Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Τη γιορτή μου ήταν εδώ, στα γενέθλιά μου θα λείπω.

 Αστείο αλήθεια. Οι ώρες κυλάνε αργά και τεμπέλικα και σκαρφίζομαι τρόπους να παρατείνω την ησυχία μου απ' τη μια, να ξεγελάσω τα ρολόγια και να τρέξουν πιο γρήγορα, ο χρόνος δεν τρέχει βέβαια, κυλάει τσουλάει, δεν τρέχει πάντως, ουτε πάει αργά, εσύ τρέχεις ή δεν τρέχεις αναλόγως αυτόν, να το θυμάσαι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Μια χρυσή Μονόπολη λοιπόν, δώρο μ' ένα χρυσό άρωμα, αρκετά ενδιαφέρον αν δεν ήταν τόσο φοβερό, όχι φοβερό, δεν είναι φοβερό ακριβώς, αλλά κοίτα να δεις που με θεωρώ πολύ γκετ τουγκέδερ και ότι ξέρω από μάρκετινγκ και αγορές, και το σιχαίνομαι αυτό το άρωμα εντωμεταξύ, το σιχαίνομαι, κι όμως μπήκα στη σκέψη, μήπως να το αγοράσω να μου μείνει η χρυσή Μονόπολή; Δεν παίζω Μονόπολη, αλλά θα ήταν κομψό κι αστείο, και μόνο σαν πρόταση, θέλεις να παίξουμε Μονόπολη, έχω μια χρυσή. Κατευθείαν σκέφτηκα τον Μ., να του κάνω δώρο το άρωμα, θα του αρέσει λέω σχεδόν σίγουρα, και να κρατήσω τη χρυσή Μονόπολη. Μάλλον μου λείπει πολύ ο Μ. και δεν αφήνομαι αρκετά ούτε στο παραμύθιασμα ότι μπορεί κι εγώ να ελκύομαι από διαφημιστικές πρακτικές που έχουν εμένα στόχο κι άλλα πολλά εκατομμύρια. Το μήλο έχει πολλά χρώματα, το πορτοκάλι μόνο ένα. Το τίμημα να δίνεις τ' όνομά σου σ' ένα χρώμα. Φαντάσου χρώμα, "μηλί", τι αστείο, αν και υπάρχει χρώμα σάπιο μήλο, τι ανόητο όνομα για ένα μάλλον δημοφιλές χρώμα, τα πλήκτρα μου είναι μαύρα, θυμάμαι τους παλιούς υπολογιστές που είχαν αυτό το φαιόγκριζο μπεζ χρώμα, μπορεί να ήταν και πράσινο, ή καφέ. Θα ήθελα να ξέρω να γράφω τυφλό, δεν το έχω ψάξει ακόμα στο Ίντερνετ γιατί φοβάμαι ότι είναι πλήρως ακατόρθωτο, και ο τρόπος μου μου γράφω με δύο δείκτες, κομψά και σχετικά γρήγορα πάντως, είναι πλήρως λανθασμένος και γενικά το φοβάμαι πολύ, πολύ αυτό, να μου πουν τινα ωραίαν πρωίαν ότι γενικά πράττω πλήρως λανθασμένα, πλήρως όμως, δεν σώζομαι καθόλου, και χάρη μου κάνουνε στην τελική που ζω ακόμα. Να γιατί μ' αρέσει το ελεύθερο γράψιμο, όλοι πρέπει να το κάνουμε από καιρού εις καιρόν, βγαίνουν όλα τα κλισεδάκια σου, τα αγκαθάκια σου που τα έχεις ξαναβγάλει και ξαναπεί πολλές φορές, τόσες που τις έχεις σιχαθεί, και όμως υπάρχουν ακόμα εκεί, κάτι μου λέει ότι θα υπάρχουν πάντα εκεί, θέλω όμως κι άλλα, θέλω να φυτρώσουν και πολλά λουλούδια, στο κάτω κάτω υπέμεινα τα αγκάθια μου κι έσκαψα με τα μέλη μου το χώμα, έκανα δουλίτσα, θέλω λουλουδάκια. Δεν θέλω πια σπάνιες ορχιδέες και υπέρκομψα, φοβιστικά  υπεράνθη, θέλω όμως χρώματα και μεταξωτά πέταλα, σαν τις παιώνιες ή τις ανεμώνες, πολλά λουλουδάκια που τα αγαπώ πολύ, τόσο πολύ που δεν έχω στο μπαλκόνι μου, θέλουν ήλιο κι εγώ δεν έχω. Θέλω πολύ να φτιάξω το μπαλκόνι μου πραγματικά αλλά παραείναι εκτεθειμένο και τι ωραία που θα ήταν να ήταν σε ψηλό όροφο ή έστω να έχει μια ωραία θέα. Θα ήθελα λέει να έχω κάλλες σε πολλά χρώματα, και γαρίφαλα, και φυσικά αρωματικά, βασιλικούς, μαϊδανά και τα τοιαύτα, παλιά οι σκέτες πρασινάδες μ' ενοχλούσαν, ήθελα τα πολύχρωμα λουλούδια, τώρα δεν με πειράζουν, ίσα ίσα που είναι σκέτη ζωή. Τι άλλα λουλούδια δεν ξέρω, εκτός από χρώματα, μαργαρίτες όμορφες και πολύχρωμες. Ήρθε το καλοκαίρι και ο ήλιος, ντύνομαι με εκτεθειμένα τα χέρια μου, έχω βγάλει το δαχτυλίδι μου και δεν ξέρω, νιώθω διαφορετικά. Γρήγορα που αλλάζει ο κόσμος, ο εαυτός μας, η ζωή. Πόσο γρήγορα. Και πονώ από συνήθεια, σαν να χρωστάω πόνο. Μπορώ να κάνω πολλά πράγματα. Μπορώ να αγοράσω κάτι που δεν χρειάζομαι. Μπορώ να κάνω ένα ταξίδι ή να χτυπήσω τατουάζ. Μπορώ να κάνω ωραία δωράκια, μικρά όμορφα χαζοδωράκια. Πόσο χαίρομαι γι' αυτό, πόσο; Λίγο μάλλον, γιατί μπερδεύομαι και πονάω για τα παλιά και χαίρομαι με τα καινούρια κι αγχώνομαι για τα μελλούμενα που είναι και τα δυο. Και φοβάμαι, φυσικά. Και θυμάμαι τα γατάκια. Τι ψυχούλες αυτά τα γατάκια. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα πιο τρυφερό από ένα μικρό γατάκι. Τα κλαδία μου θρόισαν ανακουφισμένα, και ένα μικρό πουλί με χρυσαφιά ματάκια πέταξε στο παράθυρο του ονείρου που είχα δει πρόπερσι τέτοιο καιρό. Θα πλάσω με κερί και μέλι μερικές στιγμές και θα τις πετάξω μακριά, μακριά, να τις βρω όταν φτάσω. Συνεχίζω να γράφω και δεν θέλω να αγχώνομαι. Ο αέρας θα είναι απαλός και δροσερός, θα μυρίζω την κάψα της πόλης και δεν θα μου φαίνεται τίποτα περισσότερο. Μια έννοια μόνο, σαν κορόνα, σαν σκίτσο πολυκαιρισμένο και τόσο ρεαλιστικό που το φοβόμουν. Οι μπίλιες μου να βαραίνουν την καρδιά του παιδιού που ήμουν κάποτε. Θυμάσαι τον τρελό καθηγητή που είχε πέντε πτυχία και ξόδευε όλα τα λεφτά του στα μολυβένια στρατιωτάκια; Πεθύμησα το ψάρι και τη θάλασσα, να τραγουδήσω εκεί που κανείς δεν θα μ' ακούσει. Τι ωραία που θα είναι. Δυο μέρες μόνο - δυο μερούλες. Δεν θα προλάβω και πολλά, αλλά θα φάω και θα πιω και ευελπιστώ να βάλω τα κλάματα. Ένα τριαντάφυλλο πεθαίνει όταν ανοίξει όλα τα πέταλά του. Μια φιλία μου χάνεται επειδή δείξαμε τα μέσα μέσα μας. Δεν μπορώ να το χωνέψω. Άραγε θα με πάρει κανένα τηλέφωνο, ποτέ; Δεν θέλει, και δεν θέλω ούτε εγώ, εδώ που τα λέμε. Αλλά δεν θέλω να το παίζει θύμα στις πλάτες μου. Αστείο ε, το έχω κάνει αυτό πολλές φορές. Μισούμε αυτό που μας θυμίζει τ' άσχημά μας, πάντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θέλεις να πεις κάτι;