίγεις τα μάτια σου, συνειδητοποιείς ότι έχεις μια μέρα μπροστά σου, ώρες 24 να περάσουν. Μέσα σ'αυτές τις 24 ώρες περιμένεις, προσδοκείς, εύχεσαι να συμβεί κάτι. Μια αλλαγή, κάτι. Ξυπνάς, και σηκώνεις το κορμί σου απ' το κρεβάτι και πας στο μπάνιο και πλένεις το πρόσωπό σου από τη νύχτα και τα όνειρα που ποτέ δεν θυμάσαι, ωστόσο σίγουρα είδες, επιμένεις σ'αυτό, είχες όνειρα. Βουρτσίζεις τα δόντια σου, να γίνουν στιλπνά, να έχεις φρέσκια αναπνοή, χτενίζεσαι, να είναι περιποιημένο το πρόσωπό σου τουλάχιστον. Έχεις πλέον αφήσει τη νύχτα πίσω σου, δεν μπορείς να ξαναπέσεις στο κρεβάτι, δεν μπορείς να κοιμηθείς ενώσο έχει έρθει η καινούρια μέρα.

 Σέρνεσαι αργά, νωχελικά όταν νιώθεις καλά, στην κουζίνα να φτιάξεις καφέ. Ο καφές για σένα σημαίνει ενηλικίωση. Οι μεγάλοι άνθρωποι πίνουν καφέ το πρωί για να ξυπνήσουν. Παλιά ξεκίνησες με φραπέ μέτριο με γάλα. Κατόπιν έπινες νες, μέτριο με γάλα. Μια μέρα είχε τελειώσει κι έτσι απλά έφτιαξες ελληνικό. Ο νες είχε τελειώσει, δεν τον είχες εγκαταστήσει έγκαιρα και έφτιαξες ελληνικό, επειδή αυτός υπήρχε στο ντουλάπι, μέτριο χωρίς γάλα. Σου άρεσε, δεν το περίμενες, τον είχες κάνει ελαφρύ και θύμιζε γαλλικό. Συνέχισες να πίνεις ελληνικό το πρωί. Όταν πήγαινες για καφέ ζητούσες φρέντο εσπρέσο-μέτριο στην αρχή, σκέτο στη συνέχεια. Το καθιέρωσες, έπινες τους καφέδες σου σκέτους, σου άρεσε, σου αρέσει, ένιωθες και πολύ σοφιστικέ. Για χρόνια έπινες φρέντο εσπρέσο σκέτο, χειμώνα καλοκαίρι. Κατόπιν ερωτεύτηκες και δανείστηκες τον εσπρέσο διπλό σκέτο-λούνγκο. Και τον καθιέρωσες. Ο έρωτας έζησε κρυμμένος για ενάμιση χρόνο, όταν βγήκε στο φως έζησε για πέντε μέρες. Άνευ αναταπόκρισης. Κράτησες τον καφέ. Σ'αρέσει να αφήνουν επιρροές οι έρωτές σου, να κρατάς ενθυμήματα σαν τάματα περασμένα στο λαιμό σου. Τώρα στο σπίτι έχεις γαλλικό, ελληνικό και νες. Κι έχεις ξαναγυρίσει στον μέτριο με γάλα της νεότητας σου, που κρούει πλέον τα κουδουνάκι ότι ξεθωριάζει χωρίς γυρισμό. Φτιάχνεις τον καφέ σου και λυπάσαι τον εαυτό σου, που περιμένεις να γίνουν ζωή τα σενάριά σου για να πάρεις μια καφετιέρα και να φτιάχνεις στο σπίτι σου τον καφέ που σου αρέσει. Φτιάχνεις τον καφέ σου μηχανικά, επειδή πρέπει να πιεις καφέ κι όχι τσάι, επειδή καπνίζεις και με το τσιγάρο πάει ο καφές κι όχι το τσάι, ο χυμός, το γάλα. Φτιάχνεις τον καφέ που δεν σου αρέσει και πολύ για να σου κρατήσει πιο πολύ. Δυο γουλιές αρκούν για ένα τσιγάρο.

 Ενεργοποιείς τον υπολογιστή. Λες ότι θα κάτσεις μια ωρίτσα και μετά θα σηκωθείς, να βγεις έξω, θα πας να ψωνίσεις, θα πας στα μαγαζιά, θα πας να περπατήσεις ακούγοντας ραδιόφωνο. Οι ωρίτσες γίνονται τρεις, τέσσερις, και τα μαγαζιά κλείνουν. Δεν πειράζει, λες, θα κάτσω μέσα και θα κάνω τις δουλειές μου. Θα σιδερώσεις. Θα σκουπίσεις. Θα διαβάσεις, θα γράψεις. Θα καθαρίσεις το ντουλάπι κάτω από το νεροχύτη. Πίνεις καφέ και τραβάς μια τζούρα. Και η ώρα πάει απογευματινή κι έχεις αφήσει τις ώρες της μέρας σφάγιο στον υπολογιστή μπροστά. Ένα μαύρο λαπτοπάκι, με κομψό και νεανίζοντα σχεδιασμό, που είναι 8 χρόνων πλέον και εδώ και τέσσερα κρασάρει. Σβήνει, στο άσχετο. Αφήνει ένα ρόγχο αχνό και αισθητό και απενεργοποιείται μόνο του. Δεν αντέχει ούτε ο υπολογιστής. Εσύ πώς αντέχεις;

 Η μέρα έφυγε, ο ήλιος χαμηλώνει, οι άνθρωποι γυρίζουν από τις δουλειές τους και εσύ είσαι ακόμη στον υπολογιστή. Δεν έχεις κάνει τίποτα. Οι δουλειές σου φαίνονται βουνό, άσχετα που η λογική σου λέει ότι μόνο βουνό δεν είναι. Σκούπισμα και σφουγγάρισμα θέλουν λιγότερο από μια ώρα. Το μπάνιο θέλει είκοσι λεπτά. Το σιδέρωμα κρατάει όσο ένα επεισόδιο βίντατζ ελληνικής κωμικής σειράς. Δεν φεύγεις. Δεν κατεβάζεις ούτε ταινίες. Χαζεύεις, ρούχα, κουτσομπολιά, άχρηστες πληροφορίες, ξεκούραστες.

 Κι έρχεται η νύχτα. Ακούς απ' το παράθυρο το ανοιχτό την πόλη να ησυχάζει. Να γλυκαίνει μ' ένα παράξενο τρόπο, σαν άρωμα νυχτολούλουδου να έχει απλωθεί παντού, τόσο που δεν το καταλαβαίνεις εκτός αν σ'αρέσει πάρα πολύ το νυχτολούλουδο. Όλα είναι ίδια εκτός απ' το νυχτολούλουδο που τα πνίγει με μια αγκαλιά σαν πάχνη. Τότε είναι που οι χρωματιστοί τοίχοι παίρνουν φωτιά και φαντάζουν κακόγουστοι, σαν απομιμήσεις, χονδροειδείς και προσβλητικές, του Μοντριάν. Η λεκάνη με τα ασιδέρωτα στέκεται σαν τοτέμ, σαν τους τεράστιους κάδους που βλέπεις στο δρόμο κάτω από μια οικοδομή, γεμάτους μπάζα και άχρηστα οικοδομικά υλικά, τόσο φοβερά και τόσο για λύπηση ταυτόχρονα. Η σκόνη, μια γκρίζα ανάσα, παρουσιάζεται μόνο με το υποκίτρινο φως της λάμπας, στο φως του ήλιου δεν υπάρχει, γίνεται ένα με τις σταχτιές ανταύγειες στα πλακάκια. Μια τσάντα με ένα ζευγάρι κάλτσες μέσα κι ένα μαγιό, θύμηση μιας εκδρομής στη θάλασσα που δεν έγινε, στέκει παρατημένη δίπλα στο καλοριφέρ. Το σπίτι σου. Έχεις περάσει τρία χρόνια σ' αυτό το σπίτι που σε πνίγει χωρίς να το ξέρει, γιατί εσύ πνίγεσαι. Δεν έχεις φύγει απ' αυτό το σπίτι.

 Ήρθε η νύχτα. Σβήνεις τον υπολογιστή. Κουράστηκες τόσες ώρες. Αλλά δεν κουράστηκες τόσες μέρες-ακόμα. Χαζεύεις στην τηλεόραση σειρές που έχεις ξαναδεί και ξαναδεί. Μια οικειότητα πολύτιμη και λυπηρή. Είναι ζωή σου όλα αυτά. Δεν είναι προετοιμασία για κάτι καλύτερο. Είναι η ζωή σου αυτά. Είναι μια ζωή, η δική σου, μόνο, που κυλάει και φεύγει σαν το ρέμα δίπλα στις καλαμιές, που είχε τόσα κουνούπια και μύριζε ώρες ώρες φοβερά. Θέλεις να κοιμηθείς. Και φυσικά, δεν μπορείς. Βαρύ είναι το τίποτα. Το κενό ασήκωτο. Δεν μπορείς να κοιμηθείς. Και δεν μπορείς καν να σκεφτείς ότι κι αυτή η μέρα που έφυγε είναι ίδια με αυτή που θα έρθει.

 Κοιμάσαι. Κοιμάσαι. Κοιμάσαι, με το κλιματιστικό στον ανεμιστήρα για μία ώρα. Κοιμάσαι, όσο μπορείς.

