Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Θυμάσαι τη Θαλασσινή;

Μια Δευτέρα θέλω να έρθει, και να πάω εκδρομή. Λύπη στην καρδιά μου, και ατελείωτη προσοχή, μην πέσει και τσακιστεί. Τι θα γίνει ο κόσμος μας, αναρωτιέμαι, όταν πεθάνουμε ή όταν μεγαλώσουμε; Κρατάω σφιχτά τις καραμέλες που μου χάρισαν παιδί και ουρλιάζω από μέσα μου από συνήθεια, και για να ξεσπάω πού και πού να ξεσπάω, έτσι για να μην λέω ότι τα κρατάω όλα μέσα μου. Τα μούρα και οι βανίλιες είναι διαφορετικά φρούτα και σκέφτομαι όλες τις γεμιστές τάρτες-πίτες που μπορείς να φτιάξεις με έτοιμη κονσέρβα κεράσια Κύκνος. Τι λέξη κι αυτή, Κύκνος, με το ύψιλον που προφέρεται κάτι σαν ι και ου, σαν u, Κuκνος, Κούκνος, Κιούκνος, τι δυνατό ζώο, πολύ επιβλητικό, φαντάζομαι όταν θα ανοίγει την αγκαλιά του είναι σχεδόν φοβερό. Τα γράφω αυτά για να κάνω κάτι, το λες και πρόοδο, και γενικά σήμερα έχω ψιλοβαλτώσει και γενικότερα αυτές τις μέρες. Μεγάλωσα με timeline κι έλεγχο, τώρα που δεν τα έχω μου λείπουν, μα έχω πολλή ανησυχία οπότε πιστεύω μπορώ να δίνει μαλακά παυσίπονα και να μην με νοιάζει αν ο κόσμος σταματήσει να υπάρχει όπως τον ξέρω και τον έχω συνηθίσει αύριο, ίσως και χθες. Μια κορδέλα από ελαστικό τούλι σκέψου και πάνω της λευκά κεντίδια, και άραγε θα φύγει ο θυμός σου; Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν απ’ τη ζωή μας κάθε μέρα, και δεν πίστεψες καν ότι ήμουν ειλικρινής. Τι φοβερή, φοβερή αλαζονεία, από δικιά μου εμπειρία μιλώ, να νομίζεις ότι βλέπεις κάτι που κανείς άλλος δεν το βλέπει, να νομίζεις ότι εσύ έχεις μόνο πρόσβαση στην ανόθευτη, απόλυτη αλήθεια, και πόσο μειωτικό για σένα, για τη ζωή σου, να πετάς τον οίκτο σου σαν τσαλακωμένο χαρτάκι. Έχω θυμώσει τρομερά μαζί σου, πιο πολύ με πνίγει η αδικία, η αδικία που δεν μπορώ να σου μιλήσω ανοιχτά γιατί έχεις βγάλει τα συμπεράσματά σου και την κοσμοθεωρία που σε βολεύει, με πληγώνει τρομερά που αυτό που φοβόμουν έγινε, λες να το προκάλεσα εγώ; Μα δεν ωφελεί να παίρνω την ολοκληρωτική ευθύνη, ποτέ δεν την έχει ένας άνθρωπος μόνο, ποτέ, ποτέ. Και πιο πολύ τρελαίνομαι στην ιδέα ότι εσύ δεν το σκέφτεσαι καθόλου όλο αυτό, απλά τακτοποίησες την εκκρεμότητα και την τίναξες από το πέτο σου, και κράτησες για σένα όλες τις αγαπημένες σου λέξεις και καταστάσεις. Ποτέ δεν θα σου έλεγα κατά πρόσωπο «λυπάμαι», που δεν έχει και πολλή απόσταση από το «σε λυπάμαι», αλλά μέχρι το σημείο που μ’ άφηνες συμπάσχω, συμπάσχω με την ανάγκη σου να γίνεις κάτι άτρωτο και στιβαρό, να μη δει κανείς ποτέ ούτε μια ρωγμή, παρά μόνο αυτές που σε έχουν σημαδέψει αλλά δεν φταις εσύ. Το χειρότερο είναι πως αμφιβάλλω για τη δικιά μου αλήθεια, μ’ έκανες ν’ αμφιβάλλω για τα δικά μου αισθήματα, και όχι απλά να παραδεχτώ ότι έκανα λάθος, που δεν πήρες ένα τηλέφωνο με τρομάζει, ένα τηλέφωνο, κι έχεις πρώτα πρώτα τις δικαιολογίες έτοιμες και στρωμένες. Έχω θυμώσει πολύ μαζί σου και καλά κάνω, γιατί δεν ευαγγελίζομαι ποτέ πως έχω δίκιο, αλλά πάντα το συζητάω και το κοσκινίζω όσο περισσότερο μπορώ, και τότε μόνο μου δίνω το δικαίωμα της αμφιβολίας, ενώ εσύ άγεσαι και φέρεσαι από τα συναισθήματά σου και δεν αμφιβάλλεις ποτέ, ποτέ, ποτέ. Για να το νιώθεις, υπάρχει. Για να υπάρχει, υπάρχει λόγος. Και πάντα φταίει κάποιος άλλος, ποτέ εσύ. Και μετά, όταν σου συζητάω λογικά, ή με τον τρόπο που βολεύει εμένα, δυσφορείς κιόλας! Έχω θυμώσει μαζί σου πολύ, αλλά και με μένα – μα ξέρω ότι δεν μου έχεις αφήσει κανένα περιθώριο, τίποτα, έχεις εκμεταλλευτεί την παγωμάρα σου για να σφραγιστείς ερμητικά και φυσικά να στάξεις και βουλοκέρι. Δεν φταις πια, το έχεις δηλώσει, δεν έφταιξες ποτέ. Δεν θα ζητήσεις ποτέ συγγνώμη και δεν θέλεις να γυρίσεις πίσω σε θέματα που νομίζεις ότι τα έχεις λύσει επαρκώς, δεν θέλεις και δεν αντέχεις. Και δεν θα στα τρίψω ποτέ στη μούρη. Αν θέλεις όμως να φύγω απ’ τη ζωή σου, ζήτα το. Ζήτα το. 

Θα στο ζητήσω εγώ. Και αν μου περάσει ο θυμός και δω ότι έκανα ένα τεράστιο λάθος, θα ξέρω ότι δεν θα διστάσω στιγμή να επανορθώσω, αλλά θα έχω μείνει ειλικρινής μες στη βλακεία μου, τη θολούρα μου, την ανασφάλειά μου… Θα ξέρω ότι είμαι ανεπαρκής πλέον, θα αποσυρθώ ήσυχα. Αλλά δεν θα σου επιτρέψω να γράψεις ένα μονόπρακτο με όλη την πρόζα πάνω σου. Δεν θα επιτρέψω να απλώσεις τη μοναξιά σου πάνω μου. Είναι ντροπή, είναι ντροπή πραγματικά να περιμένεις με τα καλοακονισμένα σου δόκανα, και με θυμώνει περισσότερο απ’ όλα ότι ποτέ δεν με ρώτησες τίποτα στο μεταξύ διάστημα. Απαξίωσες. Απαξιείς. Έχεις «άλλα πράγματα ν’ ασχοληθείς». 

Και νομίζεις ότι αν υποβιβάσεις τον παρατηρητή, θα διαγράψεις και όλα όσα είδε. Είδα πολλά και ποτέ δεν θα στα τρίψω στη μούρη… Και θέλω το ίδιο από τους κοντινούς μου ανθρώπους. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θέλεις να πεις κάτι;