 Και φτάνει μια μέρα που κοιτάς πίσω σου και δεν έχεις ξεκουραστεί καθόλου. Το αντίθετο. Η κούραση σε πλακώνει και δεν μπορείς εύκολα να αναπνεύσεις. Δεν έχεις ξεκουραστεί καθόλου. Μα είναι φυσικό, λες. Όλα είναι φυσικά. Αχ, ας ερχόταν μια μέρα που δεν θα ξυπνούσα... πας να σκεφτείς, και τότε ξυπνάς απότομα. Ξυπνάς απότομα, και ανοίγεις τα μάτια σου. Έχεις ξυπνήσει. Δεν μπορείς να κουνήσεις τα μέλη σου, είναι σαν πηλός ψημένος στον ήλιο, εύθραυστος και βαρύς. Δεν μπορείς να κινηθείς.

 Και ξανακοιμάσαι.

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Και πάλι από την αρχή.

"Έτσι κι αλλιώς, η ζωή είναι ένα όνειρο." Έγραψε η Ιζαμπέλ Αλιέντε.

 Σήμερα ξαναρχίζω. Ψυχοθεραπεία.
 Βαθιά αναπνοή και μπλουμ.

 Απλά θα ήθελα να μην χρειαζόταν να ξαναπάω. Γαμώτο, δούλεψα. Έκανα τρία χρόνια ψυχοθεραπεία. Αμφίβολης σχολής, αμφίβολης εκπαίδευσης ο ψυχό. Ωστόσο δούλεψα, κολύμπησα και πιάστηκε η ανάσα μου και ζορίστηκα και ναι! Είχα αποτελέσματα. Σημαντικά, πρέπει να τονίσω, γιατί όταν βουλιάζω μου φαίνεται ότι έκανα μια τρύπα στο νερό...
 Προσπάθησα, και θα ήθελα να είχα απαλλαγεί πλήρως. "Μον πτι, κανείς ποτέ δεν απαλλάσεται πλήρως." "Η ζωή έχει πάντα κόμπους να λύσεις και να ξεμπερδέψεις." Κι άλλα τέτοια αληθινά, που αχ πόσο συγκαταβατικά μου ακούγονται ενώ κολυμπάω. Παλεύω, κι εσύ μου φωνάζεις τσιτάτα ότι μπορώ να τα καταφέρω. Ίσως αυτό που χρειάζομαι είναι να μου πει κάποι@ ότι δεν χρειάζεται να προσπαθώ πλέον. Δεν έχω τίποτε να διορθώσω. Είμαι μια χαρά όπως είμαι.

 Και αχ, πόση ανάλυση χωράει εδώ. Την κάνω συνέχεια, αλυσιδωτά. Βόλτα με τρενάκι λούνα παρκ ντεζά βου, τώρα θα πάμε ψηλά, τώρα θα χαμηλώσουμε απότομα, τώρα θα τρέξουμε, τώρα σταματάμε και θα ξαναβρώ την ανάσα μου. Και φτου κι απ' την αρχή.
Και να με πάλι, ξανά, ξανά, ξανά. Σοβαρά αυτή τη φορά. Σοβαρά...
 Δεν μπορώ να με βοηθήσω αποτελεσματικά. Χρειάζομαι βοήθεια. Αχ... το παραδέχομαι, επιτέλους, συμπληρώνει ο κριτικός των Τάιμς μέσα μου. (Τάιμς βέβαια, με το ψαροντούφεκο καμιά σχέση, ανατριχιάζω στην εικόνα.) Χρειάζομαι βοήθεια και αναλαμβάνω την ευθύνη του σαρκίου μου και πάω να τη ζητήσω. Θα τα καταφέρω; Θα πονέσω; Με τι κόστος; Πόσο χρρόνο θα πάρει; Ό, τι έχω οικοδομήσει είναι στερεό αρκετά; Μπορεί να με κρατήσει;
 Επίδειξη δύναμης κι ανασφάλειες. Το ίδιο πράγμα. Θέλω να κλάψω ώρες ώρες και... να δω τι θα γίνει.
 Θα πάω σήμερα ξανά να ψυχοθεραπευτώ. Θα προσπαθήσω. Θέλω να γίνω κάτι που θα με αποζημιώσει. Αχ, μον πτι.
 Θα προσπαθήσω. Θέλω να ξεκολλήσω, το θέλω πάααρα πολύ, πολύ. Και θα γίνει, αλλά αν γίνεται, δεν θέλω να το πληρώσω ακριβά. Γιατί πονάει ώρες ώρες τόσο πολύ; Εγώ έχω αντοχές αδιάσειστες! Και άμυνες καλογυαλισμένες κι απαστράπτουσες. Κι όμως φοβάμαι ότι όλα είναι χάρτινα, και μετά υπενθυμίζομαι ότι αυτά δεν χρειάζεται στο διάλογο με τον εαυτό σου, και μετά φοβάμαι γιατί χωρίς αυτά σε τι συνίσταται ο εαυτός μου;
 Χωρίς τις λυπητερές ιστορίες, χωρίς τα κενά, χωρίς τις αδειανές μέρες; Χωρίς τα βάσανα που όλοι διαβεβαιώνουν πως αυτά είναι ζωή; Τι θα μείνει; Ένα ανθρωπάκι από πηλό, ίσως χαμογελαστό, μα από πηλό. Ένα παιχνίδι. 

Όχι, δεν θα μείνει ένα πήλινο ανθρωπάκι. Θα μείνει ένα χαμογελαστό ανθρωπάκι. Το ξέρω, το έχω δει. Και θα μεγαλώσω ίσως. Θα τα καταφέρω. Ίσως τα καταφέρω και καλά.
 Ίσως... λέω τώρα εγώ. Όταν τα καταφέρνεις, μόνο καλά μπορείς να τα καταφέρεις. Λέω τώρα εγώ.


Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

Η Τζιλ Σκοτ.

Τίποτα για το τίποτα.

Πουλιόμουν για περισσότερο καιρό απ' ότι νόμιζα
Ήμουν ό,τι ήθελαν όποτε το ήθελαν
Ένα τέρας, μέσα μου, έξω μου ήταν πάγκοι κουζίνας, ξεπλυτήρια, ξενοδοχεία, πανδοχεία
Και τα πίσω καθίσματα από ενοικιαζόμενα, φορτηγάκια, τζιπ
Με έφτιαξα να μου αρέσει γιατί τους άρεσε και μου άρεσε που τους άρεσε
Κι έτσι συνέχισα να είμαι η τέλεια εικόνα ενός υγρού ονείρου
Πρόστυχη, άγρια, εξωτική, ερωτική, ήθελαν ένα τέρας
κι έτσι έγινα ένα τέρας

Κι όλοι μιλούσαν για μένα
Λες και η εφηβική εγκυμοσύνη δεν είχε γίνει συνώνυμη 
με τη μαύρη γυναίκα
Λες και η Αμερική δεν στραγγάλιζε τις σκέψεις μας
Λες και δεν υπήρχε τίποτα να ειπωθεί για ό,τι γινόταν ή γαμιόταν
Κι εγώ νόμιζα ότι όλο αυτό ήταν γελοίο, και ήταν
Γιατί εγώ χαιρόμουν να δίνω στους άντρες μου λίγο παράδεισο
μεταξύ της μάχης τους να ανασάνουν και της σκέψης τους να αυτοκτονήσουν
Δεν ήμουν καλή γι' αυτό το σκοπό;

Κλειστό μυαλό, ανοιχτά πόδια, να ξεχνάνε οι αράπηδες γιατί είναι τόσο διαολισμένοι
Δεν ήμουν καλή;

Και τότε η διαθέσεις άλλαξαν μαζί με το ρυθμό κι έγινα το ιδεώδες
Την ήθελαν όμορφη και υπάκουη, στοργική και ηλίθια
Και να με, στον δικό σου Μαρκ, Σεθ, Τζο, ήμουν η Σούζυ
Νοικοκυρά που κυνηγάει την αγάπη
Να μαγειρεύει και να καθαρίζει, να σιδερώνει, να είναι πιστή
και να είναι τέρας, γιατί έτσι τους άρεσε
Και μου άρεσε που ήμουν ό,τι τους άρεσε κι έτσι αυτό ήμουν
Πόρνη, να πουλάω τη ψυχή μου για συναισθηματικό κέρδος
Να παλεύω να μη γίνω η τρίτη γενιά μόνων γυναικών στην οικογένειά μου
Να παλεύω για το κέρδος, μα το κέρδος μου να είναι σύγχυση, κούραση, αυταπάτες μόνο
Γιατί δεν υπήρχε αγάπη, μόνο περιτυλίγματα προφυλακτικών στο πάτωμα για πέταμα, για πέταμα ήμουν κι εγώ.

Παράσταση βραβευμένη από πριν, χωρίς να το ξέρω, γιατί έλεγα ψέματα σε μένα, για μένα. 
Θα γινόμουν...

Αυτή που βλέπω τώρα
Αυτή που κρατιέται με τα χέρια της και όλα της τα πόδια
Αυτή που πρέπει να έχει αγάπη και να τη δίνει
Αυτή που είναι παραπάνω από μια όμορφη παρουσία και μια υγρή τρύπα
Αυτή που πιστεύει σε μένα, που είναι έξυπνη, και ξεχειλίζει σεβασμό για μένα
Αυτή που είναι και τέρας γιατί μου αρέσει
Και μου αρέσει να είμαι ό,τι μου αρέσει
Και ό,τι μου αρέσει είναι όλα κομμάτια μου.



Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Έμα Σάπλιν ελληνιστί

Να η καρδιά που έχασες, κυνηγώντας μια χίμαιρα
Να η καρδιά που πρόδωσες, κι άλλο να σε μισώ δεν μπορώ
Η φωνή μου, άραγε νιώθεις τον πόνο της;
Η φωνή σου πεθαίνει, κι εγώ, η τρελή, πάντα σε προσμένω.

Δεν ζεις πια, ή ξεχνάς
Εκτός από τώρα. Η νύχτα, η νύχτα, η νύχτα.

Σβήσανε τ' αστέρια, με το χλωμό φως του φεγγαριού
η αγάπη κλαίει, σαν το κύμα ορμάει κι αφανίζεται
Άδεια η νύχτα, και η ελπίδα της λιγοστή
Τώρα ρέει πικρό δάκρυ
μια καρδιά σπασμένη χάνεται στην απόγνωση.

Κι έτσι έφυγες, σαν κενό όνειρο.
Κι έτσι χάθηκες, σαν περαστική δίνη.

Να ξεχάσεις, ή να μη ζεις παραπέρα.
Τώρα μόνο η νύχτα, η νύχτα, η νύχτα.

 Έσβησαν τ' αστέρια στο σεληνόφως το χλωμό.
Σαν κύμα ορμητικό και στιγμιαίο, κλαμένη αγάπη.
Άδεια νύχτα με λιγόζωη ελπίδα
Κυλάνε πικρά δάκρυα τώρα
από θραύσματα καρδιάς απελπισμένης.


Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Ο κύριος Θλίψη.

Ένα σφραγισμένο μπουκάλι για τ@ Μ.

Ο κύριος Θλίψη δεν λεγόταν στο επώνυμο "Θλίψη".Το κανονικό του επώνυμο δεν το θυμόταν κανείς εκτός τον ίδιο,κι επειδή δεν έβρισκε κάποιον που να τον ενδιέφερε,δεν είχε τύχει να το πει σε κάποιον για πολλά χρόνια.Δεν τον ενοχλούσε το "κύριος Θλίψη",κυρίως επειδή είχε το "κύριος"μπροστά.Η θλίψη ήταν μια κατάσταση γι'αυτόν όπως το χρώμα των ματιών του:ουδέτερη.Χωρίς αρνητικό ή θετικό πρόσημο δηλαδή,όπως αν τον φώναζαν "ο κύριος Καστανομάτης".Έβρισκε μάλιστα αρκετά ευχάριστο ότι τον χαιρετούσαν τα παιδιά στην παιδική χαρά,έστω και περιπαικτικά,ή όταν τον καλούσαν για καφέ ή πορτοκαλάδα,με ένα ευδιάκριτο,θρασύ οίκτο.Οι ώρες περνούσαν πιο γρήγορα,και οι μέρες και οι βδομάδες,κι έτσι ο κύριος Θλίψη δεν περίμενε πολύ μέχρι τις ευτυχισμένες του στιγμές:τα πρωτοβρόχια και το πρώτο μπουμπούκι του μενεξέ του.

Ο καλύτερος φίλος του κυρίου Θλίψη ήταν ο μενεξές του.Έμενε σε μια πήλινη γλάστρα στο γείσο του παραθύρου της κουζίνας.Εκεί είχε αρκετό φως του ήλιου και λίγη φασαρία.Είχε λεπτό,κομψό άρωμα κι έντονα χρώματα.Δεν μιλούσε,ούτε περπατούσε,απλά έκανε παρέα στον κύριο Θλίψη.Καταλάβαινε πολλά πράγματα,αλλά λιγότερα από όσα ήθελε.Δεν καταλάβαινε γιατί φώναζαν τον κύριο Θλίψη έτσι,και δεν θα τολμούσε να τον ρωτήσει ακόμα κι αν μπορούσε λόγω ευγένειας.Πραγματικά,ο μενεξές είχε κρυμμένη στα μαβιά του πέταλα μια πολύ τρυφερή χρυσαφένια καρδιά-όπως κι όλοι οι μενεξέδες άλλωστε-που αγαπούσε πολύ τον κύριο Θλίψη και τον ευχαριστούσε περισσότερο.

Και ο κύριος Θλίψη άλλωστε αγαπούσε πολύ το μενεξέ του,αλλά ένιωθε μερικές φορές ότι δεν τον αγαπούσε αρκετά.Όταν ξεχνούσε να πάρει τις καραμελίτσες του τη σωστή ώρα,μετά ένιωθε πολύ βαρύς και καμπούριαζε.Κι αυτό ίσως θα περνούσε αν ξάπλωνε αρκετή ώρα στο κρεβάτι του,αλλά ο κύριος Θλίψη στεκόταν μπροστά στο μενεξέ και κοιτούσε αυτόν και το δρόμο από κάτω του.Δηλαδή,δεν τους κοιτούσε ταυτόχρονα,αλλά μια τον έναν και μετά τον άλλον.Ο μενεξές τρόμαζε κάπως,αλλά υπήρχαν φορές που τα μάτια του κυρίου Θλίψη δεν φαίνονταν από τα πολλά πυκνά δάκρυα,και τότε έτρεμε τρομοκρατημένος.Αυτό μπορούσε να κρατήσει από δέκα λεπτά έως δώδεκα ώρες,ώσπου ο κύριος Θλίψη είτε έτρεχε βιαστικά κι απρόσεχτα κι άρπαζε μια άσπρη καραμελίτσα που την κατάπινε στη στιγμή είτε κοιμόταν σε μια καρέκλα της κουζίνας,κουλουριασμένος.Γι'αυτό κι ο μενεξές έβαζε όλα του τα δυνατά να είναι όσο πιο όμορφος κι ευωδιαστός γινόταν όταν ο κύριος Θλίψη χάιδευε τα πέταλά του και τον πότιζε κρύο νερό.Ο κύριος Θλίψη τότε αναστέναζε κι έσφιγγε δυνατά την πήλινη γλάστρα και με τα δυο του χέρια.

Μια μέρα ο ήλιος έλαμπε πάρα πολύ,τόσο πολύ που μια ηλιαχτίδα άγγιξε την καρδιά του μενεξέ κι εκείνη φανερώθηκε ολόκληρη.Ο μενεξές ανατρίχιασε,αλλά ένιωθε κάτι που δεν ήξερε τι ήταν και δεν σταματούσε,τόσο δυνατό ήταν.Από κείνη τη στιγμή ο μενεξές δεν ήταν ποτέ ο ίδιος,το άρωμα του έγινε μεθυστικό και ψήλωσε πολύ.Έστρεψεε με καμάρι την καρδιά του προς τον ουρανό και πολλές ηλιαχτίδες τον τρύπησαν.Πονούσε λίγο και φώτιζε ολόκληρος.Ο κύριος Θλίψη δεν κατάλαβε αμέσως την αλλαγή.Ωστόσο ένα απόγευμα,όταν ψηλάφιζε τον λεπτό του μίσχο,ο μενεξές δεν στάθηκε ίσιος και περήφανος όπως τις άλλες φορές.Τα πέταλά του είχαν ζαρώσει λιγάκι και είχε χάσει μερικά φύλλα.Συνοφρυώθηκε πολύ ο κύριος Θλίψη εκείνη τη στιγμή,γιατί κατάλαβε πως η ζωή του μενεξέ θα μπορούσε να τελειώσει κάποτε και να μείνει χωρίς φίλο.Αν όμως ο μενεξές μπορούσε να μιλήσει,θα του έλεγε ότι ο μίσχος του ήταν τόσο ευλύγιστος,επειδή χόρευε με τις ηλιαχτίδες,και στα πεταλά του έκρυβαν τα μυστικά τους οι ηλιαχτίδες,και τα πεσμένα φύλλα ήταν για να παίζουν κρυφτό οι ηλιαχτίδες.Αλλά ο μενεξές δεν μπορούσε να μιλήσει στον κύριο Θλίψη.

Έτσι ο κύριος Θλίψη μετέφερε το μενεξέ και τη γλάστρα του στο μπαλκόνι που ήταν στην άλλη,ήσυχη πλευρά του σπιτιού.Εκεί ο μενεξές είχε μόνο ησυχία.Περίμενε με όλο και μεγαλύτερη λαχτάρα τις ηλιαχτίδες,όμως αυτές δεν έρχονταν,και ούτε μπορούσε να δει τον ήλιο.Ο μενεξές έκλαψε πολύ πικρά.Δεν ήταν πάλι ο ίδιος:τώρα δεν μπορούσε να χαρεί με το δροσερό νερό του κυρίου Θλίψη ούτε με τα χάδια του.Έγινε αδιάφορος και πολύ λυπημένος.Δεν ξαναέριξε φύλλα στο χώμα,άφησε όλα τα κρυμμένα μυστικά στα πέταλά του να τα πάρει ο άνεμος και κοίταζε μόνο μπροστά,στον μεγάλο άκαμπτο τοίχο.Όταν ο κύριος Θλίψη πήγε να τον δει ξανά,για πρώτη φορά χαμογέλασε.

Ο μενεξές πληγώθηκε βαθιά μόλις είδε τον κύριο Θλίψη να χαμογελάει που ο μενεξές είχε χάσει τις ευτυχισμένες του στιγμές με τον ήλιο.Δεν σταμάτησε να τον αγαπάει,ούτε να τον ευχαριστεί,αλλά πλέον ήξερε πως αγαπούσε περισσότερο τις ηλιαχτίδες.Κι αποφάσισε να πάει να τις βρει.Ήξερε ότι δεν θα πήγαινε πολύ μακριά λόγω της βαριάς γλάστρας,αλλά αν έβρισκε μόνο μία ηλιαχτίδα,θα μπορούσε να της πει γρήγορα πού μένει τώρα κι έτσι θα ξαναέβρισκε το φως.Δεν ήθελε να εγκαταλείψει τον κύριο Θλίψη,οπότε ήθελε να του πει πρώτα "γεια" και να δει εκείνος πού πηγαίνει.

Έτσι,την επόμενη μέρα,ο μενεξές ετοιμάστηκε για το ταξίδι.Δυστυχώς όμως ο κύριος Θλίψη ξέχασε να φάει την καραμέλα του και κοιτούσε τον μενεξέ με τόσο στενοχωρημένο ύφος,που ο μενεξές δεν τόλμησε να του εκφράσει το "γεια".Δεν μπορούσε όμως και να ξεχάσει τις ηλιαχτίδες.Έτσι,τη στιγμή που τα μάτια του κυρίου Θλίψη γέμισαν δάκρυα,ο μενεξές έβαλε όλη του τη δύναμη και πέταξε προς το δρόμο.Η βαριά γλάστρα τον εμπόδισε να πετάξει πολύ μακριά,όμως τη στιγμή που άγγιξε το δρόμο έσπασε σε χίλια κομμάτια κι ο μενεξές ήταν πλέον ελαφρύς,σχεδόν όσο μια ηλιαχτίδα.

Ο κύριος Θλίψη,μόλις είδε τον μενεξέ να πετάει,έβγαλε μια φωνή και άνοιξε διάπλατα τα μάτια του.Τα δάκρυα ήταν εκεί,όμως εκείνος έβλεπε πολύ καθαρά.Πλησίασε αργά το παράθυρο,είδε τον μενεξέ στο δρόμο με την πήλινη γλάστρα σπασμένη κι έμεινε να τον κοιτάει πολλή ώρα.

Και μετά,με μια γρήγορη κίνηση,πέταξε προς τον φίλο του τον μενεξέ.

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Φιλί με ανοιχτά μάτια

 Ο έρωτας είναι μια κατασκευή. Αξίωμα. Και δεν το λέω υποτιμητικά, κατασκευή είναι και το μετρό που έχει σώσει κόσμο. Ο έρωτας είναι ένα παζλ, όλες οι απορρίψεις μας και οι επιθυμίες μας και τα κλισέ που λαχταράμε μετουσιώνονται, μπαίνουν στο χωνευτήρι και βγαίνουν σε συσκευασία δώρου, που ανεξαρτήτως περιεχομένου η μόνη και βασική μας έγνοια είναι ο φιόγκος να είναι κολλαριστός κι ατσαλάκωτος. Ό,τι άλλο περιέχει είναι "έρωτας" οπότε το αφήνουμε στην ησυχία του, κλείνουμε τα μάτια και φιλάμε. Ή φιλιόμαστε, αναλόγως.

 Στο μεταξύ, πλαστικές καρδούλες ξεχειλίζουν απ' τις τσέπες μας, πέφτουν στο χώμα, λασπώνονται, τις πατάμε, ξεχωρίζουν κατακόκκινες και γυαλιστερές σαν σπυριά ροδιού που σπάμε την Πρωτόχρονιά-για γούρι!

 Και λυχνείας σβησθείσης, δεν μπορείς να δεις αν μόνο εσύ φιλάς με ανοιχτά τα μάτια.

 Και σκέφτεσαι. Παρατηρείς. Βλέπεις. Πλασίμπο το παραμύθιασμά σου, τελικά. Στημένο παιχνίδι. Σικέ παράσταση, πλέιμπακ.

 Καιαιαιαι μεγαλώνει το κενό. Σκάβεις, προσπαθείς να μεγαλώσεις το κενό να ξαπλώσεις μέσα και, επιτέλους, να κλείσεις τα μάτια...

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Σχέση κοινωνικής κατανάλωσης

 Σήμερα άλλαξα τα σεντόνια και καπάκι τα έβαλα στο πλυντήριο, μαζί με δυο μπουρνούζια, στους 60 βαθμούς στο πρόγραμμα για τα συνθετικά (κρατάει αρκετά πιο λίγο από τα βαμβακερά).

 Μεγαλώνουμε με το όνειρο που γίνεται ανάγκη και εν τέλει υποχρέωση: να έχουμε σχέση με έναν άνθρωπο, μακροχρόνια, υγιή, να είμαστε μαζί, και να προχωράμε μαζί. Είναι τόσο δυνατό αυτό το σποράκι που βλασταίνει πάντα και κάνει ρίζες δυνατές. Έχει σκληρά αγκάθια κι ανθίζει κάθε εβδομάδα. Και μεγαλώνουμε καταγράφοντας στόχο στο χάρτη μας "να βρούμε σχέση". Κι ο καθένας έχει ξεχωριστό φυλλάδιο οδηγιών προς επίτευξιν τούτου του στόχου. Την ειλικρίνεια, την ανανέωση, τον χειρισμό, τα λευκά ψέματα, την επιβολή, την ψυχολογική βία, και άλλα, και άλλα πολλά. Με διαφορετικές τεχνικές, συμπεριφορές κι αντιδράσεις σε καθένα μας. Στόχος παραμένει να βρούμε έναν άνθρωπο να χαρίσουμε τα λουλούδια μας και να μας χαρίσει κι αυτ@ τα δικά του. Αν υποστηρίξεις μια αντίθεση στις αγροκαλλιέργειες, γίνεσαι πολύ ενδιαφέρον αντικείμενο μελέτης. Τι σκατά πάει στραβά μαζί σου; Είναι δυνατόν να μη θέλεις σχέση; Μπα, θεεέλεις κατά βάθος, δεν γίνεται να μη θέλεις. Απλά είσαι κακομαθήμέν@. Ή πληγωμέν@. Ή δειλ@. Ή όλα τα παραπάνω. Σ' ένα κόσμο που διαθέτει πλήρη κατανόηση και χίλια δυο ματζούνια στο παράπονο των μπακουριών και των χωρισμένων, εσύ και δεν έχεις σχέση και δεν παραπονιέσαι; Δεν καταλαβαίνεις ότι κάτι σου λείπει;

 Δυο ζευγάρια σεντόνια, ένα μονό, ένα διπλό. Εκεί που ξέστρωνα τσουπ, ξεγλίστρησε μια μαξιλαροθήκη και την είδα μετά, αφού είχα βάλει το πλυντήριο να πλένει, ξαπλωμένη προκλητικά στο χαλί, που θέλει κι αυτό καθάρισμα ή πέταμα.

 Δεν ψάχνω σχέση. Δεν ψάχνω σχέση όπως αυτή εννοείται και συζητείται. Δεν θέλω τελετουργίες που δεν με εξυπηρετούν, να στείλω μήνυμα για καληνύχτα, να πάμε μαζί στο γάμο που σε κάλεσαν, να πας για καφέ με την παρέα σου και να πρέπει να έρθω κι εγώ. Φυσικά μπορώ να μην τα κάνω όλα αυτά, αλλά μετά υφίσταμαι συνέπειες κοινωνικά επιταγμένες, και δεν φταίω κιόλας. Δεν θέλω ρουτινιάρικα μηνύματα υποχρεώσεις- θέλω όταν μου έρθει να σε ταράξω στα μηνύματα και μετά να έχουν τα ες εμ ες τη δική μας σημειολογία, τη δικιά μας αξία. Δεν θέλω να έρθω στο ξένο γάμο σαν τη γλάστρα-αν είναι απαραίτητη η παρουσία μου εκεί για να μη βαριέσαι, γιατί δεν πας μόνο στο μυστήριο και να φύγεις προτού βαρεθείς; Και γιατί πρέπει να πηγαίνουμε σαν τα διδυμάκια, πρέπει να κατοχυρώσω στα μάτια τ@ κάθε άσχετ@ ότι τι; Ότι είμαστε μαζί; Ότι είμαστε πιασμένοι, μακριά τα χέρια σας; Ότι σε στηρίζω επειδή ήρθα σ' ένα γάμο να φάω τζάμπα; Δεν είμαστε έτσι μαζί. Δεν είμαστε πιασμένοι. Χέστηκα για τη γνώμη τ@ κάθε άσχετ@, κι αν τη συμμερίζεσαι, δεν μπορώ να τη συμμεριστώ κι εγώ επειδή βολεύει. Εσένα, εμένα, το σόι, τις παρέες, τ@ κάθε άσχετ@.

 Έπιασα λοιπόν τη μαξιλαροθήκη και την έστειλα να κάνει παρέα στα υπόλοιπα άπλυτα, στο καλάθι. Θα μπει, μόνο ασπρόρουχο, στην επόμενη συνεδρία.

 Δεν έχω κανένα πρόβλημα που δεν θέλω σχέση κοινωνικής κατανάλωσης. Το έχω χωνέψει και είμαι πολύ μια χαρά με μένα. Τσατίζομαι όταν πρέπει να εξηγούμαι και μετά να βλέπω το μάτι του ροφού ("Δεν κατάλαβα Χριστό") και μετά το καθησυχαστικό χαμόγελο "ε καλά μωρέ τώρα" που σημαίνει ότι δεν ενδιαφέρει καν τον συνομιλητή μου να καταλάβει, και στην τελική θα μεγαλώσω κάποια στιγμή και θα "δω αλλιώς τα πράγματα". Δηλαδή σωστά. Δηλαδή όπως τα βλέπει εκείν@. Μετά μου περνάει. Κυρίως γιατί λυπάμαι τους ανθρώπους που έχουν συνειδητοποιήσει ότι το σποράκι μέσα τους δεν εξυπηρετεί και πολλά, αλλά δεν διανοούνται καν να το ξεριζώσουν, να το κλαδέψουν, να το μπολιάσουν. Το έχουν μέσα τους σαν υποχρεωτικό Θεό και προσπαθούν να βρουν ομοίους που δεν θα χρειάζεται να εξηγήσουν πόσο ενοχλητικό και απαραίτητο τους είναι αυτό το φυτό. Σπανίως βρίσκουν, κι ας είναι τόσοι πολλοί. Ίσως φταίνε τα αγκάθια. Ίσως φταίνε που τα λουλούδια επιμένουν να ξαναβγαίνουν.

 Είχα πολύ καιρό ν' αλλάξω τα διπλά σεντόνια. Είχαν ιδρώτα, όχι μόνο τον δικό μου, και το αποτύπωμα μιας μικρής κόκκινης πλαστικής καρδούλας. Τώρα πια πλύθηκαν, δεν έχουν τίποτα. Μυρίζουν μαλακτικό.

 Έχω ένα θεματάκι με την έκθεση. Γενικά έχω θεματάκια. Αλλά ας πούμε για την έκθεση. Μάλλον παραπαίρνω τον εαυτό μου στα σοβαρά, τι να πω. Συνεπώς μάλλον έχω υπερβολικές απαιτήσεις από τους γύρω μου. Με τρομάζει όμως, με φοβίζει, αυτή η πλήρως απενεχοποιημένη νοοτροπία. Δοκιμάζουμε και όπου μας αρέσει σταματάμε. Γινόμαστε πρώτα κουκλιά ζωγραφιστά, βγάζουμε τρομερά κολακευτικές φωτογραφίες, κατάλληλα επεξεργασμένες πριν και μετά, ντυνόμαστε όπως θέλουμε αλλά πάντα με γνώμονα να είμαστε ελκυστικ@ τρόπον τινά. Και βγαίνουμε στη γύρα. Ρίχνουμε δίχτυα αναλόγως τα δολώματά μας. Και περιμένουμε. Και δοκιμάζουμε. Και αν κάτι μας αρέσει, καθόμαστε και βγάζουμε το μπλοκάκι και τικάρουμε με βελάκι τα όσα υποχρεούται να έχει το έτερον ήμισυ. Από λεφτά μέχρι γούστο της αρεσκείας μας στο ντύσιμο. Αυτό που με βγάζει εκτός εαυτόν είναι η νοοτροπία πως κάνουμε και χάρη στο έτερον ήμισυ, και αν κάτι δικό μας δεν αρέσει, να η πόρτα. Ενώ από την αρχή ξεκαθαριστήκαμε, είπαμε τι είμαστε και τι ψάχνουμε, αν ζητάς κάτι άλλο, έπρεπε να το πεις από την αρχή. Δεν είναι οι άνθρωποι μοντέλα λάπτοπ και εγώ αρνούμαι να με δω ως προϊόν με ημερομηνία λήξης και εγγύηση επιστροφής αισθημάτων.

 Τα σεντόνια πλύθηκαν και τα άπλωσα. Μυρίζουν ακόμα μαλακτικό. Θα τα σιδερώσω κάποια στιγμή και θα μυρίζουν ακόμα καλύτερα, κρουστά, φρεκοπλυμένα, καλοδιπλωμένα, να περιμένουν στο ντουλάπι.

 Προτιμώ να μην παίξω. Προτιμώ να μην μπω σ' αυτό τον άθλιο συναγωνισμό. Δεν θέλω. Προτιμώ να χαρίζω τα λουλούδια μου σε τυχαίους παραλήπτες, χωρίς το άγχος την εξωράισης, χωρίς να περιμένω να πάρω κι εγώ λουλούδια ίσης αξίας. Προτιμώ, με όλα τα στραβά που έχει κι αυτό, να ταίζω το φυτό μου με ό, τι βρω, όταν πεινάει πάρα πολύ. Δεν θέλω τέτοια αστραφτερά ψιμμύθια, δεν θέλω τόσο απάνθρωπες και πλήρως δικαιολογημένες και υποχρεωτικές συμβάσεις. Δεν θέλω. Δεν αντέχω να πρέπει να συμβιβάζομαι εκ των προτέρων, μόνο για να πάρω εισιτήριο, και να πρέπει να αντιμετωπίσω αδιαφορίες, κυνισμούς και τσαμπουκάδες σαν πράγματα αναπόφευκτα και φυσιολογικά και υγιή.

 Προτιμώ να κάνω τα δικά μου λάθη και να μετανιώνω γι' αυτά όταν τα καταλάβω. Μόνο τότε. Αλλάζω τα σεντόνια μου όταν θέλω κι όταν χρειαστεί, όχι κάθε Σάββατο. Και τα σιδερώνω. Και τα πλένω στους 60 βαθμούς, στα συνθετικά, και μυρίζει όλο το σπίτι πλαστικό μαλακτικό, και τα σιδερώνω δυο τρεις εβδομάδες μετά που στεγνώσουν. Ή αμέσως. 'Οποτε μου έρθει. Και δεν είναι κανενός δουλειά παρά δικιά μου.

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Πες μου ένα παραμύθι για να ξυπνήσω.

Η μικρή ξανθόμαλλη σειρήνα.

 Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε στο βυθό μιας θάλασσας απλησίαστης από τους ανθρώπους μια μικρή ξανθόμαλλη σειρήνα, άνευ ονοματεπωνύμου και αφιμί. Βλέπετε, τύγχανε πριγκιποπούλα, ο μπαμπάς Απόλυτος Άρχων του Βυθού, οπότε ασφαλής και σελέμπριτι από τότε που ήτο πλαγκτόν-δεν χρειάστηκε να αγχώνεται περί ταυτοτήτων και ληξιαρχείων. Είχε και άλλες 9 αδερφές, ήτο δε και ορφανή. (Κακομοίρη Άρχοντα, με δέκα κοπελιές στην εφηβεία, χωρίς μάνα και χωρίς διάδοχο, θα έλεγαν πολλοί.) Περνούσε τις μέρες της εξερευνώντας τα ναυάγια και τραγουδώντας. Είχε πολύ όμορφα ξανθά μακριά μαλλιά, το πλατινέ του πάγου, χωρίς σκούρες ρίζες-ο φθόνος της τραγουδιάρας σαν να λέμε. 
 Είχε μια ιδιαιτερότητα. Της άρεσε πάρα πολύ ένας άλλος κόσμος. Ο κόσμος των ανθρώπων. Ίσως είχε μπουχτίσει να τρώει πεταλίδες και να αναπνέει όντας αναγκασμένη να πίνει νερό θαλασσινό μολυσμένο Τρίτων οίδε με τι, κι ας την διαβεβαίωναν ότι το ιώδιο τα απολυμαίνει όλα. Δεν ήταν σιχασιάρα, την είλκυε το διαφορετικό, ήθελε να βγει απ'το πετσί της και να ζήσει στον κόσμο που τα ναυάγια ήταν καινούρια, αστραφτερά και δυνατά καράβια. Συχνά έκανε σκασιαρχείο από το οικογενειακό τραπέζι κι έβγαινε στην επιφάνεια και χάζευε την ακτή, εκεί που ο αέρας είναι τόσο δυνατός και ο ήχος τόσο πιο καθαρός και τα χρώματα πολύ έντονα. Φοβόταν λίγο, αλλά ενθουσιαζόταν περισσότερο. Ήταν ήσυχη, κρατούσε τις περισσότερες σκέψεις μέσα της. Δεν θεωρείτο κάτι παραπάνω από εφηβική ανησυχία η εμμονή της να βγαίνει στον αφρό. Δεν πονοκεφάλιαζε κανέναν, γενικώς.
 Ώσπου ένα πανέμορφο σούρουπο (όλα τα σούρουπα, δειλινά, ηλιοβασιλέματα είναι πανέμορφα, αλλά αυτό ήταν je ne sais quoi) βγήκε να πάρει τη δόση της και αντίκρισε, εκεί κοντά, ένα μεγάλο όμορφο καράβι με μουσική και γέλια. Αστραφτερά φώτα σε πολλά χρώματα ξεσπούσαν συνέχεια στον ουρανό, μπλέκανε στις ανταύγειες των τελευταίων ηλιαχτίδων, υποσχέσεις και όνειρα πέθαιναν γλυκά. Ε, μαγεύτηκε το κορίτσι. Σιγά σιγά, με την ουρίτσα της ίσα να αργοσαλεύει, ανάσαινε βαθιά, έπαιρνε τζούρες από την ομορφιά, να μην της την πάρουν, να τη φυλάξει μέσα της. Άκουσε ότι τα φώτα που έσκαγαν στον ουρανό ήταν πυροτεχνήματα, και ήταν προς τιμήν του πρίγκιπα που είχε γενέθλια. Τον είδε; Δεν τον είδε; Περισσότερο τον αισθάνθηκε. Και όλη αυτή η εμπειρία της βραδιάς που ερχόταν εξερράγη μέσα της, έγινε έρωτας και λαχτάρα για τον πρίγκιπα κι όλα όσα αυτός μετουσίωνε και συμβόλιζε.

 Μια στιγμή, γιατί όλα σε στιγμές ανατρέπονται, μια μικρή φλόγα έπεσε στο πανί του καραβιού. Kι έγινε η σπίθα πυρκαγιά. Σε δευτερόλεπτα όλο το πλοίο είχε γίνει φλεγόμενη βάτος. Οι ασφαλιστικές εταιρίες της εποχής σίγουρα θα είχαν μεριμνήσει για τα παραθυράκια τους, άλλωστε ποιο πλοίο που σέβεται το σκαρί του γίνεται φόκος σε λεπτά; Το πριγκιπικό πάντως, έγινε στάχτη και μπέρμπερι, τσάκισε στα δυο και ο βυθός άρχισε να καλοδέχεται φρεσκοπιασμένους ανθρώπους, τροφή-λουκούμι για την πανίδα της θάλασσας. Ποιος ξέρει; Αν η γοργόνα δεν είχε προλάβει να ερωτευτεί, ίσως να κολυμπούσε σφαίρα στο βυθό, να συμμετάσχει στο πλιάτσικο. Αλλά ο κόσμος της τώρα δεν ήταν το σπίτι που μεγάλωσε, ήταν ένας άνθρωπος, κάτι ολότελα ξένο σ' αυτήν. Είχε ξεφύγει από τον κόσμο της. Αλλά πού θα μπορούσε να πάει τώρα;
 Έπρεπε, καταρχήν, να βρει τον πρίγκιπα και να τον σώσει. Κόρη της θάλασσας, δεν φοβόταν τις ρουφήχτρες, τη βροχή, τους κεραυνούς. Δεν φοβόταν και πολλά πράγματα. Οι άνθρωποι όμως φοβούνται τη θάλασσα, δεν ξέρουν πώς να της δοθούν, και δεν ξέρουν πώς να παλέψουν εναντίον της. Ένας ένας εγκατέλειπε τη μάχη. Η σειρήνα έφτασε στον πρίγκιπα τη στιγμή που αφηνόταν να τον καταπιεί ένα κύμα. Δεν είδε τη γοργόνα. Δεν κατάλαβε πώς έφτασε στην ακτή, μετά από μιας νύχτας κολύμπι. Η δε γοργόνα, σίγουρα δυσκολεύτηκε, γιατί το κορμί της και την ουρά της τα κουλάντριζε στην εντέλεια, αλλά άντε να κουβαλάς κι ένα πλάσμα που δεν κολυμπάει και δεν αναπνέει στο νερό. Ήταν όμως τόση η συγκίνηση που είχε τη ζωή του αγαπημένου της στα χέρια της και την καρδιά του στην αγκαλιά της, που δεν πρόλαβε να κουραστεί, να δυσανασχετήσει, να το σκεφτεί καν. Τον άφησε μαλακά στην αμμουδιά και τον κοιτούσε να κοιμάται. Να αναπνέει εύκολα τώρα αέρα. Τον αγαπούσε όσο δεν είχε αγαπήσει τίποτα-λογικό, άλλωστε είχε μάθει να αγαπάει τα υπόλοιπα. Εκείνος όμως ήταν επιλογή της. Ή μήπως δεν ήταν; Γιατί τον αγάπησα; αναρωτήθηκε. Δεν την ένοιαζε η απάντηση, άλλωστε το γεγονός ότι τον αγαπούσε ήταν το πιο συναρπαστικό, δεν άφηνε πολλά περιθώρια.
 Έξαφνα άκουσε φωνές. Συνειδητοποίησε ότι γλυκοχάραζε. Ο ήλιος σιγά σιγά ερχόταν, και μαζί του οι άνθρωποι, οι όμοιοί του. Κρύφτηκε πίσω από ένα βράχο χωρίς να συνειδητοποιεί τι κάνει. Και είδε μερικές κοπέλες να έρχονται βιαστικά με φωνές προς τον πρίγκιπα. Μία έσκυψε επάνω του, να δει αν αναπνέει ή αν η θάλασσα είχε απορρίψει ένα πτώμα, του είχε χαρίσει μια ταφή στη γη του, κοντά στη μάνα του. Οι φωνές της, η κίνησή της, ξύπνησαν τον πρίγκιπα και άνοιξε τα μάτια του τη στιγμή που η κοπέλα τον κοιτούσε στα μάτια. Ε, αυτό ήταν. Άμα έχεις γλιτώσει από του Χάρου τα δόντια, ψάχνεις αμέσως να βρεις κάποιον να ευγνωμονείς, γιατί η ύβρις και η αχαριστία τιμωρούνται ανέκαθεν και δεν έχουν καν τον δεδομένο οίκτο που έχουν άλλα, περισσότερο θανάσιμα αμαρτήματα. Ο πρίγκιπας πίστεψε πως αυτή η άσχετη κοπέλα του έσωσε τη ζωή. Και βιάστηκε να την ερωτευτεί. Γιατί τι καλύτερο από το να αγαπάς τον πιο χρήσιμο σε σένα; Τι πιο βολικό από το να προσφέρεις την αγάπη σου, πολύτιμο αντίδωρο στον προστάτη σου; Με τις συνήθεις ανακολουθίες του έρωτος, ο πρίγκιπας, που τζιμάνι δεν τον έλεγες, πίστεψε και πείστηκε ότι η άσχετη η ατσαλάκωτη η εντελώς στεγνή κοπέλα πάνω του τον έσωσε από την φουρτούνα ανοιχτά του πελάγους. Και την ερωτεύτηκε.
 Ο αληθινός σωτήρας, ανιδιοτελής και βουβός (όπως το συνηθίζουν οι αληθινοί σωτήρες, μεταξύ μας) συνέχιζε να παρακολουθεί πίσω από το βράχο, να διασφαλίσει την ασφάλεια του πρίγκιπα, γιατί δεν λέει να έχεις γλιτώσει από κατακλυσμό και να πεθάνεις στην αμμουδιά. Τον είδε να φεύγει, τον είδε να κοιτάει με παράξενο τρόπο την κοπέλα, κατάλαβε ότι αυτός παρεξήγησε, νόμισε ότι η άλλη τον είχε σώσει. Δεν σκέφτηκε περαιτέρω. Τον αγαπούσε βλέπετε.

 Τον αγαπούσε τόσο, που γύρισε στο βυθό και ένιωσε να πνίγεται. Δεν είχε πια θέση εδώ, η ζωή της ήταν μακριά απ' το νερό, στη στεριά, στον πρίγκιπα. Έπρεπε να πάει εκεί, έπρεπε να ζήσει. Έπρεπε να γίνει άνθρωπος και να απαρνηθεί τη θάλασσα. Κρυφά απ' όλους, πήγε στη μάγισσα γοργόνα του βυθού. Ήταν μέρος απαγορευμένο και από τα πράγματα που φοβόταν: να παρακούσει εντολές, και να πάει στη μάγισσα, που χίλιες ιστορίες ακούγονταν γι' αυτήν. Η μάγισσα ήταν απλά πολύ γριά και είχε δει πολλούς κόσμους να πνίγονται στη θάλασσα και είχε μάθει πολλά μυστικά. Δεν ενοχλούσε κανένα, αλλά ήξερε ότι η γνώση είναι φοβερή και καλύτερα, συλλογιζόταν, που δεν ήταν προσβάσιμη σε όλους. Έρχονταν σ' αυτήν μόνο εκείνοι οι απελπισμένοι, που δεν ξέρουν τι να κάνουν και θέλανε λίγη ακόμα γνώση για να συνεχίσουν να ζουν. Ως τότε, καλύτερα, πολύ καλύτερα που την είχανε για μπαμπούλα και την αφήνανε στην ησυχία της. Η μικρή γοργόνα της ζήτησε να γίνει άνθρωπος, να έχει πόδια να περπατάει και να αναπνέει αέρα. Η μάγισσα της είπε ότι γινόταν, αλλά για να πάρεις κάτι πολύτιμο πρέπει να δώσεις κάτι πολυτιμότερο. Αν έδινε την υπέροχη φωνή της, θα μπορούσε να αναπνέει αέρα, όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι, αλλά δεν θα μπορούσε να μιλήσει καθόλου. Η φωνή της ήταν δώρο της θάλασσας, και δεν μπορούσε να απαρνηθεί τη θαλασσινή ανάσα και να κρατήσει τη θαλασσινή φωνή. Και θα μπορούσε να έχει ανθρώπινα, πανέμορφα πόδια, αλλά θα ήταν ξένο σώμα γι' αυτήν, και κάθε βήμα θα έχωνε ένα ξυράφι στο κορμί της. Θα μπορούσε να περπατήσει, αλλά θα πονούσε τόσο, που ίσως και να προτιμούσε να μην περπατάει. Όλα τα δώρα ήταν μη αναστρέψιμα. Δεν υπήρχε χώρος για μετάνοια.
 Η γοργόνα δεν είχε τίποτα να σκεφτεί. Η ζωή ως άνθρωπος φαινόταν δύσκολη και βασανιστική, αλλά η ζωή ως γοργόνα δεν θα είχε τον πρίγκιπα και δεν θα ήταν ζωή αυτό. Δεν είχε ξανακούσει για τον έρωτα η μικρή σειρήνα, δεν ήξερε τι ήταν αυτό που ένιωθε. Ένιωθε, απλά ένιωθε, και δεν καταλάβαινε. Η μάγισσα της έδωσε ένα μπουκαλάκι και της είπε να το πιει στην ακρογιαλιά, αλλιώς μπορεί να πνιγόταν. Η σειρήνα δεν την ευχαρίστησε, δεν αποχαιρέτησε κανέναν, τόσο είχε απορροφηθεί στη ζωή που ερχόταν. Ούτε που κατάλαβε πώς έφτασε στην ακτή, δεν κοίταξε την ουρά της για τελευταία φορά. Δεν είχε συναίσθηση των πράξεών της, ούτε καμιά ευθύνη, αυτό που συνέβαινε την ξεπερνούσε. Ήπιε.
 Ο πόνος, ο πόνος ο πόνος της φωτιάς. Το μέσα της έλιωνε κι άλλαζε, τα βράγχια εξαφανίστηκαν, πέθανε και γεννήθηκε ταυτόχρονα. Δεν μπορούσε να φωνάξει, ένιωθε να χάνει τον αέρα, και είδε ότι έγινε θνητή, απόλυτα, με αφαλό και δύο πόδια. Ηρέμησε και είδε ότι είχε ακόμα τα ξανθά μαλλιά της και το κορμί της και δύο πόδια με πέντε δάχτυλα σε καθένα τους. Προσπάθησε να σηκωθεί, όπως είχε δει τους ανθρώπους να κινούνται. Ο πόνος. Σηκώθηκε ξανά και ξανά κι έκλαιγε βουβά και προσπαθούσε να μάθει να περπατάει. Έμαθε να περπατάει σε ένα πρωί, έμαθε σε ένα πρωί να περπατάει χωρίς να δείχνει πόσο υπέφερε με κάθε βήμα της. Έμαθε να περπατάει όσο όμορφα γινόταν, να γίνει αντάξια του πρίγκιπα, και να μην παραπονιέται ποτέ της. Και περπάτησε μέχρι το παλάτι, ολόγυμνη και πανέμορφη.

 Από το πουθενά εμφανίστηκε μια κοπέλα με μακριά ξανθά μαλλιά. Δεν μπορούσε να μιλήσει, δεν ήξερε πολλές συνήθειες των ανθρώπων, είχε τόση χάρη στις κινήσεις της που δεν έμοιαζε με άνθρωπο. Δεν ήταν, φυσικά, αλλά όλοι ξεγελάστηκαν. Ένα πανέμορφο κορίτσι, στολίδι ημιάγριο, διακοσμητική παρουσία. Όλοι είχαν εντυπωσιαστεί μαζί της, κάποιων τους έτρεχαν τα σάλια απροκάλυπτα, αλλά ήταν τόσο απόκοσμη που δεν μπορούσαν να την πλησιάσουν και πολύ. Και δεν μιλούσε, τα καταλάβαινε όλα και το έδειχνε, μα δεν μιλούσε. Ο πρίγκιπας είχε εντυπωσιαστεί κι αυτός με το παράξενο κορίτσι, αλλά ο έρωτάς του κι ο επικείμενος γάμος του δεν άφηναν περιθώρια να το γνωρίσει καλύτερα. Ήταν δοσμένος αλλού, αφοσιωμένος ίσως; Ερωτευμένος, ένιωθε.
 Η μικρή τέως σειρήνα τα καταλάβαινε όλα και σπάραζε μέσα της. Έβλεπε τον πρίγκιπα να περπατάει μαζί με την αγαπημένη του, να την κοιτάει με το βλέμμα που επιθυμούσε όσο τίποτα στον κόσμο. Ένιωθε παράταιρη, ωστόσο ήλπιζε σε κάτι, ο,τιδήποτε, που θα ανέτρεπε το γάμο και ο πρίγκιπας θα την αναγνώριζε ίσως και θα την ερωτευόταν κι αυτός. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα δραστικό, προσπαθούσε απλά να είναι όσο πιο χαριτωμένη κι όμορφη γινόταν, να την κοιτάζει όσο περισσότερο γινόταν ο πρίγκιπας, και να καταλάβαινε επιτέλους πόσο πολύ τον αγαπάει, τι θυσίασε για να είναι μαζί του. Κάθε νύχτα που έβλεπε τον πρίγκιπα να αποσύρεται στην κρεβατοκάμαρά του, χωρίς να της έχει δώσει παραπάνω προσοχή, μόνο τότε αφηνόταν και τα δάκρυά της, αλμυρά και καυτά, της θύμιζαν τη θάλασσα, το σπίτι που είχε εγκαταλείψει για χάρη του. Δεν μετάνιωνε ποτέ. Δεν τέθηκε ποτέ θέμα επιλογής. Δεν μπορούσε να ζει χωρίς να τον βλέπει, να τον ακούει, να τον προσέχει. Εκείνος ζούσε βλέποντας, ακούγοντας και προσέχοντας μια άλλη. Προτιμούσε αυτή τη ζωή, τη βασανιστική, ανυπόφορη ζωή.
 Έφτασε η παραμονή του γάμου. Η μεγάλη σάλα του παλατιού λαμποκοπούσε, περίτεχνα στολίδια κρέμονταν απ' το ταβάνι, πολύς κόσμος ερχόταν για να χορέψει και να γιορτάσει την ευτυχία του πρίγκιπα. Όλοι φορούσαν τα καλά τους. Η μικρή σειρήνα δέχτηκε το φόρεμα που της δόθηκε, χτένισε τα μακριά μαλλιά της με προσοχή. Ένιωθε ότι αυτό το βράδυ ήταν το τελευταίο. Κατόπιν ο πρίγκιπας θα παντρευόταν, δεν θα την ερωτευόταν ποτέ. Όλη η ομορφιά της αναδύθηκε. Ήταν τόσο τέλεια, που οι άνθρωποι ξεχνούσαν ότι ήταν άνθρωπος κι εκείνη-δεν ήξεραν ότι δεν ήταν, και δεν σκέφτηκαν καν το ενδεχόμενο. Ως κι ο πρίγκιπας την κοίταξε εκστασιασμένος. Η γοργόνα το είδε, κι αυτή η μικρή ελπίδα που σιγόκαιγε στην καρδιά της φούντωσε και τα μάτια της φωτίστηκαν. Ξεκίνησε ο χορός. Όλοι θέλανε να χορέψουν μαζί της. Είχε χάρη στις κινήσεις της που δεν ταίριαζαν σε άνθρωπο, οι άνθρωποι δεν είχαν ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Εκείνη αγνοούσε τον πόνο, χόρευε κι όλο χόρευε, και κάθε βλέμμα του πρίγκιπα την έκανε ευτυχισμένη. Περίμενε από στιγμή σε στιγμή να την ερωτευτεί κι εκείνος. Όταν χόρεψε μαζί του, τον κοιτούσε συνεχώς στα μάτια, και ήθελε να κλάψει και ήθελε να γελάσει, πονούσε και ήταν πολύ ευτυχισμένη. Ο χορός τελείωσε κι όλοι συζητούσαν για το παράξενο κορίτσι και πόσο όμορφα χόρευε. Ακόμα κι ο πρίγκιπας το συζήτησε με την αγαπημένη του, λίγο πριν αποσυρθούν, νωρίς, αφού αύριο ξημέρωνε η πρώτη μέρα της ευτυχίας τους.
 Μόνο απόγνωση τώρα. Τι θα κάνω τώρα; σκεφτόταν η μικρή γοργόνα. Δεν ήξερε πώς να ζήσει χωρίς την ελπίδα και με το κομματιασμένο της όνειρο να πονάει πιο πολύ κι από τα ξυραφένια άκρα της. Δεν ήξερε τι θα γινόταν μετά, δεν νοιάστηκε για το πού θα κοιμηθεί, τι θα φάει. Σκεφτόταν μόνο τον πρίγκιπα, που δεν θα γινόταν ποτέ δικός της. Σκεφτόταν την τόσο μακρινή ζωή της στο μυστικό βυθό της θάλασσας. Την οικογένειά της, που την αγαπούσε και την αγαπούσε κι εκείνη, αλλά με τρόπο δεδομένο, ήσυχο και ακύμαντο. Τη λαχτάρα της να ζήσει, να γνωρίσει, να εξερευνήσει, που τώρα δεν είχε τίποτα άλλο να δει. Δεν ήξερε ότι ο έρωτας μπορεί και ξανάρχεται, δεν σκέφτηκε ότι η ανάμνηση του πρίγκιπα θα ξεθώριαζε κάποια στιγμή. Δεν μπορούσε να πάει η σκέψη της πιο μακριά. Κοιμήθηκε, και δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι θα έκανε την επόμενη μέρα.

 Η μικρή ξανθόμαλλη σειρήνα ξύπνησε πολύ πρωί την άλλη μέρα και αμέσως σκέφτηκε πώς θα ξύπνησε ο πρίγκιπας. Τι όνειρα να είδε; Τι συζήτησε με την γυναίκα του; Τι ώρα να κοιμήθηκε, άραγε; Δεν θα γινόταν ποτέ να κοιμηθούν και να ξυπνήσουν μαζί; Όχι, δεν θα γινόταν ποτέ. Κι άρχισε να κλαίει, με λυγμούς βουβούς κι άφωνα αναφιλητά. Πώς θα ζούσε τώρα; Τι ζωή θα ήταν αυτή;
 Η ελπίδα ξαναγεννήθηκε όταν ανακοινώθηκε ότι στο ταξίδι του μέλιτος, που άρχιζε ευθύς αμέσως, η μικρή ξανθόμαλλη σειρήνα ήταν καλεσμένη, μαζί με άλλες κοπέλες, κάπως σαν παρέα, κάπως σαν κυρίες επί των τιμών. Θα είμαι κοντά του, σκέφτηκε και τα μάτια της έλαμψαν. Θα είμαι κοντά του και θα τον βλέπω και θα με βλέπει. Θαύματα συμβαίνουν κάθε στιγμή. Δεν ξέρω τι θα γίνει, μπορεί να συμβεί και το καλύτερο δυνατό θαύμα. Δεν ξέρω τι θα συμβεί, δεν ξέρω τίποτα, μόνο ότι θα είμαι κοντά του και θα τον βλέπω και θα με βλέπει και αυτό μου είναι αρκετό για να ζήσω.
 Δεν ήταν. Ο πόνος. Το κλάμα, όταν δεν την έβλεπε κανείς. Ένα πανέμορφο κορίτσι, στολίδι του ταξιδιού για τους υπόλοιπους συνταξιδιώτες, όλους εκτός από τον πρίγκιπα, που μόνο τη γυναίκα του έβλεπε. Δεν συνέβη τίποτα. Πάνω σε ένα καράβι, όπως αυτά που χάζευε και παρατηρούσε κι ευχόταν να τα γνωρίσει από κοντά. Τόσο κοντά στη θάλασσα και τόσο μακριά της. Μέχρι που έγινε ένα θαύμα.
 Τα δάκρυα κυλούσαν πάλι από τα μάτια της και ίσως ένα να ξέφυγε και να έφτασε στο νερό. Η θάλασσα, που καταλαβαίνει τα πλάσματά της, αναγνώρισε τη μικρή σειρήνα, άνοιξε την αγκαλιά της και οι εννιά αδερφές της βγήκαν και την κοίταξαν όλες μαζί. Δεν μιλούσαν, μόνο την κοίταζαν με λύπη και περιέργεια. Ήταν η αδερφή τους, αλλά ήταν και άνθρωπος. Δεν ήταν πια γοργόνα, όπως εκείνες. 
Η μεγάλη πλησίασε την κουπαστή και άφησε ένα μαχαίρι στο χέρι της αδερφής της. Της μίλησε, με ανθρώπινη φωνή, για να την καταλάβει καλά.
-Σκότωσε τον πρίγκιπα, και έπειτα θα ξαναγίνεις σειρήνα και θα ξαναέρθεις κοντά μας.
 Μία μία χάθηκε, τελευταία η μεγαλύτερη, με μια παράκληση στο βλέμμα της. Η μικρή σειρήνα κοίταξε σαστισμένη το μαχαίρι που φώλιαζε στην παλάμη της και προσπαθούσε να καταλάβει. Να σκοτώσει τον πρίγκιπα; Τον πρίγκιπα που αγαπούσε; Τον πρίγκιπα, που είχε αρνηθεί τη φύση της γι'αυτόν; Που είχε χαρίσει τη φωνή της, ό,τι πιο όμορφο είχε; Που τον είχε σώσει κι αυτός ούτε καν το ήξερε; Που έμαθε τόσα πράγματα, μόνη της, απλά για να του είναι αντάξια; Τον πρίγκιπα, που σημασία δεν της είχε δώσει, άλλη αγαπούσε και με άλλη ονειρευόταν;
 Τον πρίγκιπα.
 Για να πάρεις κάτι πολύτιμο, πρέπει να θυσιάσεις κάτι πολυτιμότερο.

Το βράδυ έφτασε κι όλα τα χρώματα της μέρας έγιναν αστέρια. Η νύχτα βελούδινη και σκούρα νανούρισε τα ψαροπούλια, οι άνθρωποι υποτάχθηκαν, το φεγγάρι έλουζε τη θάλασσα και τα κύματα ψιθύριζαν μυστικά μεταξύ τους. Η μικρή σειρήνα κατάλαβε σε μια στιγμή τι έπρεπε να κάνει. Έπρεπε να μετανοήσει για την απερισκεψία της. Πώς θα μπορούσε ένας άνθρωπος να παντρευτεί ένα πλάσμα βουβό και ξένο, όσο όμορφο κι αν ήταν; Πώς θα μπορούσε εκείνη να τα βάλει με νόμους που άλλοι είχαν διατάξει πριν γεννηθεί ο κόσμος; Έπρεπε να ξεριζώσει την καρδιά της και θα έπαυε να είναι άνθρωπος. Έπρεπε να διορθώσει το λάθος της, να μετανοήσει και να τιμωρήσει τον εαυτό της, να απαρνηθεί την ελπίδα της, να κάψει την αγάπη της. Να επιβληθεί στα όνειρα που έκανε και να επιστρέψει στην αγκαλιά της μάνας της, της θάλασσας της ίδιας. Έπρεπε εκείνη η ίδια να κόψει τα νήματα που την κρατούσαν στον κόσμο των ανθρώπων. Έπρεπε εκείνη η ίδια να σκοτώσει τον πρίγκιπα για να ξαναβρεί τη ζωή.
 Το φεγγάρι φώτιζε αχνά την κρεβατοκάμαρα του βασιλόπουλου. Έσφιγγε το μαχαίρι στη χούφτα της και ανάσαινε βαθιά κι αθόρυβα. Μια ασημένια αχτίδα φώτισε το πρόσωπό του. Και στην αγκαλιά του, μια γυναίκα. Η γυναίκα του. Ο άντρας που ερωτεύτηκε ήταν αγκαλιά με τη γυναίκα που αγαπούσε. Και ήταν ευτυχισμένος. Ο άντρας που αγαπούσε η μικρή σειρήνα ήταν ευτυχισμένος και θα ζούσε μια όμορφη ζωή παντρεμένος με τη γυναίκα που αγαπούσε. Η μικρή ξανθόμαλλη σειρήνα τον κοίταξε μια στιγμή. Κι άλλη μια στιγμή. Κι άλλη μια. Κι άλλες στιγμές. 
 Όχι, δεν μπορούσε να το κάνει αυτό. Δεν μπορούσε να σκοτώσει ό,τι αγαπούσε πιο πολύ, όσο δυστυχισμένη κι αν την έκανε. Ήταν ερωτευμένη, παρέμενε ερωτευμένη, η ευτυχία της, η ζωή της όλη ήταν αυτός ο άντρας που κοιμόταν ξέγνοιαστος πλάι στη γυναίκα του. Δεν μπορούσε να θυσιάσει την ομορφιά της ζωής της, όσο πόνο κι αν της έδινε. Πονούσε αβάσταχτα, αλλά πώς θα μπορούσε να ζήσει μια ζωή που δεν θα αγαπούσε τίποτα πια, δεν θα την πονούσε τίποτα πια;
 Δεν θα μπορούσε να ζήσει. Δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς τον πρίγκιπα, και δεν θα μπορούσε να αντέξει μια ζωή κερδισμένη από αίμα λατρεμένο. Δεν θα μπορούσε να ζήσει άλλο σαν άνθρωπος, τώρα που και η πιο μικρή ελπίδα είχε φύγει, μα δεν μπορούσε να ζήσει και ως γοργόνα, με την ουρά της πάντα δεμένη με ένα φονικό. Με τη μεγαλύτερη θυσία, από το ίδιο της το χέρι, που ήλπιζε να χαϊδεύει τα μαλλιά του πρίγκιπα, να του έκλεβε την ανάσα. Δεν θα ήταν ζωή αυτή.
 Βγήκε από την καμπίνα τους αθόρυβα, δεν ανάσανε παρά μόνο όταν έφτασε στο κατάστρωμα. Το φεγγάρι την κοιτούσε ανέκφραστο, τα κύματα συνέχιζαν να μουρμουρίζουν. Πέταξε το μαχαίρι στη θάλασσα σαν να της έκαψε το χέρι. Ένας λυγμός της πίεζε την καρδιά. Οι άνθρωποι δεν ξέρουν να κολυμπάνε, κι αυτή πλέον ήταν άνθρωπος. Θα γύριζε στη μάνα της, έστω και μισερή, έστω και σαν άνθρωπος. Μια ανάσα μόνο ήταν, για να τελειώσει η ίδια τη ζωή της, να επιστρέψει εκεί που ανήκε.\
Συνέβη όμως τότε άλλο ένα θαύμα. Τη στιγμή που το κορμί της μικρής σειρήνας ακούμπησε το πρώτο κύμα, τα αστέρια λαμπύρισαν όλα μαζί. Την ίδια στιγμή, τα κύματα σιώπησαν και το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από ένα σκούρο συννεφάκι. Τα πανέμορφα μαλλιά της γοργόνας, το λαμπερό της δέρμα, τα πονεμένα πόδια της, όλο της το σώμα ανέβλυσε αφρό. Και την επόμενη αμέσως στιγμή, όλη έγινε αφρός.

Έτσι τελειώνει η ζωή και η ιστορία της μικρής ξανθόμαλλης σειρήνας. Είναι μέρος της θάλασσας, που με δύναμη σκάει στη στεριά και ο λευκός, πλούσιος αφρός ορμάει. Τριγυρίζει τα πλοία που θαύμαζε, που κουβαλάνε ανθρώπους, ίσως σαν εκείνον που αγάπησε. Συνεχίζει να ταξιδεύει, και να αγαπάει. 
Συνεχίζει τη ζωή της, όπως θέλησε εκείνη.